Η αλλαγή του χρόνου έγινε στο ρωσο-ουκρανικό μέτωπο με τους δυο αντίπαλους στρατούς να εξαπολύουν εναλλασσόμενες μαζικές επιθέσεις που έπληξαν περιοχές στο ρωσικό και ουκρανικό έδαφος.

Ο ουκρανικός στρατός χτύπησε με πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς, που του έχουν προμηθεύσει οι δυτικές χώρες, τη ρωσική περιφέρεια Μπέλγκοροντ καθώς και ρώσικους στόχους στην Κριμαία και στη Μαύρη Θάλασσα. Από την πλευρά της η Ρωσία εξαπέλυσε μαζικούς βομβαρδισμούς σε ουκρανικές πόλεις (Κίεβο, Οδησσό κ.ά.). Οι διευρυμένου βεληνεκούς επιθέσεις, που έπληξαν περιοχές βαθύτερα στην ενδοχώρα και της Ουκρανίας και της Ρωσίας, είχαν σαν αποτέλεσμα το θάνατο δεκάδων αμάχων και έκαναν παγκόσμια φανερό πως η αντιπαράθεση των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ με τη Ρωσία τροφοδοτεί αδιάκοπα τον πόλεμο και τον κρατά σε πορεία κλιμάκωσης και απρόβλεπτης διάρκειας.

Η Δύση και η Ρωσία, το 2023, έκαναν κινήσεις που δεν αντιστοιχήθηκαν μόνο με τις ανάγκες του δεύτερου χρόνου του πολέμου αλλά και με μια μακρόχρονη συνέχειά του και με τα στρατιωτικά και πολιτικά αποτελέσματα που επιδιώκουν να έχουν στην κατάληξή του.


Οι ΗΠΑ, ΝΑΤΟ και ΕΕ, θεωρώντας μη άμεσα εφικτή την ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ, γιατί κάτι τέτοιο θα έκανε εκρηκτική τη σύγκρουσή τους με τη Ρωσία, επεδίωξαν με άλλη οδό τη στενότερη πρόσδεσή της στους μηχανισμούς του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, υιοθετώντας στη σύνοδο των G7, στο περιθώριο της συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βίλνιους, τον Ιούλη του 2023, την απόφαση για τις λεγόμενες «μακροπρόθεσμες εγγυήσεις ασφαλείας», η οποία περιλαμβάνει μια σειρά στρατιωτικών και οικονομικών μέτρων για την μακρόχρονη στήριξη του ουκρανικού καθεστώτος από το ΝΑΤΟ και τα κράτη της Δύσης. Η απόφαση προβλέπει τη συνέχιση των οικονομικών κυρώσεων κατά της Ρωσίας. Την παροχή στο ουκρανικό καθεστώς μεγάλων ποσοτήτων και αναβαθμισμένων δυτικών όπλων. Την ενίσχυση της στρατιωτικής βιομηχανίας της Ουκρανίας για παραγωγή δυτικών εξοπλισμών που συμπεριλαμβάνει και τη δημιουργία μονάδων κολοσσιαίων πολεμικών βιομηχανιών της Δύσης μέσα στην Ουκρανία. Την εκπαίδευση των ουκρανικών στρατευμάτων από δυτικά κράτη. Τη διάθεση δυτικών κεφαλαίων για τη δημοσιονομική και την επενδυτική στήριξη της ουκρανικής οικονομίας. Την κατάσχεση ρωσικών «παγωμένων» κεφαλαίων που ήταν τοποθετημένα στη Δύση για τη χρηματοδότηση του ουκρανικού καθεστώτος. Με τον ίδιο στόχο, της δυτικής απορρόφησης της Ουκρανίας, η ΕΕ έλαβε απόφαση να ξεκινήσει ενταξιακές διαπραγματεύσεις με το Κίεβο.

