Στον καπιταλισμό, η ενέργεια δεν αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως κοινωνικό αγαθό αλλά ως εμπόρευμα και πεδίο επένδυσης κεφαλαίου. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι ποιος πληρώνει, ποιος εισπράττει και ποιος καθορίζει τους όρους της αγοράς των καυσίμων. Γιατί το μεγαλύτερο μέρος του οικογενειακού εισοδήματος απαιτείται για να εξασφαλιστεί η ίδια βασική ανάγκη, η θέρμανση; Στην χώρα μας, η επιβάρυνση είναι ακόμη πιο έντονη, αφού μαζί με τα εισαγόμενα καύσιμα και σε μια σειρά άλλα προϊόντα η τιμή αυξάνεται κατακόρυφα, όπως θέρμανση, μετακινήσεις, σούπερ μάρκετ κ.ά… Η άνοδος των καυσίμων λειτουργεί ως ένας «κρυφός φόρος» και μια πηγή κερδοσκοπίας για την κεφαλαιοκρατία που συρρικνώνει και απομυζά την αγοραστική δύναμη της λαϊκής οικογένειας, αναγκάζοντάς την σε περικοπές ακόμη και από βασικά αγαθά διαβίωσης.

Τα τελευταία χρόνια, σε περίοδο έντασης των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και σε συνθήκες πολέμου στην Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή, η μεγάλη αύξηση της τιμής του πετρελαίου μεταφράζεται άμεσα για το λαό σε λιγότερη θέρμανση, περιορισμό της κατανάλωσης αγαθών πρώτης ανάγκης, αναβολή της αγοράς πετρελαίου και μεγαλύτερη πίεση στον οικογενειακό προϋπολογισμό.

Για τον εργαζόμενο που αμείβεται με ένα μισθό φτώχειας και ο οποίος κάθε χρόνο συμπιέζεται, το κόστος της θέρμανσης είναι ανελαστική δαπάνη: το σπίτι πρέπει να θερμανθεί, ανεξάρτητα από το αν το εισόδημα επαρκεί.

Η εξέλιξη των τιμών τα τελευταία χρόνια αποτυπώνει καθαρά την κερδοσκοπία των ξένων και ντόπιων μονοπωλιακών κολοσσών, καθώς το -υποτίθεται- επιδοτημένο πετρέλαιο θέρμανσης από τα 0,80 ευρώ το λίτρο το 2021 έκλεισε στα 1,75 το 2026 και αυτό θα αποτελεί περίπου την τιμή εκκίνησης, σύμφωνα με κυβερνητικές τοποθετήσεις το χειμώνα 2026-2027.

Την ίδια χρονική περίοδο, με βάση τις τοποθετήσεις των βενζινοπωλών, καταγράφεται σταδιακή μείωση της κατανάλωσης στα νοικοκυριά η οποία βέβαια δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη εξοικονόμηση. Όταν μια οικογένεια αγοράζει 400 αντί για 600 λίτρα, επειδή δεν μπορεί να διαθέσει περισσότερα χρήματα, ουσιαστικά περιορίζει μια βασική της ανάγκη. Το σπίτι θερμαίνεται λιγότερο, η αγορά γίνεται τμηματικά και η οικογένεια περιμένει τις πιο κρύες ημέρες για να ξαναγεμίσει τη δεξαμενή. Έτσι, πίσω από τους αριθμούς της κατανάλωσης υπάρχει μια βάρβαρη κοινωνική πραγματικότητα.

Στην επιβάρυνση του νοικοκυριού για θέρμανση εφαρμόζεται εκκωφαντικά εδώ και χρόνια (3ο μνημόνιο ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και ΝΔ) η φοροληστρική πολιτική με τον ΕΦΚ (φόρος κατανάλωσης) στα 0,28 € το λίτρο(1) και τον ΦΠΑ στο 24%, που υπολογίζεται και πάνω στην αξία του ΕΦΚ (φόρος επί του φόρου). Ο καταναλωτής στο πρατήριο πληρώνει συχνά 50% και περισσότερο της τελικής τιμής σε ληστρικούς φόρους.

