Στο τελευταίο φύλλο της «Προλεταριακής Σημαίας» (19-9-2026) δημοσιεύεται ένα άρθρο με τίτλο «Ένας αντιδραστικός επικίνδυνος ανταγωνισμός», που αναπτύσσει τις θέσεις του ΚΚΕ(μ-λ) για τον αντιδραστικό ανταγωνισμό των αστικών τάξεων Τουρκίας και Ελλάδας και το χαρακτήρα ενός ενδεχόμενου πολέμου ανάμεσα στις δυο χώρες. Ο επίλογος του άρθρου έχει υπότιτλο «Να χτυπήσουμε το δηλητήριο του εθνικισμού», όπου επιτίθεται στο ΚΚΕ γράφοντας ανάμεσα σε άλλα ότι «Η ηγεσία του ΚΚΕ, απ’ τη μεριά της, δίνει “αέρα” και συμβάλλει στο εθνικιστικό αφήγημα της αστικής τάξης, όταν μιλάει μονόπαντα για επιθετικότητα της αστικής τάξης της Τουρκίας» και ότι «Πρόκειται για κριτική στην αστική τάξη από τα δεξιά!». Κατακλείδα του άρθρου και του επίλογου, είναι ο αυθαίρετος, συκοφαντικός ισχυρισμός του άρθρου ότι «Με ανάλογο τρόπο στέκεται το Μ-Λ ΚΚΕ». Το οποίο υποτίθεται με βάση τα γραφόμενά τους «συμβάλλει στο εθνικιστικό αφήγημα της αστικής τάξης και κάνει κριτική στην αστική τάξη από τα δεξιά!». Ξεστομίζονται τέτοιες συκοφαντικές επιθέσεις με εντελώς αυθαίρετο τρόπο, χωρίς να παρατίθεται ούτε μια παράγραφος, ούτε μια λέξη από τα κείμενα και τις θέσεις του Μ-Λ ΚΚΕ για να στοιχειοθετήσουν τέτοιες βαριές κατηγορίες. Καινούργια ήθη ή παντελής αδυναμία να κάνουν μια έντιμη αντιπαράθεση;
Κατ’ αρχήν για τα ελληνοτουρκικά αυτός που «στέκεται με ανάλογο τρόπο με το ΚΚΕ» δεν είναι το Μ-Λ ΚΚΕ, αλλά το ΚΚΕ(μ-λ). Οι νεοτροτσκιστικές αντιλήψεις του ΚΚΕ που στη θέση των εξαρτημένων χωρών Ελλάδας και Τουρκίας βλέπουν δυο ιμπεριαλιστικές χώρες με επιθετικές βλέψεις, τους οδηγούν στην εκτίμηση ότι η ελληνοτουρκική αντιπαράθεση εντάσσεται σε έναν ευρύτερο ιμπεριαλιστικό πόλεμο που έχει ξεσπάσει ήδη, άδικο και αντιδραστικό. Αυτές οι εκτιμήσεις για τον πόλεμο στέκονται στον αντίποδα όσων υποστηρίζει το Μ-Λ ΚΚΕ. Αντίθετα μοιάζουν σαν δυο σταγόνες νερό με όσα υποστηρίζει το ΚΚΕ(μ-λ).
Το οποίο λοιδορεί και χλευάζει, όπως γράφει στο παραπάνω άρθρο, «το μοτίβο που πλασάρεται εδώ και δεκαετίες ότι η Τουρκία είναι επιθετική και η Ελλάδα αμύνεται». Και έχει βαλθεί να αντιστρέψει την πραγματικότητα και να αποδείξει ότι η Ελλάδα είναι επιθετική και η Τουρκία αμύνεται… Μόνο που για να «αποδείξουν» αυτό τον ισχυρισμό βρέθηκαν στην ανάγκη να ανατρέξουν ένα αιώνα πίσω, γράφοντας χαρακτηριστικά: «μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή, πραξικόπημα και τουρκική εισβολή και κατοχή τμήματος της Κύπρου – όλα ξεκίνησαν από αμιγώς επιθετικές ενέργειες της ελληνικής πλευράς. Οι… “αμυνόμενοι” βρέθηκαν… “επιτιθέμενοι”»! Έτσι γυρνώντας έναν αιώνα πίσω αποδεικνύουν υποτίθεται ποιος είναι ο αμυνόμενος και ποιος ο επιτιθέμενος σήμερα! Ποια σχέση έχει όμως η σημερινή πολιτική κατάσταση και οι συσχετισμοί δυνάμεων ανάμεσα στις δυο αστικές τάξεις που καθορίζουν τις επιθετικές διεκδικήσεις της μιας σε βάρος της άλλης, με την κατάσταση και τους συσχετισμούς που υπήρχαν το 1922; Δεν είναι εντελώς ανιστόρητο να επικαλείται κάποιος τι συνέβη πριν από ένα αιώνα για να στηρίξει τη σημερινή του πολιτική ανάλυση και κατεύθυνση;
Την περίοδο 1918-1922, η Οθωμανική Αυτοκρατορία βρισκόταν σε κατάσταση πλήρους αποσύνθεσης και εδαφικού διαμελισμού. Μετά τη συνθηκολόγηση του Μούδρου (1918) και την ήττα στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Κωνσταντινούπολη, τα Στενά και καίρια σημεία της επικράτειας της Τουρκίας βρίσκονταν υπό τη στρατιωτική κατοχή των ευρωπαίων ιμπεριαλιστών (Βρετανία, Γαλλία, Ιταλία). Η τουρκική κυβέρνηση αναγκάστηκε να υπογράψει τη Συνθήκη των Σεβρών το 1920 η οποία διέλυε την οθωμανική αυτοκρατορία. Η Ανατολική Θράκη και η περιοχή της Σμύρνης παραχωρούνταν στην Ελλάδα. Η υπόλοιπη Ανατολία χωριζόταν σε ζώνες επιρροής μεταξύ Γαλλίας και Ιταλίας, περιορίζοντας την τουρκική κυριαρχία μόνο σε ένα μικρό τμήμα της κεντρικής και βόρειας Μικράς Ασίας.
