Υπάρχουν τόποι που τα τείχη τους δεν είναι απλώς πέτρες. Είναι ποτισμένα με αίμα, βασανιστήρια, αγώνες και θυσίες. Ένας τέτοιος τόπος είναι το Γεντί Κουλέ. Οι φυλακές του Επταπυργίου συνδέθηκαν για δεκαετίες με τις διώξεις του λαϊκού και κομμουνιστικού κινήματος. Εκεί φυλακίστηκαν κομμουνιστές, ΕΠΟΝίτες, αγωνιστές του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ, μαχητές του ΔΣΕ. Από εκεί οδηγήθηκαν δεκάδες αγωνιστές στο εκτελεστικό απόσπασμα.

Κι όμως, σήμερα το Γεντί Κουλέ εντάσσεται, μαζί με άλλους αρχαιολογικούς και ιστορικούς χώρους, στη λογική της εμπορικής «αξιοποίησης», με δυνατότητα παραχώρησης για ιδιωτικές εκδηλώσεις. Η μετατροπή τόπων ιστορικής μνήμης σε σκηνικό δεξιώσεων και «γαστρονομικών δραστηριοτήτων» δεν αποτελεί κάποια αθώα «εξωστρέφεια». Αποτελεί μέρος μιας πολιτικής που αντιμετωπίζει την πολιτιστική κληρονομιά με τους όρους της αγοράς και, στην περίπτωση του Γεντί Κουλέ, απειλεί να απογυμνώσει τον χώρο από το βαρύ πολιτικό και ιστορικό φορτίο του.

Δεν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό.
Αποτελεί και αυτό, όπως και όσα θα δούμε παρακάτω, μια διαχρονική προσπάθεια του αστικού κράτους, του ιμπεριαλισμού και της ντόπιας ολιγαρχίας, να συκοφαντήσουν ή και να σβήσουν τις χρυσές σελίδες που έγραψαν, πρώτα και κύρια με το αίμα τους, οι κομμουνιστές στην Ελλάδα.
Μόλις απέναντι από το Γεντί Κουλέ, στο Πάρκο Εθνικής Αντίστασης στις Συκιές, οι εργασίες ανάπλασης έφεραν στο φως ομαδικούς τάφους εκτελεσμένων. Η έρευνα κατέληξε στην αποκάλυψη δεκάδων σκελετών σε ομαδικούς τάφους, που συνδέονται με τις εκτελέσεις πολιτικών κρατουμένων του Επταπυργίου την περίοδο του Εμφυλίου. Χρειάστηκε να περάσει σημαντικό χρονικό διάστημα από τις πρώτες αποκαλύψεις του Νοέμβρη του 2024 μέχρι τον χαρακτηρισμό του Πάρκου ως ιστορικού τόπου από το Υπουργείο Πολιτισμού τον Αύγουστο του 2026.
Η ίδια επιλεκτική μνήμη χαρακτηρίζει τη στάση απέναντι στην απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης. Η 30ή Οκτώβρη 1944 αναγνωρίστηκε επίσημα ως τοπική δημόσια γιορτή μόλις το 2016. Και όμως η ιστορική πραγματικότητα είναι συγκεκριμένη: στη Θεσσαλονίκη μπήκαν τα τμήματα του ΕΛΑΣ, μέσα σε μια πόλη που υποδεχόταν τους αντάρτες στους δρόμους. Το ΕΑΜ, ο ΕΛΑΣ και η ΕΠΟΝ δεν αποτελούν μια υποσημείωση της επετείου. Είναι αναπόσπαστο κομμάτι της.

Το ίδιο νήμα φτάνει μέχρι τις συγκλονιστικές φωτογραφίες των 200 της Καισαριανής που ήρθαν πρόσφατα στο φως. Οι 200 δεν ήταν κάποιοι αφηρημένοι «πατριώτες» ή απλώς «εκτελεσθέντες». Ήταν πολιτικοί κρατούμενοι και, στη συντριπτική τους πλειονότητα, κομμουνιστές, πολλοί Ακροναυπλιώτες, παραδομένοι από τη μεταξική δικτατορία στους κατακτητές. Η γενικόλογη παρουσίασή τους αφαιρεί από τη θυσία τους ακριβώς αυτό που εξηγεί γιατί βρίσκονταν εκεί.
Από την Καισαριανή μέχρι τις Συκιές και από την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης μέχρι το Γεντί Κουλέ, προβάλλει το ίδιο καθήκον: να μην επιτρέψουμε ούτε την εμπορευματοποίηση ούτε το σβήσιμο της ιστορικής μνήμης.
Το Γεντί Κουλέ δεν είναι χώρος για πάρτι. Είναι τόπος μνήμης και θυσίας. Και τέτοιος πρέπει να μείνει.