Για μια εργατική οικογένεια, λοιπόν, το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσο κερδοσκοπούν τα διυλιστήρια και μεγαλέμποροι, είναι και το ποσό από την τελική τιμή που αποτελεί τον συνολικό φόρο στο λίτρο, που δημιουργεί τα ληστρικά πλεονάσματα για τα οποία κομπορρημονεί η κυβέρνηση και αποδέχεται η αντιπολίτευση. Τα συνολικά κρατικά έσοδα από τους φόρους στα καύσιμα (ΕΦΚ και ΦΠΑ) ανέρχονται σταθερά σε περίπου 6,5 με 7 δισ. ευρώ ετησίως, εκ των οποίων το πετρέλαιο θέρμανσης συνεισφέρει ένα σημαντικό μέρος περί τα 500 εκατομμύρια ευρώ ανά χειμερινή περίοδο. Αθροιστικά για την πενταετία 2021-2025, τα συνολικά έσοδα από τη φορολογία όλων των καυσίμων στην Ελλάδα ξεπέρασαν τα 33 δισ. ευρώ ενώ το αιματηρό πλεόνασμα (2023-25) είναι περί 27 δισ. ευρώ.

Τι γίνεται με τα διυλιστήρια και τα υποκριτικά «περιθώρια» κέρδους;

Ο ιμπεριαλιστικός ανταγωνισμός για τα αποθέματα, την παραγωγή και την εμπορία πρώτων υλών παραγωγής ενέργειας φέρνει πολεμικές συγκρούσεις ειδικότερα σε περιοχές με μεγάλη παραγωγή ή μεταφορά πετρελαίου. Αυτή η πραγματικότητα προκαλεί έντονες διακυμάνσεις στις διεθνείς αγορές, στα χρηματιστήρια και την παραγωγική δραστηριότητα. Τα πετρελαϊκά τραστ δεν επιδιώκουν απλώς το μέγιστο κέρδος, αλλά και την απόλυτη κυριαρχία πάνω στις πρώτες ύλες του πλανήτη, κάτι που οδηγεί αναπόφευκτα σε ιμπεριαλιστικούς πολέμους για το ξαναμοίρασμα αυτών των πηγών. Έτσι δημιουργούνται οι φόβοι στην οικονομία για έλλειψη πετρελαίου και φυσικού αερίου, με αποτέλεσμα οι τιμές ενέργειας να έχουν σκαμπανεβάσματα και να αυξάνονται σημαντικά.

Η μονοπωλιακή παρουσία γιγάντιων ομίλων στο πετρέλαιο τους παρέχει τη δυνατότητα να έχουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της διεθνούς τιμής και να μπορούν να ανεβάσουν τα έσοδα-κέρδη χωρίς να έχει αυξηθεί αντίστοιχα το κόστος παραγωγής κάθε «βαρελιού». Η μονοπωλιακή συγκέντρωση του κλάδου στην Ελλάδα και στο εξωτερικό με συμμάχους τις υποτελείς κυβερνήσεις ενισχύει τη δυναμική τους, η οποία στην πολεμική και ενεργειακή κρίση δημιουργεί συνθήκες στις οποίες αυτοί οι «μεγάλοι» να μπορούν να εκμεταλλευτούν τις υψηλές τιμές, τα αυξημένα περιθώρια εξόρυξης, εμπορίας, διύλισης και την έντονη μεταβλητότητα. Μονοπωλιακοί όμιλοι όπως η Exxon Mobil, η Chevron, η Shell, η BP και η Total Energies δραστηριοποιούνται σε μεγάλα τμήματα της αλυσίδας, λειτουργούν και μέσα στις νέες εμπόλεμες συνθήκες με βάση τον ίδιο στόχο: την κερδοφόρα αξιοποίηση πωλήσεων και των επενδύσεων. Τα οικονομικά τους αποτελέσματα δείχνουν την περίοδο 2022-25 εξαιρετικά υψηλή κερδοφορία. Κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2026, εν μέσω βάρβαρης ιμπεριαλιστικής επίθεσης των ΗΠΑ-Ισραήλ στο Ιράν και τη διέλευση πετρελαίου από τα στενά του Ορμούζ, παρά την άνοδο και μεταβλητότητα των τιμών, οδήγησαν σε διπλασιασμό του κέρδους των μονοπωλιακών διυλιστηρίων.

