Πολλά είναι τα στοιχεία που ανέδειξε η επέμβαση ΗΠΑ-Ισραήλ στο Ιράν και η σθεναρή Ιρανική αντίσταση που ανέτρεψε τους σχεδιασμούς τους.
Ένα από αυτά, που ήταν σε ένα βαθμό γνωστό, είναι ότι η Μέση Ανατολή -όλα σχεδόν τα κράτη της- είναι γεμάτη από αμερικανικές βάσεις, που θα παρείχαν, υποτίθεται, εγγυήσεις ασφάλειας στα καθεστώτα των χωρών αυτών.
Προκύπτει εδώ κατ’ αρχάς η υποτέλεια των κρατών αυτών, που όταν σφαγιάζονται γειτονικοί, αδελφοί, αραβικοί ή άλλοι λαοί, αυτά δίνουν το χερσαίο, τον εναέριο και το θαλάσσιο χώρο τους για τις επεμβάσεις και τις σφαγές των ιμπεριαλιστών. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Ιορδανίας, που γειτονεύει με τη Δυτική Όχθη και το μισό του πληθυσμού της είναι Παλαιστίνιοι, όπου το Χασεμίτικο Ιορδανικό Βασίλειο έχει παραχωρήσει δεκάδες στρατιωτικές εγκαταστάσεις στους Αμερικάνους.
Εκείνο όμως που προέκυψε με τον πρόσφατο πόλεμο είναι ότι το Ιράν, πλήττοντας δικαιολογημένα όλες αυτές τις αμερικάνικες βάσεις, κατέστησε διάτρητη την ομπρέλα ασφαλείας των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή. Τα κράτη του Κόλπου διαπίστωσαν ότι βρέθηκαν έρμαια των ιρανικών επιθέσεων-αντιποίνων για ενέργειες του «προστάτη» τους, ότι ο «προστάτης» στον οποίο βασίστηκαν έγινε η πηγή κινδύνου και ότι, όταν ο πραγματικός πόλεμος χτύπησε την πόρτα τους, αυτό το δίχτυ ασφαλείας αποδείχθηκε μια ψευδαίσθηση. Αντί να προστατευτούν, παρακολουθούσαν τις αμερικανικές δυνάμεις να σπεύδουν για να σώσουν το τομάρι τους, αποσύροντας στρατεύματα από κομβικές βάσεις της Μέσης Ανατολής, ενώ έσυραν ολόκληρη τη γειτονιά βαθύτερα στα διασταυρούμενα πυρά.
Μάλιστα, μετά από αυτά τα ιρανικά πλήγματα, εξετάζεται από το Πεντάγωνο μια στρατηγική αναδιάταξης δυνάμεων, λόγω της τρωτότητας των σταθερών βάσεων από τους ιρανικούς πυραύλους, με ενδεχόμενο την εγκατάλειψη της λογικής των τεράστιων, σταθερών βάσεων στον Κόλπο. Το πλάνο περιλαμβάνει τη μόνιμη μεταφορά δυνάμεων δυτικότερα, συγκεκριμένα προς την Ιορδανία, το Ισραήλ και τη δυτική ακτή της Σαουδικής Αραβίας (Ερυθρά Θάλασσα), όπου τα συστήματα αεράμυνας έχουν μεγαλύτερο χρόνο αντίδρασης.
Η φύση, πολύ δε περισσότερο η γεωπολιτική, απεχθάνεται το κενό. Έτσι, η εξασθένηση των θέσεων του παντοδύναμου κάποτε αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, που επιβεβαιώθηκε και στον πόλεμο στο Ιράν, παρά τις τραμπικές κραυγές και παλινδρομήσεις, δημιουργεί το εύφορο έδαφος για την εμφάνιση στο προσκήνιο νέων περιφερειακών δυνάμεων, διαμόρφωσης νέων συμμαχιών και συμφώνων. Χώρες της περιοχής βλέπουν ότι δεν μπορούν πλέον να βασίζονται αποκλειστικά στις εγγυήσεις ασφαλείας των ΗΠΑ, ακόμη και αν μια συμμαχία με τις ΗΠΑ είναι απίθανο να καταρρεύσει στο εγγύς μέλλον.
Έτσι, στην ιερή πόλη της Μέκκας η Σαουδική Αραβία, το Πακιστάν και η Τουρκία υπέγραψαν μια σημαντική συμφωνία, που ήδη έχει κεντρίσει το ενδιαφέρον της παγκόσμιας κοινής γνώμης. Αυτή η τριάδα φέρνει κοντά μια χώρα πλούσια σε πετρέλαιο (Σαουδική Αραβία), μια πυρηνική δύναμη (Πακιστάν) καθώς και το δεύτερο μεγαλύτερο στρατό του ΝΑΤΟ και μια ταχέως αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία (Τουρκία). Μάλιστα λέγεται ότι καταβλήθηκε η προσπάθεια να συμμετάσχει στη Συμφωνία αυτή και η Αίγυπτος.