Τη χρονιά που πέρασε, ΗΠΑ και ΝΑΤΟ διεύρυναν τη στρατιωτική περικύκλωση της Ρωσίας με την ένταξη της Φινλανδίας και της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ και την υπογραφή «αμυντικών συμφωνιών συνεργασίας» με τις Σκανδιναβικές χώρες που δίνουν πρόσβαση στον αμερικάνικο στρατό σε 15 εγκαταστάσεις και περιοχές της Φινλανδίας, σε 17 της Σουηδίας και σε 4 περιοχές της Νορβηγίας.
Ταυτόχρονα η Δύση, κατά τη διάρκεια του 2023, υποστήριξε με όλα τα μέσα, την οργάνωση της ουκρανικής αντεπίθεσης, για την αναχαίτιση του ρωσικού στρατού από τις περιοχές της Δυτικής Ουκρανίας που έχει καταλάβει.


Από την πλευρά της, μέσα στο 2023, η Ρωσία προχώρησε και αυτή σε αντίρροπες κινήσεις για να ενισχύσει το πολεμικό μέτωπό της σε μια προοπτική ότι η σύγκρουσή της με τη Δύση θα έχει διάρκεια. Αναμόρφωσε τη διάταξη και τα επιχειρησιακά σχέδια των δυνάμεών της, πολλαπλασίασε τους εξοπλισμούς της με την αύξηση της εγχώριας παραγωγής τους και με εισαγωγές όπλων και πρόσθεσε στο ανθρώπινο στρατιωτικό δυναμικό της περίπου μισό εκατομμύριο άνδρες. Κατάρτισε επιχειρησιακά σχέδια ως το 2025. Ανέστειλε, επίσης, την επικύρωση της Συνθήκης για την Πλήρη Απαγόρευση των Πυρηνικών Δοκιμών (CTBT) -την οποία δεν έχουν επικυρώσει οι ΗΠΑ- και ο Πούτιν ανακοίνωσε ότι αναβαθμίζει το πυρηνικό οπλοστάσιό της. Σύμφωνα με δήλωση του επικεφαλής των ρωσικών Ενόπλων Δυνάμεων, στρατηγού Β. Γκερασίμοφ «έχουν ληφθεί τα απαραίτητα μέτρα για τη βελτίωση της σύνθεσης και της δομής των Ενόπλων Δυνάμεων και την αύξηση των δυνατοτήτων των δυνάμεων γενικού σκοπού. Δύο νέες στρατηγικές εδαφικές μονάδες των Ενόπλων Δυνάμεων -οι στρατιωτικοί τομείς της Μόσχας και του Λένινγκραντ- δημιουργούνται ως απάντηση στην επέκταση του ΝΑΤΟ».

Παράλληλα, η Ρωσία έδωσε βάρος στη σταθεροποίηση και στη διεύρυνση της συνεργασίας της με την Κίνα, γεγονός που έκφρασε και ο κινέζος Πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ, κατά την ανταλλαγή ευχών του με τον Πούτιν για το νέο χρόνο, λέγοντας πως «Μπροστά σε αλλαγές πρωτοφανείς σε έναν αιώνα και σε μια ταραχώδη περιφερειακή και διεθνή κατάσταση, οι σχέσεις Κίνας-Ρωσίας διατήρησαν μια υγιή και σταθερή ανάπτυξη και προχώρησαν με σταθερό τρόπο προς τη σωστή κατεύθυνση. Υπό την κοινή ηγεσία μας, η αμοιβαία πολιτική εμπιστοσύνη ανάμεσα στα δύο μέρη εμβαθύνθηκε, ο στρατηγικός συντονισμός μας ενισχύθηκε και η αμοιβαία επωφελής συνεργασία συνέχισε να παράγει νέα αποτελέσματα». Ο Σι Τζινπίνγκ πρόσθεσε πως οι διμερείς εμπορικές ανταλλαγές ξεπέρασαν τα 200 δισ. δολάρια και το στόχο που είχε τεθεί.

