Πριν από περίπου δύο εβδομάδες, το ΣτΕ συνεδρίασε με θέμα τις αδειοδοτήσεις λειτουργίας τριών εκ των επτά παραρτημάτων ξένων πανεπιστημίων που έχουν συσταθεί τον τελευταίο χρόνο, σε πλήρη ευθυγράμμιση με τον κυβερνητικό νόμο για την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων. Η απόφαση του ΣτΕ αποκαλυπτική, καθώς αναφέρει χαρακτηριστικά ότι τα εν λόγω παραρτήματα χαρακτηρίζονται από «σοβαρές κτηριακές ελλείψεις και παραλείψεις», ενώ τα προγράμματα σπουδών τους «δεν τα είδε κανείς», και ταυτόχρονα «ολόκληρο το κανονιστικό πλαίσιο χαρακτηρίζεται από γενικότητα και αυτοαναφορικότητα μη δυνάμενη να αποτελέσει κανονιστική ρύθμιση».
Παράλληλα, διαπιστώθηκε σύνδεση μέλους της ειδικής επιτροπής αξιολόγησης με ενδιαφερόμενο εκπαιδευτικό φορέα. Το αποτέλεσμα ήταν να αφαιρεθούν οι άδειες λειτουργίας των συγκεκριμένων ιδρυμάτων, εκθέτοντας τόσο τους αντίστοιχους οργανισμούς που (υπό την αιγίδα της κυβέρνησης) τα αδειοδότησαν, όσο φυσικά και την ίδια την κυβέρνηση της ΝΔ, η οποία για μια ακόμα φορά φανερώνει τις βαθύτερες στοχεύσεις της. Η κυβέρνηση, μέσα από δηλώσεις στελεχών, επιχείρησε να αποποιηθεί οποιαδήποτε ανάμιξη στο περιστατικό από την πρώτη κιόλας στιγμή, δείχνοντας ως υπεύθυνες τις αρμόδιες αρχές, (έχοντας βέβαια εξασφαλίσει το ακαταδίωκτό τους με σχετική νομοθετική ρύθμιση). Ταυτόχρονα έσπευσε προκλητικά να καθησυχάσει τόσο τις οικογένειες των νέων που φοιτούν στα συγκεκριμένα πανεπιστήμια, όσο φυσικά και… τα ίδια τα πανεπιστήμια, ότι η ερχόμενη ακαδημαϊκή χρονιά δεν θα χαθεί.
Δεν πέρασαν λίγες ημέρες και η κυβέρνηση ανακοίνωσε τη χορήγηση εκ νέου αδειών σε δύο από τα τρία ιδρύματα. Πρόκειται για μια ακόμα σκανδαλώδη έκφραση της πλέον γνωστής αντιλαϊκής πολιτικής, η οποία φανερώνει βέβαια και πάλι το μέγεθος της διαφθοράς που ενυπάρχει μέσα στους κρατικούς θεσμούς, βυθίζοντας την κυβέρνηση όλο και βαθύτερα στο βούρκο των σκανδάλων. Είναι μνημειώδης και αξιοπρόσεκτη η ταχύτητα με την οποία η τελευταία επεδίωξε να διευθετήσει το «πρόβλημα» που της δημιούργησε το ΣτΕ, καθώς κατάφερε μέσα σε μερικές μόλις ημέρες να ελέγξει την κατάσταση και να αποφανθεί εκ νέου σχετικά με το ζήτημα της αδειοδότησης.
Την ίδια στιγμή, αξίζει να αναλογιστεί κανείς διαδικασίες και πιστοποιήσεις αντίστοιχης φύσης, που αφορούν στη δημόσια παιδεία, όπως είναι οι προσλήψεις/διορισμοί εκπαιδευτικών, η κρατική χρηματοδότηση προς τα αποσαθρωμένα δημόσια εκπαιδευτικά ιδρύματα ή η διερεύνηση περιστατικών βίας/αυθαιρεσίας μέσα στην εκπαίδευση, τι κυκεώνα αντιμετωπίζουν μέχρις ότου (και αν ποτέ) διεκπεραιωθούν.
