Οι εξελίξεις στο λεγόμενο χώρο της κεντροαριστεράς αποτυπώνουν τα αδιέ­ξοδα και την κρίση στην οποία παραδέρνουν τα κόμματα της σοσιαλδημοκρατίας ως συνέπεια της αντιλαϊκής πολιτικής που εφάρμοσαν. Η πολιτική ε­πικαιρότητα σημαδεύεται από «μετα­γρα­φές» στελεχών από το ένα κόμμα στο άλλο και από σενάρια συνεργασιών. Πολιτικά πρόσωπα μετακινούνται έξω από αρχές με χαρακτηριστική ευκολία, αναζητώντας την πολιτική τους επιβίωση. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα σενάρια δίνουν και παίρνουν για διάφορους βουλευτές και στελέχη των κομμάτων αυτών. Ήδη δύο πρώην βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, οι Τελιγιορίδου και Αβραμάκης, προσχώρησαν στο ΠΑΣΟΚ, ενώ το ίδιο ετοιμάζεται να κάνει και ο Αυλωνίτης, αλλά και ο πρώην υπουργός Εθνικής Άμυνας της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ Ευάγγελος Αποστολάκης. Οι δύο τελευταίοι παραβρέθηκαν στην ομιλία Ανδρουλάκη στη ΔΕΘ.

Πάντως και τα σενάρια συνεργασιών ανάμεσα στα διάφορα κόμματα του χώρου αυτού έχουν αρχίσει και φουντώνουν, με δύο στελέχη του ΠΑΣΟΚ να τοποθετούνται δημόσια για το ζήτημα. Από τη μία ο βουλευτής Χαλκιδικής Απόστολος Πάνας σε τηλεοπτική εκπομπή άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο μελλοντικής συνεργασίας με την ΕΛΑΣ, γεγονός που προκάλεσε την αντίδραση της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ που χαρακτήρισε τις τοποθετήσεις του βουλευτή «άστοχες προσωπικές απόψεις». Από την άλλη η Βάσια Αναστασίου, στέλεχος του ΠΑΣΟΚ, δήλωσε πως ο ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να αποτελέσει κόμμα με το οποίο θα μπορούσε να υπάρξει συζήτηση σε προγραμματική βάση.

Όλες αυτές οι εξελίξεις και οι διεργασίες στα κόμματα αυτά πιστοποιούν αφενός τις διεργασίες που συντελούνται στον χώρο της σοσιαλδημοκρατίας για την αναμόρφωση του χώρου αυτού, αλλά και συνολικά για την αναμόρφωση του πολιτικού σκηνικού. Αφετέρου πρόκειται για διαδικασίες και πολιτικές έξω από αρχές, που βρίσκονται πολύ μακριά από τις πραγματικές ανάγκες και τα συμφέροντα των εργαζομένων.

Αυτό άλλωστε αποτυπώθηκε ανάγλυφα στη ΔΕΘ. Εκεί που τόσο η ΕΛΑΣ όσο και το ΠΑΣΟΚ έσπευσαν να διακηρύξουν ότι οι προτάσεις τους είναι «δημοσιονομικά κοστολογημένες», μετατρεπόμενοι έτσι σε ουρά της κυβερνητικής πολιτικής και των κυβερνητικών επιχειρημάτων, εκλιπαρώντας στην πραγματικότητα για την έγκριση των προγραμμάτων τους από το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο.

Στη ΔΕΘ άλλωστε, ο Τσίπρας κατέθεσε ένα οικονομικό πρόγραμμα επιζητώντας να προβάλει ένα προφίλ κυβερνητικής υπευθυνότητας και υποστηρίζοντας ότι τα μέτρα του είναι πλήρως ευθυγραμμισμένα με τους ευρωπαϊκούς κανόνες, αποδεχόμενος τα όρια δαπανών και τους στόχους πλεονασμάτων. Στην πραγματικότητα, αν αναλύσει κανείς τις εξαγγελίες Τσίπρα, η ουσιαστική απόσταση από τις αντίστοιχες εξαγγελίες Μητσοτάκη αποδεικνύεται εντυπωσιακά μικρή. Στην πραγματικότητα ο Τσίπρας κατέθεσε για μια ακόμα φορά τα διαπιστευτήριά του στην ολιγαρχία. Ακόμα περισσότερο αυτό αποδεικνύεται από το τι έκανε στο παρελθόν ως κυβέρνηση.