Αυτή ήταν η κατάσταση στην Τουρκία όταν εξαπέλυσε η άρχουσα τάξη της Ελλάδας με την εντολή των ευρωπαίων ιμπεριαλιστών την τυχοδιωκτική μικρασιατική εκστρατεία που κατέληξε σε καταστροφή, όταν συγκροτήθηκαν οι τουρκικές δυνάμεις με τον Κεμάλ και την εγκατέλειψαν τα ξένα αφεντικά της.
Ποια σχέση και ποια σύγκριση μπορεί να γίνει όμως ανάμεσα σε εκείνη την μισοδιαλυμένη Τουρκία με τη σημερινή; Σήμερα η Τουρκία είναι μια ισχυρή περιφερειακή δύναμη που ανήκει στους G20, δηλαδή στην ομάδα των 20 πιο ισχυρών κρατών του πλανήτη, η οικονομία της καταλαμβάνει τη 10η θέση στην παγκόσμια οικονομία με βάση την ισοτιμία αγοραστικής δύναμης και το ΑΕΠ της είναι επταπλάσιο από αυτό της Ελλάδας. Η γενική της δύναμη οικονομικά, πολιτικά, στρατιωτικά είναι κατά πολύ ισχυρότερη από αυτή της Ελλάδας και αυτός είναι ακριβώς ο βασικός παράγοντας που καθορίζει τις σχέσεις ανάμεσα στις αστικές τάξεις που ανταγωνίζονται. Το να θεωρεί κάποιος το φασιστικό πραξικόπημα στην Κύπρο το 1974 εφάμιλλο και συγκρίσιμο με δυο Αττίλες της Άγκυρας που στοίχισαν τη ζωή σε χιλιάδες ελληνοκύπριους και οδήγησαν στην κατοχή της μισής σχεδόν Κύπρου, αυτός εθελοτυφλεί και παραχαράσσει την πραγματικότητα. Το φασιστικό πραξικόπημα στην Κύπρο ήταν η αφορμή και το άλλοθι που επιζητούσε η Τουρκία για να εισβάλει στην Κύπρο με τις ευλογίες των ΗΠΑ και τις πλάτες της Σοβιετικής Ένωσης. Η πολιτικοστρατιωτική ήττα της άρχουσας τάξης της Ελλάδας τότε και η συνέχιση μέχρι σήμερα της τουρκικής κατοχής στο 40% του νησιού εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο ποιοι είναι οι συσχετισμοί δυνάμεων ανάμεσά τους. Και επειδή ακριβώς οι συσχετισμοί δυνάμεων είναι υπέρ της Άγκυρας δεκαετίες τώρα, έχουμε το casus belli, τη θεωρία της «γαλάζιας πατρίδας», τις «γκρίζες ζώνες των 132 νησίδων του Αιγαίου», τα «σύνορα της καρδιάς» του Ερντογάν και τις απροκάλυπτες απειλές του «θα έρθουμε μια νύχτα ξαφνικά»…
Όποιος αρνείται να δει αυτή την πραγματικότητα και να την καταγγείλει είναι αυτός που αφήνει το έδαφος ανοικτό για να οργιάσει ο εθνικισμός.
