Οι εξελίξεις στο χώρο της κεντροαριστεράς το τελευταίο διάστημα αποκαλύπτουν τη βαθιά χρεοκοπία του χώρου αυτού, την έξω από αρχές πολιτική του και την ουσιαστική σύμπλευση με την κυβερνητική πολιτική και τα ασφυκτικά πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. ΕΛΑΣ, ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ κινούνται παράλληλα στις ίδιες ράγες, επιβεβαιώνοντας πως οι όποιες διαφοροποιήσεις τους είναι δευτερεύουσες. Το κύριο είναι η σύμπλευση στην ίδια αντιλαϊκή πολιτική την οποία όλα αυτά τα κόμματα εφάρμοσαν από κυβερνητικές θέσεις, η σύμπλευση βασικά με την αντιλαϊκή κυβερνητική πολιτική της σημερινής κυβέρνησης Μητσοτάκη.

Η στάση του Αλέξη Τσίπρα σε πρόσφατη τηλεοπτική του συνέντευξη υπήρξε αποκαλυπτική. Με μια αλαζονική τοποθέτηση του τύπου «ή εμείς ή κανείς», προσπάθησε να αυτοχριστεί ως η μόνη «υπεύθυνη δύναμη» στο χώρο, ενώ την ίδια στιγμή στελέχη της ΕΛΑΣ και ο ίδιος υποστηρίζουν πλέον απροκάλυπτα ότι «δεν υπάρχει δημοσιονομικός χώρος» για την επαναφορά της 13ης σύνταξης και του 13ου μισθού.

Όπως, άλλωστε, δήλωσε ο γραμματέας της ΕΛΑΣ Μίλτος Χατζηγιαννάκης πριν από μερικές εβδομάδες σε τηλεοπτική εκπομπή: «Λέμε ότι με τον δημοσιονομικό χώρο που υπάρχει αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει (η δυνατότητα για 13η σύνταξη), αλλά… επειδή θέλουμε να είμαστε απόλυτα προσεκτικοί και απόλυτα συνεπείς απέναντι στους Έλληνες φορολογούμενους, προσπαθούμε με τα μέτρα… να δημιουργήσουμε δημοσιονομικό χώρο και εκεί πραγματικά η πρώτη μας προτεραιότητα θα είναι να επανεξετάσουμε τη 13η σύνταξη». Ούτε, λοιπόν, κατά την ΕΛΑΣ υπάρχει δημοσιονομικός χώρος, αλλά -και να υπήρχε- η τοποθέτηση του γραμματέα της είναι ξεκάθαρη: δεν θα δοθεί σίγουρα η 13η σύνταξη αλλά θα… επαναξεταστεί αυτό το ενδεχόμενο.

Από τη μεριά του ο τομεάρχης Οικονομικών της ΕΛΑΣ, Φραγκίσκος Κουτεντάκης δήλωσε και αυτός «Σε αυτό το δεδομένο δημοσιονομικό χώρο και αυτό υποθέτω ότι είναι μία κοινή κατανόηση όλων των κομμάτων… πρέπει να κατανοούμε ότι υπάρχουν δεδομένα περιθώρια στο τι μπορεί και στο τι δεν μπορεί να γίνει». Πρόκειται για μια μνημειώδη πολιτική κυβίστηση, αν αναλογιστεί κανείς ότι λίγο πριν τις εκλογές του 2019, ο Τσίπρας, ως αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ, υποσχόταν τις ίδιες ακριβώς παροχές χωρίς καμία κουβέντα τότε για το αν το επιτρέπει ή όχι ο… δημοσιονομικός χώρος.

Σήμερα ο Τσίπρας, ενώ από τη μια υποκριτικά δηλώνει πως «θα εξαντληθούμε στην κοστολόγηση στο τέλος», πασχίζοντας να διαχωριστεί από τα κυβερνητικά αφηγήματα, από την άλλη δηλώνει χαρακτηριστικά: «Το κάναμε αυτό (την κοστολόγηση του προγράμματος) διότι θεωρούμε πως το κρίσιμο θέμα στην πολιτική ζωή του τόπου είναι το έλλειμμα της αξιοπιστίας. Πρέπει να λέμε πράγματα τα οποία είναι μετρήσιμα. Είναι πολύ εύκολο να λες ότι θα τα κάνεις όλα. Αλλά πρέπει να λέμε πράγματα τα οποία μπορούν να γίνουν».

Τα «ήξεις-αφήξεις» του Τσίπρα αποτελούν προσπάθεια να ισορροπήσει το κόμμα του πατώντας σε δύο βάρκες, επιχειρώντας από τη μία να διατηρήσει το αριστερό προσωπείο του μπροστά στα λαϊκά στρώματα, παίζοντας ταυτόχρονα όμως το χαρτί της υπεύθυνης δύναμης, έτοιμος να συνεχίσει την ίδια αντιλαϊκή πολιτική που εφάρμοσε ως αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ και που δεν διαφέρει καθόλου στο περιεχόμενο από την πολιτική που εφαρμόζει και η σημερινή κυβέρνηση Μητσοτάκη. Η τοποθέτηση για το τι επιτρέπει και τι δεν επιτρέπει ο περιβόητος δημοσιονομικός χώρος δεν αποτελεί τίποτα άλλο παρά την επιχειρηματολογία βάσει της οποίας εδώ και 15 χρόνια, από τα μνημόνια μέχρι σήμερα, εφαρμόζεται και συνεχίζεται από όλες τις κυβερνήσεις η αντιλαϊκή πολιτική της φτώχειας, της ακρίβειας και της εξαθλίωσης.