Ο Πούτιν δεν παρέλειψε, μετά τα τελευταία χτυπήματα του ουκρανικού στρατού μέσα στο έδαφος της Ρωσίας, να αναγγείλει πως τα ρώσικα πλήγματα στην Ουκρανία «θα εντατικοποιηθούν» ενώ στην πρόσφατη ετήσια συνέντευξή του εκτόξευσε και την απειλή του αποκλεισμού της Ουκρανίας από τη πρόσβασή της στη Μαύρη Θάλασσα, λέγοντας πως «η Οδησσός είναι μία ρωσική πόλη», και ότι «ούτε η Κριμαία ούτε η περιοχή της Μαύρης Θάλασσας έχουν σχέση με την Ουκρανία».

Πρόδηλα, οι κινήσεις και οι δηλώσεις της Δύσης και της Ρωσίας δείχνουν παραπέρα ένταση της αντιπαράθεσής τους, όπως το πιστοποιεί και η δήλωση του αρχηγού του ρώσικου στρατού ότι «Η ευρωπαϊκή ήπειρος έχει μετατραπεί σε πεδίο σύγκρουσης ανάμεσα στη Δύση και τη Ρωσία από πολιτική και οικονομική σκοπιά και η σύγκρουση της Δύσης και της Ρωσίας δεν αποκλείεται να κλιμακωθεί».


Ωστόσο, το πώς θα εξελιχθεί αυτή η αντιπαράθεση είναι ένα ζήτημα που συναρτάται τόσο με τα τα αποτελέσματα στα πεδία των μαχών του ρωσο-ουκρανικού πολέμου όσο και με τα διεθνή τεκταινόμενα.

Το ουκρανικό καθεστώς, μετά και την αποτυχία της αντεπίθεσής του, δέχεται μεγαλύτερη πίεση από τις ρώσικες επιθέσεις. Με δεδομένο ότι οι στρατιωτικές του επιχειρήσεις εξαρτώνται απόλυτα από την προμήθεια δυτικών όπλων, για να αντιμετωπίσει τώρα τις πιεστικές ανάγκες του πολεμικού μετώπου, κάνει συνεχείς εκκλήσεις και παρακλήσεις προς τη Δύση να του στείλει γρήγορα αναβαθμισμένη στρατιωτική βοήθεια. Εμφανίζεται ανήσυχο γιατί βλέπει «καθυστερήσεις» της Δύσης στο επείγον του αιτήματός του. Γιατί αντιλαμβάνεται πως η διοχέτευση στρατιωτικών και οικονομικών πόρων της Δύσης προς το δεύτερο μέτωπο πολέμου που άνοιξε στη Μέση Ανατολή επηρεάζει το μέγεθος και το χρόνο της δικής του στρατιωτικής και οικονομικής ενίσχυσης. Γιατί διαπιστώνει τριβές και αντιθέσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ αλλά και της ΕΕ όσον αφορά την έγκριση της στρατιωτικής και οικονομικής βοήθειας προς την Ουκρανία. Οι ΗΠΑ έδωσαν στις 27/12/2023 το τελευταίο πακέτο στρατιωτικής βοήθειας ύψους 250 εκατ. ευρώ και, αν και ο αμερικανός Πρόεδρος καλεί το Κογκρέσο «να δράσουν χωρίς καθυστέρηση», οι αμερικανοί βουλευτές και γερουσιαστές δεν έχουν ακόμα συμφωνήσει στο νέο πακέτο βοήθειας 61δισ.€ προς Ουκρανία και Ισραήλ που έχει προτείνει η κυβέρνηση Μπάιντεν. Παρόμοια, η τελευταία Σύνοδος Κορυφής της ΕΕ, στις 15/12/2023, δεν ενέκρινε το νέο πακέτο οικονομικής βοήθειας στην Ουκρανία, αξίας 50 δισεκατομμυρίων ευρώ (33 δισ. υπό μορφή δανείων, 17 δισ. ως δωρεές -σε τέσσερα χρόνια, ξεκινώντας από το 2024), λόγω του βέτο της Ουγγαρίας, και το θέμα παραπέμφθηκε να ξανασυζητηθεί την 1/2/2024.