Απέναντι σε αυτή την κατάσταση η άρχουσα τάξη της Ελλάδας απαντά με μεγαλύτερη πρόσδεση και υποτέλεια στους ξένους προστάτες της, προσφέρει «γη και ύδωρ» ενεργώντας σαν πειθήνιο όργανο των αμερικάνων και ευρωπαίων ιμπεριαλιστών για την προώθηση των γενικότερων επιθετικών σχεδίων τους στη γύρο περιοχή, με την προσδοκία να αποσπάσει τη στήριξη και την εύνοιά τους απέναντι στην Τουρκία. Προσφέρει στους αμερικανοευρωπαίους ιμπεριαλιστές τεράστια ποσά για πολεμικούς εξοπλισμούς, αποσκοπώντας -εκτός των άλλων- να εξαγοράσει την «προστασία τους», ενώ παράλληλα καλλιεργεί στο εσωτερικό της χώρας το πνεύμα του εθνικισμού, την αντιδραστική ιδεολογία που αποσκοπεί να διεγείρει το μίσος του ενός λαού ενάντια στον άλλο. Η κυβερνητική πολιτική συμπληρώνεται με τυχοδιωκτικές «πρωτοβουλίες» για την αντιρρόπηση των τουρκικών πιέσεων, όπως είναι η «στρατηγική συμμαχία» με το κράτος-δήμιο του Παλαιστινιακού λαού, το Ισραήλ, που εμπλέκουν τη χώρα μας στους επικίνδυνους φιλοπόλεμους σχεδιασμούς των ΗΠΑ και του Ισραήλ στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή.
Η όξυνση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και των πολεμικών μετώπων στην περιοχή, ο ανταγωνισμός Τουρκίας – Ισραήλ που χτυπά «κόκκινο» και η ενεργή εμπλοκή της χώρας μας σε αυτό το πλέγμα αντιθέσεων και συγκρούσεων δημιουργεί μια επικίνδυνη κατάσταση με υπαρκτό τον κίνδυνο να συρθεί η χώρα μας σε επιθετικούς τυχοδιωκτισμούς.
Μπροστά σε αυτή την κατάσταση το Μ-Λ ΚΚΕ έχει ξεκαθαρίσει από καιρό τις θέσεις του για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις με τις αποφάσεις των κομματικών του σωμάτων και την αρθρογραφία του και παραθέτουμε ένα απόσπασμα από τη Συνδιάσκεψη του Μ-Λ ΚΚΕ (Μάης 22) για να γνωρίζει ο κόσμος τί πραγματικά υποστηρίζουμε:
«Οι λαοί της Ελλάδας και της Τουρκίας δεν έχουν τίποτε να χωρίσουν. Δεν έχουν τίποτε να κερδίσουν από την ένταση και τον ανταγωνισμό των κυρίαρχων τάξεων, από τον αντιδραστικό εθνικισμό και σοβινισμό που δηλητηριάζει τις σχέσεις των δυο λαών. Η ελληνοτουρκική φιλία, όμως, δεν οικοδομείται με τον κατευνασμό και την υποχωρητικότητα απέναντι στον τουρκικό επεκτατισμό και, πολύ περισσότερο, με την πειθήνια υπακοή στα ιμπεριαλιστικά προστάγματα.
Καταδικάζουμε κάθε παραβίαση ή πολεμική απειλή σε βάρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων και κάθε αλλαγή των συνόρων των δύο χωρών, υπερασπίζοντας την εδαφική ακεραιότητα της χώρας μας σε περίπτωση επίθεσης από την πλευρά της Τουρκίας και καταγγέλλοντας κάθε τυχοδιωκτική επίθεση που μπορεί να εκδηλωθεί από την πλευρά της Ελλάδας σε βάρος της κυριαρχίας της Τουρκίας.
Μόνο ο κοινός αγώνας των λαών Ελλάδας και Τουρκίας ενάντια στους κοινούς εχθρούς, τον ιμπεριαλισμό και τις ντόπιες ολιγαρχίες, ενάντια στην πολιτική της υποτέλειας και της υποταγής, ενάντια στη σοβινιστική και εθνικιστική υστερία των κυρίαρχων τάξεων, κόντρα στις αντιδραστικές συμμαχίες με τους Ισραηλινούς σιωνιστές και τους Αιγύπτιους πραξικοπηματίες, είναι σε θέση να οδηγήσει σε μία φιλειρηνική επίλυση των προβλημάτων, να συμβάλει στον αγώνα για την εθνική ανεξαρτησία, για την απαλλαγή από τα ιμπεριαλιστικά δεσμά, για το διώξιμο των αμερικάνικων βάσεων, για την έξοδο της Ελλάδας από το ΝΑΤΟ και την ΕΕ».
Αυτές είναι οι θέσεις του Μ-Λ ΚΚΕ που επαναλαμβάνονται σε όλα τα τελευταία κομματικά μας σώματα και στην αρθρογραφία μας. Απέναντι σε αυτές τις θέσεις όποιος θέλει να αντιπαρατεθεί και όχι να τις διαστρεβλώνει με συκοφαντικούς και γελοίους χαρακτηρισμούς ότι δήθεν το Μ-Λ ΚΚΕ «ασκεί κριτική στην άρχουσα τάξη από τα δεξιά! και συμβάλλει στο εθνικιστικό αφήγημα της αστικής τάξης».












