Τους υποσχέθηκα λοιπόν ότι θα προσπαθούσα να επιστρέψω, αλλά κανείς δεν με πίστεψε. Όταν εν τέλει επέστρεψα, ήταν μια ιδιαίτερη χαρά, και με γέμισε ελπίδα. Και τους είπα ότι θα προσπαθούσα να ενθέσω όλη την εμπειρία και τις αφηγήσεις σ’ ένα βιβλίο. Δουλέψαμε πάνω σ’ αυτό κι έγιναν άλλα οκτώ εργαστήρια. Υπήρχαν δάκρυα, αφηγήσεις ιστοριών, γέλια, άνθρωποι που τραγούδησαν τραγούδια, και ήταν πραγματικά ξεχωριστό. Οι ιστορίες τους εξελίχθηκαν στη διάρκεια αυτών των εργαστηρίων. Ήταν πραγματικά υπέροχο που το έζησα όλο αυτό και που τους γνώρισα.

Και μετά, το ίδιο το εκδοτικό ταξίδι έγινε μια αρκετά μεγάλη ιστορία. Αρχικά, θα το εκδίδαμε μόνοι μας από την «Palestine Writes» [«η Παλαιστίνη γράφει»], και στη συνέχεια το πουλήσαμε στη Simon & Schuster. Ήταν όλα γραμμένα στα αραβικά, και μπορώ να διαβάζω και να γράφω αραβικά, αλλά τα αραβικά μου δεν είναι αρκετά εξελιγμένα ώστε να γράψω λογοτεχνικά. Έτσι, ρώτησα τη φίλη μου, Χουζάμα Χαμπαγιέμπ, αν θα μπορούσε να συνεργαστεί μαζί τους απλά για να επεξεργαστεί κάπως τα κομμάτια. Το έκανε, και μετά τα μετέφρασα, και η Κέι Χάικινεν βοήθησε με τη σειρά της στη μετάφραση κάποιων απ’ αυτά. Έπειτα, πήραμε αυτή την απίστευτη προσφορά από την Simon & Schuster να εκδώσουμε μια δίγλωσση έκδοση, κάτι που σπάνια γίνεται εδώ στις ΗΠΑ, οπότε ήταν πραγματικά υπέροχο.

Εντυπωσιάστηκα από τις ιστορίες αυτού του βιβλίου, η καθεμιά τους με άγγιξε σε τόσο μεγάλο βάθος, και θέλησα να μιλήσω για τις ιστορίες αλλά και τους συγγραφείς. Έθετα τις ερωτήσεις μου με συγκριμένο τρόπο, κι αυτό θ’ ακουστεί κλισέ και κοινότοπο, αλλά στην πραγματικότητα όλες οι ερωτήσεις μου αφορούν τη δύναμη των ιστοριών, τόσο για τον αφηγητή όσο και για τον αναγνώστη.
MONDOWEISS: Ας ξεκινήσουμε μιλώντας για τους συγγραφείς και τους αφηγητές που συναντήσατε στη Γάζα. Δεν μιλήσατε μόνο με τους συγγραφείς στα εργαστήρια. Συναντήσατε επίσης γυναίκες στο νοσοκομείο που άρχισαν να μοιράζονται τις ιστορίες τους μαζί σας, κάτι που αναφέρετε στην εισαγωγή ως μια μορφή ιθαγενούς θεραπείας: γυναίκες που μοιράζονται τις ιστορίες τους και υποστηρίζουν η μία την άλλη. Μπορείτε να μας πείτε κάτι για την αλληλεπίδραση με αυτούς τους συγγραφείς και αφηγητές; Ποιά ήταν τα χαρακτηριστικά της διαδικασίας και τι πιστεύετε ότι αποκόμισαν από αυτήν;

