Στις 12 του φετινού Δεκέμβρη, συμπληρώθηκαν είκοσι ακριβώς χρόνια από τον θάνατο της Φάντουα Τουκάν.
Γεννημένη το 1917 στην ιστορική πόλη Ναμπλούς της Δυτικής Όχθης, παιδί εύπορης οικογένειας Παλαιστινίων με αξιοσημείωτες επιδόσεις στα γράμματα, πνεύμα ανήσυχο, ξεχωριστής ευαισθησίας, η Φάντουα βρήκε τα πρώτα της πατήματα στην ποίηση όταν – πολύ νέα ακόμα, πήγε να ζήσει με τον αδερφό της Ιμπραΐμ στην Ιερουσαλήμ.

Έχοντας ήδη χαράξει δρόμο στα ποιητικά πράγματα, ο Ιμπραΐμ, ο οποίος συγκαταλέγεται επίσης μεταξύ των μεγάλων ποιητών της Παλαιστίνης, βοήθησε την κατά πολύ μικρότερη αδερφή του να ολοκληρώσει την εκπαί­δευσή της, σπρώχνοντάς την ταυτόχρονα να δοκιμάσει την ικανότητά της στο γρά­ψιμο.

Δεν πέρασε πολύς καιρός πριν αρχίσει να στέλνει ποιήματά της σε λογοτεχνικά περιοδικά του Καΐρου και της Βηρυτού με ψευδώνυμο, κι η δημοσίευσή τους της έδωσε την αυτοπεποίθηση που χρει­αζόταν για να συνεχίσει να βαδίζει στον δρόμο αυτόν με ολοένα αυξα­νόμενες αξιώσεις απ’ τον εαυτό της.

Το 1941 ο Ιμπραΐμ χάθηκε απ’ τη ζωή, και τον ακολούθησε λίγο αργότερα ο πατέρας της. Η τραγωδία κορυφώθηκε αμέσως μετά με τη ΝΑΚΜΠΑ του 1948, την αποκαλούμενη “Καταστροφή” από τους Παλαιστίνιους, κι η οργή της Φά­ντουα έγινε αγωνιστική και ποιητική κραυγή. Μετά τα μέσα της 10ετίας του ’50 ταξίδεψε στη Στοκχόλμη, την Ολλανδία, τη Σοβιετική Ένωση και τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, εμπλεκόμενη όλο και πιο ενεργά στην αγωνιστική και πολιτική δράση του Παλαιστινιακού λαού, κι η πολυεπίπεδη χειραφέτησή της – όπως και μιας πλει­οψηφίας Παλαιστινίων γυναικών, έχει προφανή αναφορά σ’ αυτόν τον στίβο.

Η δραματική έκβαση του ’67 – που τη βρήκε στη Ναμπλούς, την ώθησε σε μια έντονη, αδιάκοπη αντιπαράθεση με τους Ισραηλινούς, αντιπαράθεση που αντι­κατοπτρίζεται σ’ όλο σχεδόν το φάσμα του έργου της.
Η αντίστασή της στην ισραηλινή κατοχή υπήρξε οργανικό μέρος της ταυτότητάς της, τόσο στο κοινωνικό όσο και στο ποιητικό πεδίο. Για τον λαό της είναι πάντα η “Ποιήτρια της Παλαι­στίνης”, κι οι οκτώ ποιητικές συλλογές που εξέδωσε από το 1952 ως το 2000, αποτελούν μέρος της πολιτιστικής παρα­καταθήκης του Παλαιστινιακού λαού. Έχει τιμηθεί με πλήθος βραβείων, όχι μόνο στον Αραβικό κόσμο αλλά και στην Ευρώπη.

