Τα σφιγμένα χαμόγελα και οι ψυχρές χειραψίες που αντάλλαξαν Μέι και Γιουνκέρ κατά την έναρξη των πρόσφατων συνομιλιών στις Βρυξέλες, με στόχο να αρθεί το αδιέξοδο, είναι ενδεικτική του κλίματος που επικρατεί ανάμεσα στις δύο πλευρές. Είχε προηγηθεί η “δηλητηριώδης” δήλωση του προέδρου του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου, Ντόναλντ Τουσκ, μια μέρα πριν τη νέα επίσκεψη της πρωθυπουργού της Βρετανίας, ο οποίος αναρωτήθηκε «πώς μοιάζει αυτό το ξεχωριστό μέρος στην κόλαση, που προορίζεται για αυτούς που προώθησαν το Brexit χωρίς ίχνος σχεδίου για το πώς να πραγματοποιηθεί με ασφάλεια». Η δήλωση αυτή όπως είναι φυσικό ξεσήκωσε έντονες αντιδράσεις από τη μεριά της βρετανικής κυβέρνησης και υποδαύλισε παράλληλα τις αντιθέσεις μεταξύ των υποστηρικτών του Brexit και των αντιπάλων του, με τη μια ή την άλλη μορφή. Η επικεφαλής της ομάδας των Τόρις στην Βουλή των Κοινοτήτων δήλωσε στο BBC ότι ο Ντ. Τούσκ “δεν έχει τρόπους” και θα πρέπει να απολογηθεί για τα σχόλιά του, τα οποία χαρακτήρισε “απαράδεκτα” και “μοχθηρά”. Σκληρή ήταν η απάντηση του Δημοκρατικού Ενωτικού Κόμματος της Β. Ιρλανδίας (DUP), που στηρίζει την κυβέρνηση Μέι, το οποίο, δια του εκπροσώπου του για το Brexit, υποστήριξε ότι ο Ντ. Τουσκ είναι για μία ακόμη φορά περιφρονητικός απέναντι στην απόφαση του βρετανικού λαού, ενώ τον χαρακτήρισε “διαβολικό ευρω-μανιακό” που προσπαθεί να κρατήσει τη χώρα “δεμένη στις αλυσίδες του ελέγχου και της γραφειοκρατίας της ΕΕ”. Από την αντίπερα όχθη των αντιπάλων του Brexit, η πρόεδρος του κόμματος Σιν Φέιν της Β. Ιρλανδίας υποστήριξε τα σχόλια του Ντ. Τουσκ και απέρριψε τους ισχυρισμούς ότι θα οδηγήσουν σε σκλήρυνση της στάσης των υποστηρικτών του Brexit, καθώς είναι ήδη η σκληρότερη όλων. Επίσης, ο εκπρόσωπος τύπου για θέματα εξωτερικής πολιτικής του Εθνικού Κόμματος Σκωτίας είπε ότι “ο πρόεδρος του Συμβουλίου περιγράφει επακριβώς το πρόβλημα” και ότι “οι τσαρλατάνοι που καθοδήγησαν την εκστρατεία του Leave(σ.σ. φεύγουμε) δεν είχαν καν την ευθιξία να παρουσιάσουν τα σχέδιά τους πριν από την ψηφοφορία, η οποία οδήγησε στην αβεβαιότητα και την καταστροφή που αντιμετωπίζουμε τώρα” , πιστοποιώντας την έντονη πολιτική και εθνική πόλωση που επικρατεί στο Ηνωμένο Βασίλειο. Μία πόλωση που υποσκάπτει τα θεμέλια της ενότητάς του. Οι συζητήσεις μεταξύ της Μέι και του Γιουνκέρ χαρακτηρίστηκαν άκαρπες. Απουσία συγκεκριμένης προόδου, συμφώνησαν ότι οι ομάδες τους “θα πρέπει να συζητήσουν για να εξακριβώσουν εάν είναι δυνατή η εξεύρεση λύσης που θα εξασφάλισε την υποστήριξη” της πλειοψηφίας της Βουλής των Κοινοτήτων, αλλά και θα τηρούσε τους όρους που έχουν καθορίσει τα 27 μέλη