Σε νέα φάση εισέρχονται οι διαπραγματεύσεις για τη διευθέτηση του πολέμου στην Ουκρανία, καθώς αναθερμαίνονται οι διπλωματικές κινήσεις με στόχο να καθίσουν οι εμπλεκόμενες πλευρές στο τραπέζι του διαλόγου.
Την πρωτοβουλία αναλαμβάνει ξανά η Ουάσιγκτον, καθώς ο Τραμπ θέλει να κλείσει αυτό το μέτωπο και να επικεντρωθεί στην Κίνα και στην περιοχή του Ινδοειρηνικού, που αποτελούν τον βασικό του στόχο.
Η κυβέρνηση Τραμπ, σε αντίθεση με την προηγούμενη κυβέρνηση Μπάιντεν, θεωρεί την υπόθεση της Ουκρανίας τελειωμένη και επιδιώκει συμφωνία με τη Μόσχα που να εξυπηρετεί τους γεωπολιτικούς της σχεδιασμούς. Αντιμετωπίζει τον Ζελένσκι σαν στημένη λεμονόκουπα, ενώ κάνει ανοίγματα προς τον Πούτιν, βγάζοντάς τον από τη διπλωματική και οικονομική απομόνωση, επιδιώκοντας παράλληλα πολιτικά και οικονομικά οφέλη για τις ΗΠΑ.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός αντιμετωπίζει τον ρωσικό ως σύμμαχο ή εταίρο ή ότι παύει ο ανταγωνισμός για παγκόσμια ισχύ, σφαίρες επιρροής και αγορές. Ο ανταγωνισμός, που αποτελεί την κύρια πλευρά των σχέσεων ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις, δεν αποκλείει τις συνεννοήσεις όταν αυτές εξυπηρετούν συγκεκριμένους στόχους.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η προοπτική επανέναρξης τριμερών συνομιλιών ΗΠΑ–Ρωσίας–Ουκρανίας στο Αμπού Ντάμπι, όπως έχει ανακοινωθεί από τις εμπλεκόμενες πλευρές. Αυτή είναι η κατάληξη των πρόσφατων διπλωματικών επαφών της αμερικανικής πλευράς. Οι απεσταλμένοι του Τραμπ, Γουίτκοφ και Κούσνερ, συναντήθηκαν με τον Ζελένσκι και τους Ευρωπαίους στο Όσλο και στη συνέχεια μετέβησαν στη Ρωσία, όπου συνομίλησαν με τον Πούτιν.

Σε σχέση με παλαιότερες πρωτοβουλίες, οι Ευρωπαίοι επιδιώκουν πλέον πιο ενεργά να συμμετέχουν στις συνομιλίες, χωρίς, όπως φαίνεται σε αυτή τη φάση, να θέτουν μαξιμαλιστικές απαιτήσεις απέναντι στη Ρωσία.
Οι επιδιώξεις των Ευρωπαίων, αν και όχι χωρίς διαφωνίες, αποτυπώθηκαν στην πρόσφατη τηλεφωνική συνομιλία του Φινλανδού προέδρου Αλεξάντερ Στουμπ και του Νορβηγού πρωθυπουργού Γιόνας Γκαρ Στέρε με τον Πούτιν. Οι δύο ηγέτες διευκρίνισαν ότι δεν εκπροσωπούσαν την Ευρώπη συνολικά, καθώς η απευθείας επικοινωνία με τη Μόσχα προκαλεί διχογνωμίες μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών. Οι διαφωνίες αποτυπώθηκαν στην κριτική της πρωθυπουργού της Δανίας, Μέτε Φρέντερικσεν, που επέμεινε στην ανάγκη ενιαίας ευρωπαϊκής στάσης. «Στην πραγματικότητα, δεν γνωρίζω τι πιστεύουν ότι μπορούν να επιτύχουν με αυτό», δήλωσε η ίδια. Ο Ζελένσκι, ωστόσο, επικρότησε την πρωτοβουλία των δύο ηγετών, ευχαριστώντας τους για την «ενεργή» διπλωματική τους στήριξη.

