Και το θέμα είναι ότι, ως συγγραφέας, ξέρω ότι αυτό που αφηγούνται είναι ένα είδος μεταγνώσης κατά κάποιο τρόπο. Είναι ό,τι έμαθαν εκ των υστέρων, σωστά; Επειδή αυτή είναι η ερμηνεία του εγκεφάλου, μια αφήγηση που έχει αντικαταστήσει τις πραγματικές αισθητηριακές λεπτομέρειες. Και τους ρωτούσα συνεχώς: «Αλλά στην αρχή δεν ξέρατε ότι το σπίτι σας χτυπήθηκε. Τι είδατε;”»
Και το θέμα είναι ότι, ως συγγραφέας, ξέρω ότι αυτό που αφηγούνται είναι ένα είδος μεταγνώσης κατά κάποιο τρόπο. Είναι ό,τι έμαθαν εκ των υστέρων, σωστά; Επειδή αυτή είναι η ερμηνεία του εγκεφάλου, μια αφήγηση που έχει αντικαταστήσει τις πραγματικές αισθητηριακές λεπτομέρειες. Και τους ρωτούσα συνεχώς: «Αλλά στην αρχή δεν ξέρατε ότι το σπίτι σας χτυπήθηκε. Τι είδατε;”»
Ήθελα πραγματικά να μου δώσουν τις αισθητηριακές λεπτομέρειες, ακριβώς πριν ο εγκέφαλός τους βγάλει νόημα απ’ όλα όσα συνέβαιναν, αυτό το άλλο που ήταν πραγματικά ωμό και καθαρά αισθητηριακό. Τότε άρχισε να βγαίνει η πραγματική ιστορία: «Είδα μια λάμψη κόκκινου φωτός, και μετά ένιωσα ένα βάρος στην πλάτη μου, κι ύστερα υπήρχαν χαλίκια»- αυτή είναι η πραγματική ιστορία.
Και όταν άρχισαν να μου τ’ αφηγούνται αυτά, έκλαιγαν, και νομίζω ότι ήταν η πρώτη φορά, επειδή είχαν αφηγηθεί τη συγκεκριμένη ιστορία πολλές, πολλές φορές σε άλλους. Αλλά όταν άρχισαν να θυμούνται τις πραγματικές αισθητηριακές λεπτομέρειες, ήταν διαφορετικό το αποτέλεσμα. Τους άγγιξε με διαφορετικό τρόπο.
Και για ένα συγγραφέα, αυτό είναι που έχει σημασία, σωστά; Αυτή είναι η καρδιά της αφήγησης. Είναι οι αισθητηριακές λεπτομέρειες. Είναι το να παίρνεις τον αναγνώστη μαζί σου σε ό,τι διαδραματίστηκε. Του επιτρέπεις να γίνει μάρτυρας σ’ αυτό που συμβαίνει. Και πάνω σ’ αυτό δουλέψαμε.
Για παράδειγμα, η Khadijah έπρεπε να πάρει την απόφαση να κάψει το κρεβάτι του αδερφού της επειδή δεν υπήρχαν ξύλα για ν’ ανάψει φωτιά, και ήταν ό,τι της είχε απομείνει από τον αδερφό της. Έτσι, απλά άφησε τον αναγνώστη να μπει στην καρδιά της, σ’ όλη αυτή τη διαδικασία λήψης της απόφασης να εγκαταλείψει το κρεβάτι του αδερφού της, πώς ένιωσε γι’ αυτό και πώς έμοιαζε, πώς έμοιαζε το κρεβάτι.
Και μετά η Diana Slaya, η οποία μας παίρνει μαζί της καθώς περιμένει στην ουρά για να χρησιμοποιήσει ένα κοινόχρηστο μπάνιο για πρώτη φορά στη ζωή της.
Ένα από τα πράγματα που μου αρέσει απ’ όσα έγραψες στην εισαγωγή είναι ότι «ενώ αυτοί οι συγγραφείς ήρθαν υποτιθέμενα να μάθουν από μένα, εγώ μάθαινα από αυτούς. Επειδή δεν ξέρω τίποτα για το πώς είναι να θάβεις την οικογένεια χωρίς χώρο να θρηνήσεις». Και απαριθμείς αυτά τα άλλα πράγματα που βίωσαν οι συγγραφείς και γράφεις, «αλλά τα βίωσαν. Και μου δείχνουν πώς είναι να συνέρχεσαι και να βλέπεις τη δημιουργικότητα και την ομορφιά».