της Ένωσης. Μία νέα συνάντηση ανάμεσα στον Γιούνκερ και την Μέι θα πραγματοποιηθεί πριν από το τέλος του Φεβρουαρίου και γι’ αυτό η Μέι ανέβαλε εκ νέου τη ψηφοφορία στη Βουλή των Κοινοτήτων, για τη συμφωνία για το Brexit. Στο πλαίσιο της συνέχισης των συζητήσεων ο επικεφαλής διαπραγματευτής της ΕΕ, Μισέλ Μπαρνιέ, θα συναντηθεί άμεσα με τον Βρετανό υπουργό αρμόδιο για το Brexit, Στιβ Μπάρκλεϊ. Η αποστολή της Τερέζα Μέι ήταν δύσκολη, το είχε άλλωστε παραδεχθεί και η ίδια, αφού η ηγεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης προειδοποιεί συνεχώς ότι η συμφωνία που οι «27» και η βρετανική κυβέρνηση υπέγραψαν στο τέλος του Νοεμβρίου δεν είναι ανοικτή για διαπραγμάτευση. Το μόνο σημείο για το οποίο οι Ευρωπαίοι είναι διατεθειμένοι για τροποποιήσεις είναι η πολιτική διακήρυξη που συνοδεύει τη συμφωνία αποχώρησης. Τελικά, οι δύο πλευρές παρέμειναν αμετακίνητες στις θέσεις τους. Ωστόσο, όλοι επαναλαμβάνουν ότι θέλουν να αποφύγουν το επίφοβο σενάριο ενός Brexit άνευ συμφωνίας την 29η Μαρτίου. Η Τερέζα Μέι επανέλαβε ότι επιδιώκει “μία νομικά δεσμευτική τροποποίηση της ρύθμισης του back­stop” για να δεχθεί την απάντηση του προέδρου της Κομισιόν ότι “οι 27 δεν θα ανοίξουν σε νέες διαπραγματεύσεις τη συμφωνία του Brexit, το οποίο αποτελεί προϊόν ενός ισορροπημένου συμβιβασμού, για την επίτευξη του οποίου οι δύο πλευρές προχώρησαν σε σημαντικές υποχωρήσεις”. Η Τερέζα Μέι χρησιμοποιεί το επιχείρημα ότι η Βουλή των Κοινοτήτων τάσσεται υπέρ της τροποποίησης του backstop, ενώ ο Γιούνκερ υπενθυμίζει ότι οποιοδήποτε νέο κείμενο πρέπει να γίνει αποδεκτό από τους 27 και από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το οποίο είναι πολύ προσηλωμένο στη διαφύλαξη του ιρλανδικού συνοριακού καθεστώτος. Είχε προηγηθεί μια μέρα πριν η επίσκεψη του πρωθυπουργού της Ιρλανδίας, Λίο Βαράντκαρ, στις Βρυξέλλες. Δίχτυ Ασφαλείας Η ρύθμιση του backstop (“δίχτυ ασφαλείας”) περιλήφθηκε στη συμφωνία ως ύστατη λύση για την αποφυγή της επαναφοράς ενός “σκληρού συνόρου” ανάμεσα στη δημοκρατία της Ιρλανδίας και τη Βόρεια Ιρλανδία. Η ρύθμιση προβλέπει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο θα παραμείνει στην τελωνειακή ένωση με την Ευρωπαϊκή Ένωση και η επαρχία της Βόρειας Ιρλανδίας στην ενιαία αγορά για τα προϊόντα, ώστε να αποφευχθούν οι τελωνειακοί έλεγχοι και οι περιορισμοί στη μετακίνηση προϊόντων και ανθρώπων, εάν δεν βρεθεί καμία άλλη λύση κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για τη μελλοντική σχέση του Λονδίνου με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η απόφαση αυτή ξεσήκωσε έντονες αντιδράσεις στο εσωτερικό των Τόρις που μιλούν για “διχοτόμηση” της χώρας, με αποτέλεσμα να απορριφθεί η συμφωνία στη Βουλή των Κοινοτήτων. Μάλιστα, η πρόσφατη δήλωση της Μέι ότι θέλει να αλλάξει, αλλά όχι να αντικαταστήσει το back­stop, ξύπνησε για μία ακόμη φορά τα ευαίσθητα αντανακλαστικά των σκληροπυρηνικών υποστηρικτών του Brexit, οι οποίοι έσπευσαν να “διαβάσουν” πίσω από τα λεγόμενά της ένα πισωγύρισμα σε όσα τους υποσχέθηκε στο Plan B’, προκειμένου να πάρει το “πράσινο φως” για να επαναδιαπραγματευτεί με τους Ευρωπαίους ηγέτες τη συμφωνία αποχώρησης. Σύμφωνα με την Ντάουνινγκ Στριτ, τρεις εναλλακτικές είναι ανοικτές για το backstop: χρονικό όριο, μονομερής έξοδος αποφασισμένη από το Ηνωμένο Βασίλειο ή σχέδιο που προτείνεται από βουλευτές και βασίζεται στη χρήση «τεχνολογιών» για τους τελωνειακούς ελέγχους, κατά το πρότυπο των συνόρων Νορβηγίας – Σουηδίας, Οι Βρυξέλλες έχουν απορρίψει ήδη στο παρελθόν τις δύο πρώτες εναλλακτικές και διατηρούν ισχυρές αμφιβολίες για τη δυνατότητα υλοποίησης του τρίτου σεναρίου. Το backstop αποτελεί ένα πολύ ευαίσθητο θέμα γιατί, εκτός από ζητήματα ενιαίας αγοράς, σχετίζεται με τη διαφύλαξη της Ειρηνευτικής Συμφωνίας του 1998 (Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής) για τη Βόρεια Ιρλανδία. Επιστολή Κόρμπιν με όρους για τη “διευκόλυνση” του Brexit. Στην άλλη πλευρά της Μάγχης, ο ηγέτης του Εργατικού Κόμματος Τζ. Κόρπιν με επιστολή που απέστειλε στη Μέι, μια μέρα πριν εκείνη μεταβεί στις Βρυξέλες, τόνισε πως θα μπορούσε να υποστηρίξει μια συμφωνία αν η Βρετανίδα πρωθυπουργός δεσμευτεί να επιδιώξει στενές σχέσεις με την ΕΕ μετά την αποχώρηση της Βρετανίας. Ο Κόρμπιν, απογοητεύοντας αυτούς που υποστηρίζουν τη διεξαγωγή ενός δεύτερου δημοψηφίσματος, ανοίγοντας εσωτερικό μέτωπο στο κόμμα του, παρουσίασε πέντε αιτήματα, με νομικά δεσμευτική ισχύ, που, όπως ισχυρίζεται, εάν εφαρμόσει η κυβέρνηση, θα ενώσουν τη χώρα και θα λάβει την υποστήριξη της αξιωματικής αντιπολίτευσης στη συμφωνία αποχώρησης. Τα αιτήματα που θέτει ο Κόρμπιν αφορούν: μία μόνιμη τελωνειακή ένωση ανάμεσα στο Ηνωμένο Βασίλειο και την ΕΕ, στην οποία η Βρετανία θα έχει λόγο σε μελλοντικές εμπορικές συμφωνίες, στενή ευθυγράμμιση με την ενιαία αγορά και ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τα δικαιώματα και την προστασία των εργαζομένων στην αγορά εργασίας, συνεχή συμμετοχή σε ευρωπαϊκές υπηρεσίες και χρηματοδοτικά προγράμματα, συνεχή συμμετοχή σε ευρωπαϊκά προγράμματα ασφάλειας, συμπεριλαμβανομένου του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης. Ο Κόρμπιν επισημαίνει στην επιστολή του ότι οι συγκεκριμένες προτεραιότητες θα πρέπει να ενσωματωθούν στην πολιτική διακήρυξη για τις μελλοντικές