Πίσω από τις διαφωνίες βρίσκονται οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα που διχάζουν τις μεγαλοαστικές τάξεις της Ευρώπης και πριμοδοτούν την άνοδο της ακροδεξιάς, η οποία εμφανίζεται με τον μανδύα του «φιλειρηνισμού». Πρόσφατα, στη Γερμανία, το AfD και το BSW ανέλαβαν πρωτοβουλία υπέρ της άρσης των κυρώσεων κατά της Ρωσίας και της διακοπής της βοήθειας προς την Ουκρανία.
Η έναρξη των συνομιλιών δεν σημαίνει ότι έχει βρεθεί κοινό έδαφος για την επίτευξη συμφωνίας. Οι διαφορές για τα εδάφη, τις εγγυήσεις ασφαλείας και τους όρους μιας ενδεχόμενης διευθέτησης παραμένουν μεγάλες. Χαρακτηριστική είναι η τοποθέτηση του Πούτιν κατά τη συνομιλία του με τους Σκανδιναβούς ηγέτες, όταν σημείωσε ότι «η επίτευξη μιας δίκαιης και μακροπρόθεσμης ειρήνης είναι δυνατή μόνο εάν ληφθούν πλήρως και άνευ όρων υπόψη τα νόμιμα συμφέροντα της Ρωσικής Ομοσπονδίας».

Για τον Τραμπ, οι κινήσεις αυτές συνδέονται με άμεσες εσωτερικές και ευρύτερες διεθνείς επιδιώξεις. Οι υψηλές τιμές των καυσίμων, ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών της 3ης Νοεμβρίου, πιέζουν πολιτικά την αμερικανική κυβέρνηση. Η συμφωνία για την προμήθεια ρωσικού ντίζελ και η προσωρινή χαλάρωση των περιορισμών στις σχετικές προμήθειες παρουσιάστηκαν ως μέτρα για την αύξηση της προσφοράς και τη συγκράτηση των τιμών, παρότι οι ποσότητες δεν αναμένεται να αλλάξουν από μόνες τους ουσιαστικά την εικόνα της αγοράς.
Η Ουάσιγκτον έχει, όμως, και ευρύτερους στρατηγικούς υπολογισμούς. Η συνεννόηση με τη Μόσχα αποσκοπεί και στον περιορισμό της σύμπλευσής της με το Πεκίνο. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ΗΠΑ εγκαταλείπουν τον ανταγωνισμό με τη Ρωσία ή ότι η τελευταία θα απομακρυνθεί από την Κίνα. Οι ΗΠΑ επιδιώκουν έτσι να ενισχύσουν τη θέση τους στους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται το ενδεχόμενο συνάντησης Τραμπ–Πούτιν–Σι στο περιθώριο της συνόδου της APEC, στις 18-19 Νοεμβρίου, στη Σεντζέν της Κίνας. Η συνάντηση δεν έχει οριστικοποιηθεί, αν και ο Τραμπ επιδιώκει να θέσει στην ατζέντα την «αποπυρηνικοποίηση». Στόχος του είναι να εντάξει και την Κίνα σε μια συμφωνία για τον περιορισμό των πυρηνικών εξοπλισμών, παρά το γεγονός ότι το κινεζικό πυρηνικό οπλοστάσιο υπολείπεται σημαντικά εκείνων των ΗΠΑ και της Ρωσίας.

Για τη Μόσχα, οι επαφές προσφέρουν τη δυνατότητα να επανέλθει στο κέντρο της διεθνούς διπλωματίας, να εξασφαλίσει οικονομικά περιθώρια και να κατοχυρώσει τα κέρδη της στο ουκρανικό μέτωπο, χωρίς να εγκαταλείψει τις βασικές αξιώσεις της. Ερώτημα παραμένει κατά πόσο οι αμερικανορωσικές συνεννοήσεις επηρεάζουν τον πόλεμο στο Ιράν και την πίεση που ασκεί η Τεχεράνη μέσω των Στενών του Ορμούζ.
Η φιλοφρόνηση του Γουίτκοφ προς τον Πούτιν, τον οποίο χαρακτήρισε «ανθρωπιστή», και η ανταπόδοση του χαρακτηρισμού προς τον Τραμπ από τον Ρώσο πρόεδρο αποκαλύπτουν τον απύθμενο κυνισμό και την υποκρισία των δύο ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Εμφανίζονται ως περιστέρια της ειρήνης, ενώ είναι γεράκια του πολέμου και της καταστροφής. Υπολογίζουν μόνο τους συσχετισμούς ισχύος και τα οικονομικά οφέλη, την ώρα που οι λαοί πληρώνουν το κόστος του πολέμου, των εξοπλισμών και της ενεργειακής ακρίβειας.