Ως γνωστόν, μέχρι πριν από μερικά χρόνια οι εργαζόμενοι που αμείβονταν με τον κατώτατο μισθό δικαιούνταν αύξηση ανάλογα με την προϋπηρεσία τους: ήταν οι λεγόμενες τριετίες. Έτσι, λάμβαναν αύξηση 10% όταν είχαν κλείσει τρία έτη προϋπηρεσία, αύξηση 20% όσοι είχαν κλείσει έξι χρόνια προϋπηρεσία, ενώ αύξηση 30% όσοι είχαν πάνω από εννέα έτη προϋπηρεσία.

Ωστόσο, οι μνημονιακές πολιτικές των τελευταίων κυβερνήσεων έπληξαν σχεδόν αμέσως το δικαίωμα αυτό των εργαζομένων. Έτσι το 2012, με νόμο της κυβέρνησης Σαμαρά, οι περαιτέρω μισθολογικές «ωριμάνσεις» ανά 3ετία αναστέλλονται μέχρι νεοτέρας και οι αποδοχές έκτοτε παραμένουν στα ίδια επίπεδα, αν όχι σε χαμηλότερα. Σύμφωνα με τον ίδιο νόμο, οι εν λόγω τριετίες θα «ξεπάγωναν» όταν το ποσοστό της ανεργίας έφτανε στο 10% του εργατικού́ δυναμικού – πράγμα που δεν έχει γίνει και απέχει πάρα πολύ για να γίνει. Που σημαίνει σε μεγάλο βάθος χρόνου όσοι είχαν τριετίες μεχρι το 2012 θα παραμένουν καθηλωμένες ενώ για τους μετά το 2012 αμειβόμενους δεν θα υπάρχουν τριετίες!

Σήμερα, το θέμα ήλθε ξανά στην επικαιρότητα, με αφορμή μια εγκύκλιο του Υπουργείου Εργασίας, σύμφωνα με την οποία από 1η Φλεβάρη αυξάνεται κατά 11% ο μεικτός κατώτατος μισθός όσων το 2012 είχαν λάβει αύξηση 10%, 20% 30% επί του αρχικού κατώτατου μισθού τους (ανάλογα με την προυπηρεσία τους) και εφόσον είχαν κλείσει τριετία. Επί του πρακτέου, ο νέος κατώτατος μισθός για τους άγαμους υπαλλήλους χωρίς προϋπηρεσία το 2012, διαμορφώνεται τώρα από 492 ευρώ καθαρά (586 ευρώ μικτά) στα 546 ευρώ καθαρά (650 ευρώ μικτά), δηλαδή θα λάβουν μια αύξηση της τάξης των 54 ευρώ. Υπενθυμίζεται ότι αν ίσχυαν οι τριετίες, ο ίδιος εργαζόμενος θα λάμβανε τώρα 655 ευρώ καθαρά, δηλαδή μισθό αυξημένο κατά 163 ευρώ.

Ποια είναι, όμως, η στάση των εργοδοτών στη συζήτηση που γίνεται για τις τριετίες; Σε κοινή δήλωσή τους για τον κατώτατο μισθό και τις τριετίες, ο Σύνδεσμος Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (ΣΕΒ) και οι Περιφερειακοί Βιομηχανικοί Σύνδεσμοι ούτε λίγο ούτε πολύ θέτουν ζήτημα νομιμότητας της εν λόγω εγκυκλίου: «Το Υπουργείο Εργασίας τροποποιεί την ισχύουσα νομοθεσία μέσω μιας λανθασμένης Υπουργικής Εγκυκλίου. Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία (άρθρο 103 του Ν.4172/2013 όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο πρώτο υποπαρ.ΙΑ.6 περ.2 του Ν.4254/2014) ο κατώτατος μισθός νοείται ως μία «μοναδική αξία (ποσό) αναφοράς». Δηλαδή με αυτόν τον νόμο οι τριετίες καταργούνται και αντικαθίστανται από ένα μοναδικό ποσό κατώτατου μισθού και ημερομισθίου για όλους, ανεξαρτήτως προϋπηρεσίας.

Συνεπώς, για το μεγάλο κεφάλαιο, η ισχύουσα ρύθμιση επιβάλλει κατάργηση των τριετιών στον κατωτατο μισθό και το κατώτατο ημερομίσθιο. Σύμφωνα με τον ΣΕΒ, ο νομοθετημένος κατώτατος μισθός και το νομοθετημένο κατώτατο ημερομίσθιο ως «μία μοναδική αξία (ποσό) αναφοράς», δεν μπορεί να μεταβληθεί: δεν ορίζεται από συλλογικές διαπραγματεύσεις και Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, δεν αποτελεί συνάρτηση προϋπηρεσίας, φύσης δουλειάς, άλλων παραγόντων.

Οι βιομήχανοι επαναλαμβάνουν εδώ κάτι που είχαν πει και παλιότερα, όταν ανακοινώθηκε η κατάργηση του υπο-κατώτατου μισθού: ότι ο κατώτατος μισθός και ημερομίσθιο θα πρέπει πάντα να καθορίζεται από κριτήρια παραγωγικότητας, ανταγωνιστικότητας και κερδοφορίας των μεγάλων εταιριών – από αυτά και μόνο εξαρτάται το ύψος των αμοιβών. Οποιαδήποτε άλλη ενέργεια (με άλλα κριτήρια) προκαλεί «οικονομική βλάβη» στη χώρα.

Για άλλη μια φορά, ο ΣΕΒ αξιοποιεί το αντεργατικό νομοθετικό πλαίσιο των μνημονίων των τελευταίων κυβερνήσεων για να τσακίσει ένα ακόμα δικαίωμα των εργαζομένων, παρουσιάζοντάς το ως παράνομο! Απαιτεί να μην πληρώνεται καμία τριετία και ζητά να εκδοθεί νέα εγκύκλιος, πλήρως εναρμονισμένη με τον νόμο του 2013, πλήρως υποταγμένη στο κεφάλαιο. Οι εργαζόμενοι οφείλουν να αντισταθούν στις πιέσεις και να προασπίσουν αυτό το δικαίωμα, και κάθε δικαίωμα που κινδυνεύει να καταπατηθεί και να γίνει έρμαιο στις ορέξεις των εργοδοτών.