σχέσεις με την ΕΕ και να κατοχυρωθούν στη βρετανική νομοθεσία, έτσι ώστε κάποιος μελλοντικός ηγέτης των Συντηρητικών να μην μπορεί να τα αλλάξει μετά το Brexit. Επισημαίνει, εξάλλου, ότι οι αλλαγές στο backstop δεν αρκούν για να κερδίσει την υποστήριξη του κόμματός του. Τα μέσα ενημέρωσης σχολιάζουν ότι οι συγκεκριμένες προτάσεις αποτελούν “μία εκλεπτυσμένη παρέμβαση” από τους Εργατικούς και μπορούν να βρουν υποστηρικτές και σε όσους θέλουν ένα πιο ήπιο Brexit, ακόμη και στο κόμμα των Συντηρητικών. Έντονες αντιδράσεις με κατηγορίες για προσχώρηση στο στρατόπεδο του Brexit Η επιστολή Κόρμπιν, όπως ήταν φυσικό, δεν έμεινε ασχολίαστη από τη μεριά της κυβέρνησης και ξεσήκωσε έντονες αντιδράσεις στο στρατόπεδο των υποστηρικτών ενός δεύτερου δημοψηφίσματος. Εκπρόσωπος της πρωθυπουργού δήλωσε οτι “Θα απαντήσουμε όταν έρθει η ώρα. Οι θέσεις μας για πολλά από τα θέματα της επιστολής είναι γνωστές. Η θέση μας για το backstop δεν έχει αλλάξει”. Ο υπουργός παρά τω πρωθυπουργώ, Ντέιβιντ Λίντινγκτον, μιλώντας στο BBC Radio 4, δήλωσε ότι η κυβέρνηση ευχαρίστως θα συζητούσε με τους Εργατικούς για τα σχέδιά τους στο Brexit, αλλά οι προτάσεις είναι “ευσεβείς πόθοι”. Στο Εργατικό κόμμα, ξεσηκώθηκε “θύελλα” αντιδράσεων από τους βουλευτές του Remain, που υποστηρίζουν τη διεξαγωγή δεύτερου δημοψηφίσματος. Ο βουλευτής των Εργατικών και από τους βασικούς υποστηρικτές της καμπάνιας People’s Vote, Τσούκα Ουμούνα,δήλωσε για την κίνηση του Κόρμπιν ότι αυτό δεν αποτελεί αντιπολίτευση, αντίθετα διευκολύνει το Brexit. Για να εκτονώσει τις αντιδράσεις ο αρμόδιος των Εργατικών για το Brexit, Μάθιου Πένικουκ, δήλωσε ότι εάν η Μέι δεν αποδεχτεί πλήρως τις προτάσεις, το κόμμα των Εργατικών θα πρέπει υποστηρίξει ένα δεύτερο δημοψήφισμα. Αλλά και το κόμμα των Φιλελεύθερων Δημοκρατών, που επίσης υποστηρίζει τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος, άσκησε κριτική στις προτάσεις του επικεφαλής των Εργατικών. “Ο Τζέρεμι Κόρμπιν γύρισε την πλάτη του σε εκατομμύρια μέλη και ψηφοφόρους του κόμματος που ζητούν ένα καλύτερο μέλλον από ένα Brexit των Τόρις. Επέλεξε να ξεχάσει ότι το συνέδριο των Εργατικών ψήφισε να γίνει καμπάνια για δημοψήφισμα, εάν δεν εξασφαλίσει γενικές εκλογές”, είπε ο υπεύθυνος του κόμματος για το Brexit. Ο επικεφαλής του Εθνικού Κόμματος Σκωτίας στο Κοινοβούλιο

σε ανακοίνωσή του χαρακτηρίζει υποκριτική την προσπάθεια του ηγέτη των Εργατικών και λέει: “Η επιβεβαίωση του Κόρμπιν να στηρίξει την καταστροφική συμφωνία της Μέι για το Brexit είναι σοβαρό χτύπημα στις επιχειρήσεις, στους εργαζόμενους και στο λαό της Βρετανίας, που σωστά ανησυχούν για τις επιπτώσεις της αποχώρησης”.