Για την Ουάσιγκτον, το μήνυμα από τη Μέκκα είναι ένα πικρό χάπι, παρά το γεγονός ότι ο Αμερικανός Πρόεδρος Ντ. Τραμπ, χαιρέτισε με «ικανοποίηση» τη Συμφωνία και δήλωσε «πολύ ευτυχής». Η αλήθεια φαίνεται ότι εκφράστηκε από τον Ισραηλινό υπουργό Διασποράς, Αμιχάι Τσίκλι, που χαρακτήρισε τη Συμφωνία «πολύ, πολύ κακή για το Ισραήλ» με πιθανές «σοβαρές συνέπειες». Το International Institute for Strategic Studies (IISS – Διεθνές Ινστιτούτο Στρατηγικών Σπουδών) χαρακτήρισε τη Συμφωνία σαν «άλλο ένα καρφί στο φέρετρο της προσπάθειας της Ουάσιγκτον να οικοδομήσει μια αρχιτεκτονική περιφερειακής ασφάλειας». Το Πεκίνο φαίνεται να μελετά προσεκτικά τη Συμφωνία που την βλέπει «ως μια διαχειρίσιμη περιφερειακή απάντηση στις εντάσεις και τις πολυπολικές τάσεις ΗΠΑ – Ιράν και όχι ως μια αντι-κινεζική εξέλιξη».
Ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Αραγτσί, δεν φάνηκε ιδιαίτερα αναστατωμένος από τη Συμφωνία, ενώ ο υφυπουργός του, Εσμαήλ Μπαγκαεΐ, είπε ότι δεν τη θεωρεί απειλή και ότι «οι χώρες της περιοχής αντιλήφθηκαν ότι η ασφάλεια δεν είναι εμπόρευμα που προμηθεύεσαι από ψεύτες μεσάζοντες».
Επιφυλακτικότητα εκφράστηκε από χώρες της Δύσης και από ορισμένες άλλες μη μουσουλμανικές χώρες, σχετικά με την πρώτη εμφάνιση τέτοιων διατάξεων συλλογικής άμυνας στον ισλαμικό κόσμο. Ορισμένα δυτικά και άλλα μέσα ενημέρωσης δεν έχασαν χρόνο να μιλήσουν για ένα «σουνιτικό ΝΑΤΟ», αναφερόμενα στο άρθρο 5 της Συνθήκης του ΝΑΤΟ περί συλλογικής άμυνας, δεδομένου ότι η τριμερής Συμφωνία, μεταξύ άλλων, προβλέπει ότι «κάθε ένοπλη εξωτερική επίθεση εναντίον ενός εκ των τριών κρατών θεωρείται επίθεση εναντίον όλων». Σε τέτοια περίπτωση, τα συμβαλλόμενα μέρη θα συνδράμουν το κράτος που δέχεται επίθεση μόλις υποβάλει σχετικό αίτημα. Σε αυτή βέβαια τη φάση η Συμφωνία παραμένει ένα πλαίσιο πολιτικής πρόθεσης, καθώς δεν διαθέτει τις ολοκληρωμένες δομές στρατιωτικής διοίκησης. Έτσι η διάταξη αυτή δεν εφαρμόστηκε στην περίπτωση που ένα μέλος της Συμφωνίας αυτής, η Σαουδική Αραβία, δέχτηκε επίθεση από τους Χούθι της Υεμένης.
Στην Κωνσταντινούπολη όμως συγκλήθηκε πρόσφατα για πρώτη φορά, η λεγόμενη Στρατηγική Επιτροπή Πολιτικής και Άμυνας των τριών χωρών (Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας, Πακιστάν) που υπέγραψαν τη Συμφωνία της Μέκκας.
Δηλώνεται μάλιστα από πλευράς των εταίρων της Συμφωνίας ότι είναι ανοιχτό το ενδεχόμενο διεύρυνσής της με άλλες «αδελφές» και περιφερειακές χώρες, με 7 μουσουλμανικές χώρες να έχουν εκδηλώσει το ενδιαφέρον τους για ένταξή τους στο νέο «αμυντικό σύμφωνο».
Με τη συμμετοχή του Πακιστάν, η Συμφωνία αποκτά και μια πυρηνική διάσταση που θα ωθήσει την κούρσα εξοπλισμών και θα δώσει, μετά το Ιράν, έναν ακόμη στόχο στο Ισραήλ, το οποίο εκλαμβάνει ως υπαρξιακή απειλή την απόκτηση πυρηνικού όπλου από χώρες της περιοχής με τις οποίες βρίσκεται σε στρατηγική αντιπαράθεση.