Σήμερα υπόσχεται φορολογικές ελαφρύνσεις, μειώ­σεις ΦΠΑ και στήριξη των μεσαίων στρωμάτων. Ως πρωθυπουργός, όμως, κατά τη διακυβέρνησή του επέβαλε το 3ο Μνημόνιο, εκτίναξε τη φορολογία, αύξησε τις ασφαλιστικές εισφορές και υπερφορολόγησε τα λαϊκά εισοδήματα για τη δημιουργία των «υπερπλεονασμάτων». Τώρα εξαγγέλλονται μέτρα προστασίας της στέγης και των δανειοληπτών, όταν ήταν η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ που θεσμοθέτησε τους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς, παραδίδοντας βορά τη λαϊκή κατοικία στα νύχια του ντόπιου και ξένου κεφαλαίου. Τώρα ΕΛΑΣ και Τσίπρας μιλάνε για προστασία της εργασίας και αύξηση των μισθών, όταν ήταν η κυβέρνηση Τσίπρα που χτύπησε το δικαίωμα της απεργίας, αλλά και το λαϊκό εισόδημα.

Από τη μεριά του ο Ανδρουλάκης δήλωσε και αυτός έτοιμος να υποβάλει το πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ στο Δημοσιονομικό Συμβούλιο προκειμένου να… κοστολογηθεί. Όσο όμως κι αν προσπαθεί ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ να φτιασιδώσει την πολιτική του κόμματος αυτού, το αντιλαϊκό φορτίο που κουβαλάει είναι πολύ μεγάλο και βαθιά χαραγμένο στις συνειδήσεις του λαού και των εργαζομένων.

Σε ό,τι αφορά το ΣΥΡΙΖΑ, τώρα που δεν τον χρειάζεται άλλο το κυρίαρχο αστικό σύστημα, βαδίζει ολοταχώς προς τη χρεοκοπία και τη διάλυση βυθισμένος στην ανυποληψία. Τώρα ο ΣΥΡΙΖΑ υψώνει τις αντιπολιτευτικές κορώνες απέναντι στην κυβερνητική πολιτική αλλά και απέναντι στο ΠΑΣΟΚ και την ΕΛΑΣ. Τους κατηγορεί πως εστιάζουν την πολιτική τους στον δημοσιονομικό «κόφτη» παρακολουθώντας με αυτόν τον τρόπο την πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη.

Κάνει δηλαδή κριτική ο ΣΥΡΙΖΑ πάνω στα εργαλεία που ο ίδιος αξιοποίησε ως κυβέρνηση για να φέρει το τρίτο μνημόνιο και να εφαρμόσει σκληρά αντιλαϊκά μέτρα.

Οι εξελίξεις στο χώρο της κεντροαριστεράς δεν αφορούν το λαό και τα πραγματικά του προβλήματα. Τα κόμματα αυτά και τα πρόσωπα που τα αποτελούν κυβέρνησαν και βύθισαν τους εργαζόμενους και τα πλατιά λαϊκά στρώματα στην ανέχεια και στη φτώχεια. Τίποτα δεν μπορεί να περιμένει ο κόσμος της δουλειάς από τα κόμματα αυτά που εκπροσωπούν τα συμφέροντα της ντόπιας μεγαλοαστικής τάξης και του ιμπεριαλισμού. Άλλωστε και ως αντιπολίτευση στήριξαν σε πολύ μεγάλο βαθμό τις επιλογές και τις νομοθετικές ενέργειες της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Γίνεται όλο και πιο φανερό ότι οι μεταξύ τους διαφορές, όπως επίσης και οι διαφορές τους από την κυβέρνηση της ΝΔ είναι δευτερεύουσες. Το κύριο είναι ότι όλοι συμφωνούν στα βασικά, που είναι η άσκηση της ίδιας στο περιεχόμενο αντιλαϊκής πολιτικής.