Φυσικά, η κυβέρνηση και το αστικό πολιτικό σύστημα συνεχίζει στον ίδιο δρόμο της αντιεκπαιδευτικής πολιτικής, που τα τελευταία χρόνια επιχειρεί να καταργήσει την ισχύ του άρθρου 16 και να ιδρύσει ιδιωτικά πανεπιστήμια σε όλη την επικράτεια. Στο δρόμο αυτό είναι φυσικό και επόμενο να στέκεται στο πλευρό του ιδιωτικού κεφαλαίου πιστή προστάτιδα, διασφαλίζοντας την ομαλή και εύρυθμη ανάπτυξή του.
Ταυτόχρονα, τα δημόσια πανεπιστήμια χτυπιούνται ολομέτωπα, με τη μία αντιεκπαιδευτική διάταξη να διαδέχεται την άλλη, ενώ δεν έχει στεγνώσει ακόμα το μελάνι από τη διαγραφή 308.000 φοιτητών από τα δημόσια πανεπιστήμια τον περασμένο Ιανουάριο. Και οι διαγραφές αποτελούν -από κοινού με τα ιδιωτικά πανεπιστήμια- την κορυφή του παγόβουνου της αντιεκπαιδευτικής πολιτικής. Μιας πολιτικής που μεθοδευμένα και διεξοδικά ασκεί η κυβέρνηση τα τελευταία χρόνια συνεχίζοντας πιστά το έργο των προκατόχων της, ΣΥΡΙΖΑ, ΠΑΣΟΚ. Μιας πολιτικής που μέσα από μια σειρά νόμους και διατάξεις (ΕΒΕ, Τράπεζα Θεμάτων, αυστηροποίηση των σπουδών, θέσπιση ανώτατων ορίων φοίτησης κλπ) έχει οδηγήσει τη δημόσια παιδεία στην υποβάθμιση και τον κατακερματισμό, στρώνοντας το έδαφος για τη δημιουργία των ΝΠΠΕ.
Ταυτόχρονα, η καταστολή και ο αυταρχισμός αποτελούν πλέον συστατικά στοιχεία της πολιτικής αυτής, καθώς οι κλήσεις σε πειθαρχικές ακροάσεις και η οξυμένη καταστολή, καθώς επίσης και η ποινικοποίηση της πολιτικοσυνδικαλιστικής δράσης μεσουρανούν. Στον ίδιο δρόμο, η ΕΛ.Α.Σ. και ο Αλέξης Τσίπρας όχι μόνο δεν αντιπολιτεύονται (έστω και με αστικούς όρους) τα παραπάνω, αλλά σπεύδουν και αυτοί με τη σειρά τους να δώσουν τα δικά τους διαπιστευτήρια στην πλουτοκρατική ολιγαρχία και στα επενδυτικά κοράκια του τόπου, φανερώνοντας για μια ακόμα φορά πόσο πραγματικά διαφέρουν από τους κυβερνώντες.
Φυσικά, πλησιάζοντας προς τις εκλογές, τα κάλπικα διλήμματα θα αναδυθούν και για μια ακόμα φορά οι πολιτικοί αυτοί φορείς θα επιχειρήσουν να υφαρπάξουν τη λαϊκή ψήφο, ξεχνώντας την άγνοια και την εγκληματική αδιαφορία που επέδειξαν στο φτωχό και δοκιμαζόμενο λαό μας τα προηγούμενα 4 χρόνια.
Ο λαός και η νεολαία δεν έχουν τίποτε να περιμένουν από τις παραπάνω δυνάμεις. Ο αγώνας ενάντια στην αντιεκπαιδευτική πολιτική και στην αντιλαϊκή πολιτική συνολικά περνάει, πάνω από όλα, μέσα από το μαζικό εξωκοινοβουλευτικό αγώνα. Μόνο μέσα από τη συμμετοχή στις γενικές συνελεύσεις, τους φοιτητικούς συλλόγους, στη σχολή και στη δουλειά μπορούν να τεθούν τα θεμέλια και να δοθούν πραγματικά νικηφόροι αγώνες που θα διαδραματίσουν ουσιαστικές εξελίξεις για το λαό και τον τόπο.