Η ίδια πραγματικότητα αποτυπώνεται και στη χώρα μας. Τα οικονομικά στοιχεία των ομίλων, παρά την εισαγωγή της βασικής πρώτης ύλης, δείχνουν τη σημασία των περιθωρίων κέρδους από τη διύλιση. Η HELLENiQ ENERGY ανακοίνωσε για το 2025 κέρδη μετά από φόρους 503 εκατ. ευρώ. Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι το 2026, ανακοίνωσε για το Α΄ τρίμηνο καθαρά κέρδη 140 εκατ. ευρώ. Αντίστοιχα, η Motor Oil ανακοίνωσε για το 2025 καθαρά κέρδη μετά από φόρους περίπου 651 εκατ. ευρώ, έναντι 287 εκατ. ευρώ το 2024. Έτσι διαμορφώνεται η μεγάλη εικόνα στο σύστημα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και ιμπεριαλιστικής βαρβαρότητας, όπου εκατοντάδες χιλιάδες οικογένειες οδηγούνται στην έσχατη ένδεια με το αυξημένο κόστος θέρμανσης, ενώ οι μεγάλοι ενεργειακοί όμιλοι καταγράφουν κερδοφορία εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ.

Το κράτος εισπράττει ΕΦΚ και ΦΠΑ και παρέχει επιδότηση και επίδομα θέρμανσης κοροϊδία, προσπαθώντας να διαχειριστεί τη λαϊκή αγανάκτηση. Για την περίοδο 2025-26 καταγράφηκαν 604.078 εγκεκριμένες αιτήσεις για επίδομα πετρελαίου θέρμανσης, συνολικού ύψους περίπου 84,9 εκατ. ευρώ, ελάχιστα περισσότερο από το 1% των εισπραχθέντων φόρων από τα καύσιμα. Πόσο όμως μπορεί να συγκαλυφθεί η πολιτική της κυβέρνησης στο ζήτημα των καυσίμων και του πετρελαίου θέρμανσης, όταν από τη μία πλευρά επιβάλλει μια πρωτοφανή αφαίμαξη στα λαϊκά στρώματα και από την άλλη διασφαλίζει με προκλητικό τρόπο τη θωράκιση και τη γιγάντωση της κερδοφορίας των πετρελαϊκών ομίλων και των διυλιστηρίων; Η κυβερνητική διαχείριση δεν συνιστά κάποια «ατυχία» ή «αντικειμενικό πρόβλημα» της διεθνούς αγοράς, αλλά μια συνειδητή πολιτική επιλογή ενίσχυσης του μεγάλου κεφαλαίου σε βάρος των εργαζομένων.

Η κοροϊδία συνεχίζεται

Οι κυβερνητικές εξαγγελίες για επιδόματα «με το σταγονόμετρο» και «σπαστές» παρεμβάσεις, όπως το επίδομα θέρμανσης ή τα διάφορα pass, παρουσιάζονται ως «παροχή» και «κοινωνική πολιτική», δεν μπορούν όμως να συγκαλύψουν το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι θα αναγκαστούν να αγοράσουν φέτος το πετρέλαιο θέρμανσης σε εξαιρετικά υψηλές τιμές και με τη βενζίνη να καλπάζει προς απλησίαστα επίπεδα. Και για να έχουμε μια εικόνα για τη βάρβαρη πολιτική τους, κατά μέσο όρο, ο ΦΠΑ και ο ΕΦΚ στο πετρέλαιο θέρμανσης απέφεραν στο κράτος στις περιόδους 2023-2025 περίπου 1,5 έως 1,8 δισ. ευρώ. Στους πολίτες όμως «επιστράφηκε» μέσω της επιδότησης της τιμής θέρμανσης το ένα πέμπτο. Αυτά τα περιβόητα μέτρα δεν αποτελούν τίποτα άλλο παρά την ανακύκλωση της φτώχειας. Η αποφασιστικότητα της κυβέρνησης να διατηρήσει τον -από τους υψηλότερους στην Ευρώπη- ΕΦΚ και τον ΦΠΑ στα καύσιμα αποδεικνύει ότι το κράτος λειτουργεί ως εισπράκτορας προκειμένου να χρηματοδοτεί τις επιδοτήσεις των μονοπωλίων και τους τοκογλύφους ιμπεριαλιστές δανειστές(2).

Την ίδια ώρα που τα λαϊκά νοικοκυριά ματώνουν οικονομικά για να μετακινηθούν και να ζεσταθούν, τα δύο ντόπια διυλιστήρια καταγράφουν ιστορικά ρεκόρ κερδοφορίας. Η κυβέρνηση, παρά τις υποτυπώδεις αντιρρήσεις της αντιπολίτευσης, αντί να θίξει αυτά τα «θηριώδη» υπερκέρδη, τα προστατεύει με κάθε μέσο και η λεγόμενη φορολόγησή τους αποτέλεσε μεγάλη κοροϊδία για το λαό μας. Έχει απορρίψει μια νέα έκτακτη «φορολόγησή» τους με αφορμή τη νέα αυξημένη κερδοφορία του πρώτου εξαμήνου του 2026. Ακόμα και οι όποιες εξαγγελίες για «πλαφόν στο περιθώριο κέρδους» αποτελούν προσχηματικές κινήσεις που δεν αφορούν τα διυλιστήρια και αφήνουν ανέπαφο τον πυρήνα της κερδοφορίας τους.