Μέσα από τη Συμφωνία αυτή εμπεδώνεται ο ρόλος της Τουρκίας σαν μιας ισχυρής περιφερειακής δύναμης. Με την ανάπτυξη βάσεων στο Κατάρ, στο Σουδάν, στη Σομαλία και στη Λιβύη, με τη συμμαχία τώρα με τη Σ. Αραβία, αναδεικνύεται σε βασικό αρχιτέκτονα ασφάλειας στον ισλαμικό κόσμο και στο Κέρας της Αφρικής. Αναβαθμίζει και εδραιώνει αυτή τη σημαντική οικονομικο-στρατιωτικο-πολιτική περιφερειακή παρουσία της. Κατακτά μεγαλύτερους βαθμούς αυτονομίας από τις ΗΠΑ, επιδιώκει τη χαλιναγώγηση του ανεξέλεγκτου Ισραήλ, ενισχύει την αντιπαλότητα μαζί του και καθιστά δύσκολη την προσπάθεια των ΗΠΑ να επεκτείνουν στην περιοχή τις «Συμφωνίες του Αβραάμ». Θέλει να αναδειχθεί σε κύριο, αν όχι μοναδικό, κόμβο διασύνδεσης της Ανατολής με την Ευρώπη κι έτσι είναι εχθρική σε κάθε σχέδιο το οποίο την παρακάμπτει, όπως είναι ο Διάδρομος IMEC (Ινδίας, Μέσης Ανατολής, Ευρώπης), για τον οποίο ενδιαφέρεται το Ισραήλ. Εξασφαλίζει νέες αγορές για την ανθηρή εξοπλιστική της βιομηχανία, δίκτυα ανταλλαγής πληροφοριών και εκπαίδευσης, ενώ ενισχύει τη φήμη της ως εταίρος ασφαλείας.
Η Συμφωνία της Μέκκας, μαζί με άλλες συγκλίσεις και Συμφωνίες (BRICS, Οργανισμός Σαγκάης κλπ) επανασχεδιάζει τον περιφερειακό χάρτη -και τον παγκόσμιο- αναδιατάσσει περιφερειακές ισορροπίες και συμμαχίες στη φλεγόμενη περιοχή της ευρύτερης Μέσης Ανατολής, αναδεικνύει μια πολυπολική Μέση Ανατολή κι έναν ανάλογο κόσμο, με ισχυρούς ανταγωνιστές των ΗΠΑ (Κίνα, Ρωσία) και προστίθεται στο σφοδρό ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό τους, που τον πληρώνουν οι λαοί.
Σε δύσκολη θέση βρίσκεται η Ελλάδα, η οποία βλέπει να έχει εγκατεστημένους πυραύλους «Patriot» στη Σαουδική Αραβία, σε μια σύμμαχο πλέον της Τουρκίας και σχεδιάζει πλέον τη μεταφορά τους από εκεί σε άλλο μέρος. Εκθέτει την κυβέρνηση και όλα τα αστικά κόμματα που ψήφισαν τη στρατιωτική συμφωνία Ελλάδας – Σαουδικής Αραβίας. Αμετανόητη πάντως η κυβέρνηση, συνεχίζει την εμπλοκή της στη φλεγόμενη περιοχή της Μέσης Ανατολής και ετοιμάζεται να στείλει ελικόπτερα «Απάτσι» στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, στα πλαίσια της συμφωνίας που πάλι όλοι μαζί ψήφισαν. Πού να βρουν λοιπόν όλοι αυτοί, μαζί και ο Τσίπρας, να πουν λέξη για όλα αυτά;
Οι εξελίξεις αυτές αφορούν ιδιαίτερα τη χώρα μας, που μέσα από ένα ρεσιτάλ υποτέλειας όλου του αστικού πολιτικού προσωπικού της, έχει διαθέσει γη, αέρα και θάλασσα για την εγκατάσταση ενός τεραστίου δικτύου αμερικάνικων βάσεων, από τη Σούδα μέχρι την Αλεξανδρούπολη, που -όπως απέδειξε και η εμπειρία στη Μέση Ανατολή- δεν συνιστούν καμιά εγγύηση ασφαλείας, όπως εμετικά και δουλικά αστοί πολιτικοί, αναλυτές και ΜΜΕ νυχθημερόν παπαγαλίζουν. Απεναντίας την εμπλέκουν πιο βαθιά στη φωτιά του πολέμου και την καθιστούν στόχο αντιποίνων. Για τους ιμπεριαλιστές ισχύει η κυνική ρήση του λόρδου Πάλμερστον: «Δεν έχουμε μόνιμους συμμάχους, δεν έχουμε μόνιμους εχθρούς, έχουμε μόνο μόνιμα συμφέροντα». Και οι λαοί έχουν πικρή εμπειρία από τέτοιες συμπεριφορές των εκάστοτε ισχυρών της γης (Μικρασιατική καταστροφή, Κύπρος, Κούρδοι κλπ).