Νιώθω ότι αυτό έμαθα κι εγώ διαβάζοντας αυτό το βιβλίο. Έμαθα πώς να είμαι ένα ηρωικό, γενναίο, ευάλωτο και μαζί συντετριμμένο άτομο εν μέσω ενός ολοκαυτώματος. Υπάρχει ένας βαθμός ως προς το πόσο η ανάγνωση των ιστοριών σ’ αυτό το βιβλίο είναι πραγματικά μάθηση για την ανθρώπινη εμπειρία και μάθηση για την ανθρωπότητα.
Μπορείς να πεις περισσότερα για το τι μάθατε από αυτή την εμπειρία; Τι έχετε μάθει από αυτούς τους νέους ανθρώπους; Τι έχετε μάθει απ’ αυτές τις ιστορίες;
Νιώθεις αφάνταστα ταπεινός, ειλικρινά, όταν βρίσκεσαι κοντά σε ανθρώπους που είναι απλά εξαιρετικοί. Συνηθισμένοι άνθρωποι στις πιο εξαιρετικές συνθήκες. Και όσο κι αν προσπαθεί κανείς να φανταστεί, και η ενσυναίσθηση είναι μια δεξιότητα που πρέπει πάντα να βελτιώνουμε ό,τι και να γίνει, ακόμα κι εγώ, που την είδα από κοντά, κάθισα μαζί της, άκουσα τις βόμβες, μύρισα τη δυσοσμία του θανάτου και όλα αυτά τα πράγματα… ήξερα ότι κάποια στιγμή θα έφευγα, κι ότι υπήρχε μια διέξοδος για μένα.
Έτσι, ενώ ξέρω ότι αυτό που έμαθα είναι πως δεν θα μάθω ποτέ πραγματικά, ξέρω επίσης ότι είναι καταστροφικό. Και για τους ανθρώπους να μπορούν ακόμα να σηκώνονται κάθε μέρα και να ζουν μ’ αυτήν την καταστροφή μέρα τη μέρα και να βλέπουν τον κόσμο απλά να κοιτάζει αλλού… Έμαθα ότι δεν θα συγχωρήσω ποτέ τους Ισραηλινούς. Έμαθα ότι μπορεί να μην συγχωρήσουμε ποτέ τον κόσμο.
Νομίζω ότι ίσως εσείς και άλλοι έχετε πιθανά παρατηρήσει ότι ο δημόσιος λόγος μου έχει αλλάξει. Είναι πιο επιθετικός. Θα έλεγα ότι είναι πιο ειλικρινής, επειδή έχω αλλάξει απ’ αυτήν την εμπειρία. Άλλαξα ολοκληρωτικά για να μπορέσω να δω το είδος της σκληρότητας που είδα. Η υποβάθμιση, η ολοκληρωτική και απόλυτη διάλυση μιας κοινωνίας, και το να γνωρίζω τους ανθρώπους που ζουν σ’ αυτήν, να τους αγαπώ και να ξέρω τι πρέπει να υπομείνουν και εγώ η ίδια να γλιτώνω, μ’ εξοργίζει.
Έμαθα ότι δεν θέλω ν’ αυτολογοκρίνομαι. Έμαθα ότι όλοι πρέπει να πληρώσουμε ένα τίμημα. Όποιος θέλει να φέρει απελευθέρωση στον κόσμο πρέπει να είναι πρόθυμος να πληρώσει ένα τίμημα.
Έχω ένα φίλο που ζει στον βορά [της Γάζας]. Στην πραγματικότητα, ζούσε την πείνα στον βορά από νωρίς. Ήταν ένας νεαρός άνδρας από μια σχετικά εύπορη οικογένεια στη Γάζα, και είχε μόλις αρραβωνιαστεί. Ήταν μια μεγάλη οικογένεια και είχαν σπίτια στην ίδια περιοχή.
Όλα τα σπίτια τους καταστράφηκαν και το αυτοκίνητό του εξαφανίστηκε. Μέλη της οικογένειάς του σκοτώθηκαν. Φυσικά, καταλαβαίνετε, ο γάμος ακυρώθηκε, τα πάντα είχαν εξαφανιστεί. Αυτός ο άνθρωπος είναι περίπου 20 ετών και μου είπε: «Ξέρεις, η ελευθερία δεν είναι φθηνή». Δεν θα το ξεχάσω ποτέ αυτό. Μ’ έκανε να νιώσω τόσο ταπεινή. Αυτό το παιδί έχει τα μισά μου χρόνια και το είπε με τόση ψυχραιμία και πεποίθηση. Το πίστευε. Αυτό είναι το τίμημα που πληρώνουμε. Και θυμάμαι να σκέφτομαι, ότι πρέπει να πληρώσω κι εγώ ένα τίμημα. Και όποιο κι αν είναι το τίμημα, θα το πληρώσω.