Όλα αυτά συνδέονται και με τις οικονομικές δυσκολίες που έχουν συσσωρευτεί λόγω της κρίσης και των επιπτώσεων των πολέμων στην παγκόσμια οικονομία αλλά και με ότι έχουν εμφανισθεί διαφωνίες στο δυτικό στρατόπεδο για το ποια να είναι συνέχεια και πού να οδηγηθεί ο πόλεμος στην Ουκρανία. Δεν είναι άμοιρο αυτού του γεγονότος ούτε το βέτο της Ουγγαρίας στην ΕΕ, ούτε το ότι ο πρωθυπουργός της Σλοβακίας, Ρ. Φίτσο, που έχει «παγώσει» τη στρατιωτική βοήθεια προς το Κίεβο, διατύπωσε την εκτίμηση πως «μπορούμε να ρίξουμε όλα τα όπλα του κόσμου, όλα τα χρήματα εκεί (στην Ουκρανία) και η Ρωσία δεν θα ηττηθεί ποτέ στρατιωτικά. Μπαίνουμε στο 2024 και θα δείτε ότι η Ρωσία θα αρχίσει να υπαγορεύει τους όρους για την επίλυση αυτής της σύγκρουσης».

Απόψεις για το αν θα εξυπηρετηθούν τα δυτικά συμφέροντα με τερματισμό ή συνέχιση του πολέμου στην Ουκρανία, με «πάγωμα» της σύγκρουσης, με παραχώρηση εδαφών στη Ρωσία, με αλλαγή ηγεσίας στο Κίεβο, συζητούνται στο παρασκήνιο, όπως φαίνεται και από διάφορα δυτικά δημοσιεύματα, με ενδεικτικό αυτό του μεγάλου αμερικάνικου δυτικού μέσου ενημέρωσης «Politico», ότι οι Αμερικανοί και Ευρωπαίοι αξιωματούχοι «μετατοπίζουν αθόρυβα την εστίασή τους», από την υποστήριξη του στόχου της Ουκρανίας να νικήσει τη Ρωσία, σε μια πιο «αμυντική στάση» για βελτίωση της θέσης του Κιέβου σε πιθανές μελλοντικές διαπραγματεύσεις που «πιθανότατα θα σήμαινε παραχώρηση τμημάτων της Ουκρανίας στη Ρωσία». Αν και ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ αναγκάστηκε να διαψεύσει το δημοσίευμα του «Politico», λόγω του θορύβου που προκλήθηκε, δεν παύουν να διαρρέουν, το τελευταίο διάστημα, διάφορες «προτεινόμενες εκδοχές» για την εξέλιξη του πολέμου στην Ουκρανία (διαπραγμάτευση Ρωσίας – Ουκρανίας με διαμεσολαβήτρια την πρώην γερμανή καγκελάριο Μέρκελ, «φήμες» για διαδοχή του Ζελένσκι, που ο τελευταίος κατάγγειλε σαν ρωσικό σχέδιο πραξικοπηματικής ανατροπής του κ.ά.).

Η πρόσφατη είδηση που μετέδωσε το πρακτορείο Bloomberg πως έγινε στις 16 Δεκεμβρίου, στη Σαουδική Αραβία, μυστική συνάντηση εκπροσώπων της Ουκρανίας, των χωρών της «Ομάδας των Επτά» και μερικών χωρών του νοτίου ημισφαιρίου, όπου συζητήθηκαν προϋποθέσεις για την επίτευξη ειρήνης και τις αρχές μιας πιθανής συνεργασίας της Ουκρανίας με τη Ρωσία στο μέλλον, ήλθε να επιβεβαιώσει ότι, παράλληλα με τα επεισόδια που συνεχίζονται με αμείωτη ένταση στον πόλεμο, υπόγεια κινούνται και άλλες διεργασίες «διευθέτησης» της σύγκρουσης…