Σ.Α. Αρχικά, λοιπόν, ζήτησα σ’ όλους να έρθουν στην επόμενη συνεδρία με οποιοδήποτε τύπο προσχεδίου – μην ανησυχείτε μήπως είναι άσχημα γραμμένο, απλώς γράψτε μια ιστορία. Και αυτό που κάναμε ήταν να διαβάσει ο καθένας αυτό που είχε γράψει. Κάποιες φορές ήταν πλήρως διαμορφωμένο. Και κάποιες φορές, ξέρετε, ήταν απλά σκέψεις. Και μετά γυρίζαμε στον κύκλο, καθένας σχολίαζε με κάποιον τρόπο την ιστορία κι εγώ ήμουν η τελευταία που κατέθετε κάποια σχόλια.
Με την πάροδο του χρόνου, καθώς οι ιστορίες εξελίσσονταν, εξελισσόταν και η κριτική τους. Στην αρχή όλες οι ιστορίες ήταν ίδιες. Ο καθένας και η καθεμία είχαν δει το σπίτι τους να κατεδαφίζεται. Καθένας και καθεμία είχαν χάσει μέλη της οικογένειάς τους. Καθένας και καθεμία ζούσε σε σκηνή. Όλοι πάλευαν με τα ίδια πράγματα. Απ’ αυτό το σημείο ξεκίνησαν τα εργαστήρια, όπου προσπαθήσαμε πραγματικά ν’ αναδείξουμε τα ζητήματα. 

Συζητήσαμε για το πώς να εστιάσουμε σε μια μόνη στιγμή και να επιτρέψουμε στον αναγνώστη να συμπεράνει ποια ήταν η μεγαλύτερη ιστορία πίσω απ’ την αφήγηση – ο αναγνώστης θα καταλάβει ότι βρίσκεστε σε μια σκηνή αν μιλήσετε για τοίχους που κυματίζουν, σωστά; Και ανταποκρίθηκαν πολύ όμορφα στην πρόκληση, όπως μπορείτε να δείτε. Οι ιστορίες είναι όλες μοναδικές, όπως είναι και αισθητηριακές. Αυτό ήταν το άλλο ζήτημα πάνω στο οποίο προσπαθήσαμε να δουλέψουμε.
Αρχικά έγραψα γι’ αυτούς τους κύκλους αφήγησης και πώς οι γυναίκες έκλαιγαν αφού τις παρότρυνα. Δέχτηκα όλη αυτή την κριτική από δυτικές γυναίκες που ουσιαστικά έλεγαν ότι δεν είσαι επαγγελματίας ψυχολόγος, δεν πρέπει να το κάνεις αυτό, μπορεί να κάνεις μεγαλύτερη ζημιά, κ.λπ. 

Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό δυτικό πλαίσιο που δεν έχει καμία σχέση με τις πραγματικότητες που βιώνουν άλλοι άνθρωποι, αυτή η ιδέα ότι το μόνο άτομο που μπορεί να σε βοηθήσει να θεραπευτείς είναι ένας εκπαιδευμένος επαγγελματίας σ’ ένα περιβάλλον γραφείου. Σαν να μην έχουμε τις δικές μας παραδόσεις, εκατοντάδων ετών. Γι’ αυτό θέλησα να γίνει κατανοητό ότι αυτοί είναι ιθαγενείς κύκλοι θεραπείας.
Όταν συζητούσα αρχικά με γυναίκες στο νοσοκομείο, ήταν γυναίκες που ανάρρωναν, αλλά ήταν με τα μωρά τους, με τα παιδιά τους. Επρόκειτο γι’ ανάρρωση από ένα σοβαρό σωματικό τραύμα, αλλά κάποιες απ’ αυτές υπέφεραν και από σοβαρό ψυχολογικό τραύμα. 
Οι περισσότερες απ’ αυτές είχαν ανασυρθεί από τα ερείπια, είχαν βομβαρδιστεί ή είχαν βρεθεί κοντά σε βομβαρδισμό, και μου αφηγούνταν τις ιστορίες τους με απόλυτα αποστασιοποιημένο τρόπο, όπως «καταλαβαίνετε, «το σπίτι μας χτυπήθηκε και μετά με ανέσυραν από κάτω απ’ τα ερείπια».