Υπήρξε ιδιαίτερα τολμηρή και αποκα­λυπτική στη δίτομη αυτοβιογραφία της, όπου αναφέρεται τόσο στον προσωπικό της βίο όσο και στην κοινωνική και πολιτική ζωή της Ναμπλούς, αλλά και στις συνήθειες και τα έθιμα των κατοίκων της. Στο ίδιο αυτό έργο απο­τυπώνει την πολιτική της δράση κι εμπειρία, τις καλλιτεχνικές της ανησυ­χίες και δραστηριότητες, την εμπλοκή της στον Παλαιστινιακό αγώνα, και τη συναναστροφή μ’ αρκετούς ακόμα ποι­ητές του τόπου της.

Όταν άφησε την τελευταία της πνοή – τον Δεκέμβρη του 2003, η Παλαι­στι­νιακή Αρχή, απευθυνόμενη στην παγ­κόσμια κοινότητα ανακοίνωσε τον θάνα­τό της με τα εξής λόγια: «Ανακοινώνουμε τον θάνατο της μεγάλης ποιήτριας της Παλαιστίνης, ένα καινοτόμο, αυθεντικό ταλέντο, μια κόρη της Ναμπλούς, ένα βουνό φωτιάς• κόρη της Παλαιστίνης, εκπαιδεύτρια, αγωνίστρια της δικαιοσύ­νης, πολιτισμικό πρότυπο, εξέχουσα λογο­τεχνική μορφή, κι αυτή που κέρδισε το μετάλλιο της Παλαιστίνης: η ποιήτρια Φάντουα Τουκάν.

Αρκετό μου είναι
Αρκετό μου είναι να πεθάνω στη γη απάνω,
να ενταφιαστώ μέσα της
να λιώσω βουλιάζοντας στο χώμα της το γόνιμο, να εξαφανιστώ…
Για να ξαναφυτρώσω σα λουλούδι
που το ‘κανε παιχνίδι ένα παιδί του τόπου μου.
Αρκετό μου είναι
να με κρατήσει η αγκαλιά της πατρικής μου γης
εγγύς της να ‘μαι όσο μια χούφτα χώμα,
ένας μίσχος από χορτάρι
ένα αγριολούλουδο.


Χάμζα (απόσπασμα)
Χάμζα λεγόταν ένας συνηθισμένος άντρας απ’ τα μέρη μου
που ‘φτιαχνε με τα χέρια του ψωμί.
Όταν τον είδα τελευταία,
η γη είχε ντυθεί το πένθιμο φουστάνι της
μέσα στην αυστηρή σιωπή
κι ένιωσα νικημένη.
Αλλά ο Χάμζα, ο μη-ξεχωριστός, είπε:
“Αδερφή, η παλλόμενη καρδιά της γης μας δεν παύει ποτέ να χτυπά
κι επιμένει, αντέχοντας αυτό που δεν αντέχεται,
τα μυστικά κρατώντας των λόφων και της μήτρας.
Αυτή η γη, απ’ όπου ξεπετάγονται αγκάθια κάκτων και φοίνικες
γεννάει και μαχητές ελευθερίας.
Η γη μας, το λοιπόν, αδερφή, είναι γυναίκα!”


Πόνοι γέννας
Απόψε ο άνεμος φυσάει απαλά γύρη ανάμεσα σ’ αφανισμένα χωράφια και σπίτια.
Η γη αναριγά με αγάπη, με την αγωνία της γέννας,
την ώρα που ο Κατακτητής διαδίδει ιστορίες υποταγής και παράδοσης.
Ω, Αυγή των Αράβων!
Πες του Σφετεριστή: η δύναμη της γέννας είναι πέρα από την αντίληψή του
γιατί της μάνας το τσακισμένο σώμα αποκαλύπτει ένα ρήγμα
απ’ όπου εκτοξεύεται ζωή,
μια ρωγμή όπου το φως ξημερώνει μέσα σ’ ένα δευτερόλεπτο
έτσι όπως το αιμάτινο τριαντάφυλλο ανθίζει στην πληγή.
(Μτφ: Μάχη Σμυρναίου)