Στο ίδιο ακριβώς μήκος κύματος κινείται και το ΠΑΣΟΚ και ο ΣΥΡΙΖΑ. Στις δικές τους… «κοστολογήσεις», ισχυρίζονται ότι μπορεί μεν να δοθεί ο 13ος μισθός/σύνταξη και να μειωθούν οι φόροι, αλλά πάντα μιλάνε εντός των ορίων που επιτρέπουν τα ματωμένα πρωτογενή πλεονάσματα. Όλα αυτά τα κόμματα προσκυνούν την ίδια «δημοσιονομική πειθαρχία» της ΕΕ, εγκλωβίζοντας τις λαϊκές διεκδικήσεις στο τι υποτίθεται αντέχει και το τι δεν αντέχει η οικονομία της χώρας. Αυτά τα ψευτοδιλήμματα έθεταν μπροστά στο λαό όταν χτυπούσαν κατακτήσεις δεκαετιών. Αυτά τα διλήμματα αναπαρήγαγαν όλοι τους όταν εφάρμοζαν τα μνημόνια. Είτε πρόκειται για τον ΣΥΡΙΖΑ, είτε για το ΠΑΣΟΚ, είτε για την ΕΛΑΣ η ουσία είναι η ίδια: η διαχείριση και -στην πραγματικότητα- η επιβολή της πολιτικής της φτώχειας με «υπεύθυνο» και «μετρήσιμο» τρόπο.

Από τη μεριά του το ΠΑΣΟΚ εμφανίζεται και αυτό ως η υπεύθυνη δύναμη που καταθέτει «ρεαλιστικά και κοστολογημένα» δήθεν φιλολαϊκά προγράμματα. Όσο όμως και αν προσπαθεί ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ να παρουσιάσει το άσπρο μαύρο και να καμουφλάρει την πολιτική του κόμματός του, το αντιλαϊκό φορτίο που κουβαλάει το ΠΑΣΟΚ είναι πολύ μεγάλο και βαθιά χαραγμένο στις συνειδήσεις του λαού και των εργαζομένων. Κάνει λόγο το ΠΑΣΟΚ και ο Ανδρουλάκης για επαναφορά του 13ου μισθού και της 13ης σύνταξης, που θα γίνουν μάλιστα σε δόσεις και σε βάθος τετραετίας και όχι κατευθείαν, όταν είναι το κόμμα αυτό που έκοψε μισθούς και συντάξεις με τα μνημόνια της φτώχειας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, στην προσπάθειά του να αποτινάξει το αντιλαϊκό του παρελθόν και να επιβιώσει δημοσκοπικά, επιχειρεί να διαχωρίσει τη θέση του από τον Τσίπρα. Στελέχη, όπως ο Νίκος Παππάς, δηλώνουν ότι ο πρώην πρωθυπουργός έκανε «μεγάλη προγραμματική μετατόπιση» σε σχέση με όσα υποστήριζαν «όταν ήταν όλοι μαζί». Η υποκρισία των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ περισσεύει. Σε τι άραγε συνίσταται η μεγάλη προγραμματική μετατόπιση Τσίπρα; Μήπως ο Τσίπρας και η ΕΛΑΣ απόκλιναν από κάποια δήθεν φιλολαϊκή πολιτική που εφάρμοζε ο ΣΥΡΙΖΑ; «Όταν ήταν όλοι μαζί» εφάρμοσαν μνημόνια, τσάκισαν κατακτήσεις δεκαετιών, αύξησαν τους φόρους, επέβαλαν τους πλειστηριασμούς και πολλά ακόμα.

Τα προγράμματα των κομμάτων της λεγόμενης κεντροαριστεράς δεν αφορούν το λαό και τα πραγματικά του προβλήματα. Τα κόμματα αυτά κυβέρνησαν και βύθισαν τους εργαζόμενους και τα πλατιά λαϊκά στρώματα στην ανέχεια και στη φτώχεια. Τίποτα δεν μπορεί να περιμένει από αυτά ο κόσμος της δουλειάς.

Εκπροσωπούν τα συμφέροντα της ντόπιας μεγαλοαστικής τάξης και του ιμπεριαλισμού. Άλλωστε και ως αντιπολίτευση στήριξαν σε πολύ μεγάλο βαθμό τις επιλογές και τις νομοθετικές ενέργειες της κυβέρνησης Μητσοτάκη αποδεικνύοντας και έτσι την κατάντια και τη χρεοκοπία της σοσιαλδημοκρατίας. Γίνεται όλο και πιο φανερό ότι οι μεταξύ τους διαφορές, όπως επίσης και οι διαφορές τους από την κυβέρνηση της ΝΔ είναι δευτερεύουσες. Το κύριο είναι ότι όλοι συμφωνούν στα βασικά που είναι η άσκηση της ίδιας στο περιεχόμενο αντιλαϊκής πολιτικής.