Η κυβέρνηση λειτουργεί ως τροχονόμος των συμφερόντων τους, εξασφαλίζοντας ότι η εγχώρια αγορά κάθε μορφής ενέργειας θα παραμένει ένα ασύδοτο πεδίο υπερκερδών. Για την εργατική τάξη γίνεται σαφές ότι η ακρίβεια στα καύσιμα, στο ρεύμα και στο φυσικό αέριο δεν είναι ένα τυχαίο φαινόμενο, αλλά το αποτέλεσμα της πολιτικής της «απελευθέρωσης της ενέργειας» και της «πράσινης μετάβασης» της ΕΕ, την οποία η κυβέρνηση της ΝΔ υλοποιεί με συνέπεια, έχοντας και τη στρατηγική συμφωνία των υπόλοιπων αστικών κομμάτων.

Η κυβερνητική πολιτική οξύνει τις ταξικές αντιθέσεις στο έπακρο. Οδηγεί τη μεγάλη πλειοψηφία του λαού σε ένα χειμώνα γεμάτο στερήσεις, όπου η θέρμανση μετατρέπεται από κοινωνικό αγαθό σε είδος πολυτελείας για λίγους. Η στάση της κυβέρνησης απέναντι στους εργαζόμενους είναι βαθιά εχθρική: τους καλεί να «προσαρμόσουν» τις ανάγκες τους, να μειώσουν την κατανάλωση και να συμβιβαστούν με τη μιζέρια, την ίδια στιγμή που τα ξένα και ντόπια μονοπώλια απολαμβάνουν φοροαπαλλαγές, ζεστό χρήμα από το Ταμείο Ανάκαμψης και εγγυημένα κέρδη.

Κάθε pass και κάθε κρατική επιδότηση τελικά πληρώνεται διπλά και τρίδιπλα από την τσέπη του εργαζόμενου φορολογούμενου. Η κυβέρνηση συνειδητά αφήνει το λαό απροστάτευτο απέναντι στο κύμα της ακρίβειας, μη θέλοντας να αγγίξει έστω και ένα ευρώ από τα κέρδη των μεγάλων μετόχων των διυλιστηρίων.

Αυτή η σκληρή πραγματικότητα επιβεβαιώνει τις θέσεις μας ότι η κυβέρνηση λειτουργεί ως ο καλύτερος συνήγορος και προστάτης των μονοπωλίων των καυσίμων. Τα ημίμετρα και η επικοινωνιακή διαχείριση της ακρίβειας έχουν ως μοναδικό στόχο να κάμψουν τις λαϊκές αντιδράσεις και να εγκλωβίσουν τους εργαζόμενους στη λογική των μειωμένων απαιτήσεων. Απέναντι σε αυτή την εχθρική πολιτική, ο μόνος δρόμος για την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα είναι η οργάνωση και ο αγώνας. Η διεκδίκηση για φθηνά καύσιμα και είδη πλατιάς λαϊκής κατανάλωσης, η συνολική ανατροπή της πολιτικής που θυσιάζει τη ζωή του λαού για τα κέρδη των ξένων και ντόπιων μονοπωλίων αποτελούν μονόδρομο για την επιβίωση του λαού μας.


1.Κατά την περίοδο διάθεσης του πετρελαίου θέρμανσης, ο ΕΦΚ είναι μειωμένος, αλλά πολλαπλάσιος του ορίου στην ΕΕ. Η Ευρωπαϊκή Οδηγία για τη φορολογία της ενέργειας ορίζει ένα ελάχιστο υποχρεωτικό όριο ΕΦΚ για το πετρέλαιο θέρμανσης, 0,21 € το λίτρο. Αμόλυβδη Βενζίνη 0,70 € το λίτρο. Πετρέλαιο Κίνησης 0,41 € το λίτρο. Υγραέριο περίπου 0,23 € το λίτρο.

2.Οι μεγάλες τράπεζες δεν ήταν πλέον απλοί τοκογλύφοι δανειστές, αλλά έγιναν οι ίδιες μέτοχοι και καθοδηγητές πετρελαϊκών μονοπωλίων, δημιουργώντας μια πανίσχυρη χρηματιστική ολιγαρχία.