Πάψε με ευχές να ελπίζεις
οι θεοί πως θα λυγίσουν

Δεν πρόλαβε να έρθει το καλοκαίρι. Δεν πρόλαβαν να προσφέρουν τη δροσιά τους τα λιγοστά δάση στη χώρα. Έφυγε το καλοκαίρι. Έφυγαν και τα δάση. Κέρκυρα, Αίγιο, Δερβενοχώρια, Αττική, Κάρυστος, Νέα Αγχίαλος, Ρόδος, έσυραν πρώτα το χορό του Ζαλόγγου, τον Ιούλιο. Τον Αύγουστο ξεκινήσαμε με Βοιωτία, Εύβοια, και κλείσαμε (;) με Έβρο, Αλεξανδρούπολη, Κομοτηνή, Δαδιά. Για να συνεχίσουμε το Σεπτέμβριο με πλημμύρες. Και Νεκρούς. Καμένους και πνιγμένους.
Μέχρι και η 111η Πτέρυγα Μάχης, η αιχμή του δόρατος της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας κατά πως λεν… έπεσε σε καιρό ειρήνης… Από μόνη της.

Ανύπαρκτο κράτος, ανύπαρκτη προστασία από τις πυρκαγιές και τις πλημμύρες. Και οι «άξιοι» της κυβέρνησης να κοιτάνε, σαν το Νέρωνα, το προμελετημένο, κρατικό έγκλημα. Έγκλημα ενός κράτους που βάζει για πλήρωμα ασθενοφόρων πυροσβέστες, αεροπόρους και ό,τι άλλο φανταστείς. Για να πάρει τους πυροσβέστες από τα ασθενοφόρα και να τους μετακινεί από την Ήπειρο στη Δαδιά και πάλι πίσω στην Ήπειρο και πάλι πίσω στη Δαδιά. Όχι. Προσλήψεις μόνιμου προσωπικού δεν χρειαζόμαστε για τη φωτιά, την πλημμύρα, το ασθενοφόρο. Αντίθετα χρειαζόμαστε χιλιάδες μόνιμους παπάδες και αστυνομικούς. Που δεν συνεισφέρουν στη φωτιά, παρά μόνο με λιτανείες για να μας λυπηθεί ο… θεός, αφού το κράτος …δεν δύναται να μας λυπηθεί. Και άγριο ξύλο για αυτούς που διαδηλώνουν για τη φωτιά και την πλημμύρα. Τα τηλεοπτικά κανάλια μετράνε, αγχωμένα, τη συσσώρευση νεκρών, μπας και ξεπεράσουν τους νεκρούς παλιότερων χρόνων. Όχι, τους απεγνωσμένους που έχασαν τον ιδρώτα μιας ζωής, το σπίτι τους, τη σοδειά στο χωραφάκι τους, τα λιγοστά ζωντανά που φέρνουν το καρβέλι το ψωμί στο σπίτι, την εποχιακή δουλειά στον τουρισμό, δεν θα τους μετρήσει κανείς.

Και ενώ ο τόπος καιγόταν και η οργή είχε ξεχειλίσει, δυο μέρες πριν το Δεκαπενταύγουστο, προτάθηκε η «λύση» για την αποδεδειγμένη, πια, χρεοκοπία και σαπίλα του καπιταλιστικού κράτους. Από τη ναυαρχίδα του αστισμού, την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, δια γραφίδος Παπαχελά, αναζητούνται «τρελοί», (όχι σαν αυτούς του χωριού):

«Έχουμε φτάσει σε ένα σημείο που χρειαζόμαστε «τρελούς αλλά και καθαρούς» σε μερικά κρίσιμα πόστα για να γίνουμε μια κανονική χώρα. Όταν λέμε τρελούς εννοούμε ανθρώπους που δεν ξημεροβραδιάζονται σε πολιτικά γραφεία και σε καφέδες με νταραβερτζήδες κάθε τύπου, αλλά ασχολούνται 24 ώρες, 7 ημέρες, με τη δουλειά τους. Δεν θα τους νοιάζει αν θα τους κράξει το Χ σάιτ ή αν θα τα βάλουν μαζί τους κάποιοι συνδικαλιστές».

Οι συνδικαλιστές και τα σάιτ ευθύνονται λοιπόν. Για το κράτος που ενδιαφέρεται για τους πλούσιους και παρακολουθεί αδιάφορο τα παθήματα των φτωχών. Και συνεχίζει: «Υπάρχουν «τρελοί», ικανοί και καθαροί στον ζωτικό πυρήνα του ελληνικού κράτους; Ναι, και γι’ αυτό το κράτος συνεχίζει να λειτουργεί και να αντέχει. Το είδαμε στον Έβρο το 2020 ή στην περίπτωση του αρχαιολόγου της Μυκόνου. Πληρώνονται λίγα, αγαπούν τη δουλειά τους και πιστεύουν ότι αυτό είναι καθήκον τους». Τους θέλει και φτηνούς στο κόστος, τους «τρελούς». Δεν ξέρουμε τι ακριβώς είδε στον Έβρο το 2020, μα το 2023 είδαμε, καθαρά, τα φασιστοειδή να κυνηγάνε ανέστιους φτωχούς. (οι υπογραμμίσεις δικές μας).

Ποια είναι λοιπόν τα «κρίσιμα πόστα» και ποιος θα διορίσει τους «καθαρούς» σε αυτά; Οι κυβερνήσεις και οι πρωθυπουργοί τους, διορίζουν. Διορίζουν «νταραβερτζήδες κάθε τύπου», που «ξημεροβραδιάζονται σε πολιτικά γραφεία». Αυτό το ξέρουν και τα μικρά παιδιά. Το ξέρουν οι νεκροί στα Τέμπη, οι καμένοι στα… οι πνιγμένοι στα… Μήπως χρειαζόμαστε λοιπόν και έναν «τρελό» ηγέτη που δε θα δίνει λογαριασμό σε κανένα; Κάτι σαν τον «παράφρονα» Χίτλερ, ή τον χουντικό, ομοίως «παράφρονα – τρελό» Παπαδόπουλο, που κάθε άλλο παρά «τρελοί» ήταν.

Η πρόσφατη, τηλεοπτική επαναπροβολή του «σκληρού» της «Χρυσή Αυγή – δεν ήμουνα εκεί», Κασιδιάρη, με αφορμή τις δημοτικές εκλογές, δεν είναι ούτε τυχαία, ούτε αθώα. Η ακροδεξιά – φασιστική ιδεολογία προωθείται στην οργισμένη κοινωνία, σαν εναλλακτική λύση. Και αυτό δεν το χρειαζόμαστε.

Τάνια