Η «Ασπίδα του Αχιλλέα», η στρατιωτική συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Ισραήλ, αποτελεί το πιο πρόσφατο βήμα σε μια ολοένα και στενότερη σχέση εξάρτησης μεταξύ των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και του ισραηλινού στρατιωτικού τομέα.
Τον Ιανουάριο, η Γερμανία και το Ισραήλ υπέγραψαν μνημόνιο για την ανάπτυξη μιας «κυβερνοασπίδας» με ισραηλινή τεχνολογία σε γερμανικό έδαφος. Έναν μήνα αργότερα, το Ισραήλ, η Ελλάδα και η Κύπρος εγκαινίασαν στη Λευκωσία Κέντρο Θαλάσσιας Κυβερνοασφάλειας.
Αν και οι πόλεμοι στη Γάζα και τον Λίβανο έχουν φαινομενικά οξύνει τις εντάσεις μεταξύ της ΕΕ και του Ισραήλ, οι διαφωνίες αυτές έχουν κάνει ελάχιστα για να επιβραδύνουν τη συνεργασία.
Οι τρεις κορυφαίες στρατιωτικές εταιρείες του Ισραήλ – Israel Aerospace Industries, Rafael Advanced Defense Systems και Elbit Systems – είτε ανήκουν στο κράτος είτε διατηρούν βαθιές θεσμικές διασυνδέσεις με τον ισραηλινό αμυντικό μηχανισμό, με ανώτατα στρατιωτικά στελέχη να συμμετέχουν στις διοικητικές τους δομές.
Ο ευρύτερος τομέας ασφάλειας του Ισραήλ έχει επίσης εξελιχθεί σε πόλο επενδύσεων. Σύμφωνα με την έκθεση High-Tech Report 2025 της Ισραηλινής Αρχής Καινοτομίας, οι ισραηλινές εταιρείες προσελκύουν σχεδόν το ένα τέταρτο των παγκόσμιων επενδύσεων στον κυβερνοχώρο.
Η πλήρης εικόνα του ρόλου του Ισραήλ στην ευρωπαϊκή άμυνα είναι δύσκολο να αποτυπωθεί. Πολλές συμβάσεις δε δημοσιοποιούνται για λόγους «εθνικής ασφάλειας», ενώ ορισμένες ισραηλινές εταιρείες δραστηριοποιούνται μέσω ευρωπαϊκών θυγατρικών. Ωστόσο, δεκάδες καταχωρίσεις στην ευρωπαϊκή βάση δεδομένων δημόσιων διαγωνισμών δείχνουν ότι οι ισραηλινές εταιρείες εξελίσσονται σε βασικούς προμηθευτές στρατιωτικών επικοινωνιών, συστημάτων επιτήρησης και ηλεκτρονικού πολέμου.
Πολλές από τις δημόσιες συμβάσεις – μεταξύ αυτών και η ελληνική συμφωνία ύψους 3 δισ. ευρώ – ανατέθηκαν απευθείας σε ισραηλινές εταιρείες, χωρίς να προκηρυχθούν ανταγωνιστικοί διαγωνισμοί, όπως προβλέπει κατά κανόνα η νομοθεσία της ΕΕ.
Οι ευρωπαϊκοί κανόνες για τις δημόσιες προμήθειες αντιμετωπίζουν τον ανταγωνισμό ως τον κανόνα, ακόμη και στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας. Οι απευθείας αναθέσεις επιτρέπονται μόνο σε περιορισμένες περιπτώσεις – για παράδειγμα, όταν υπάρχει πραγματική τεχνική αποκλειστικότητα ή συγκεκριμένοι λόγοι εθνικής ασφάλειας.
Οι απευθείας αναθέσεις εντείνουν την εξάρτηση. Τα εξειδικευμένα συστήματα εγκλωβίζουν έναν αγοραστή, όταν είναι σχεδιασμένα με τρόπο που επιτρέπει μόνο στον αρχικό προμηθευτή να τα συντηρεί ή να τα αναβαθμίζει.
Για παράδειγμα, το 2024 το ισπανικό υπουργείο Άμυνας ανέθεσε στη Rafael Advanced Defense Systems σύμβαση ύψους 1,17 εκατ. ευρώ χωρίς ανοιχτό διαγωνισμό, υποστηρίζοντας ότι η ισραηλινή εταιρεία ήταν ο μόνος προμηθευτής που μπορούσε να προσφέρει τον απαιτούμενο εξοπλισμό. Την ώρα που η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Πέδρο Σάντσεθ ακύρωσε αμυντικές συμβάσεις ύψους 1 δισ. ευρώ με το Ισραήλ, στο πλαίσιο αυτού που ο ίδιος χαρακτήρισε «πλήρες εμπάργκο όπλων» λόγω της «γενοκτονίας» στη Γάζα, η περιφερειακή κυβέρνηση της Μαδρίτης ζήτησε και έλαβε τον Ιανουάριο βοήθεια από τη Διεύθυνση Κυβερνοασφάλειας του Ισραήλ για την προστασία κρίσιμων υποδομών.
Η Ιταλία, εν τω μεταξύ, έχει δώσει επίσημα προτεραιότητα στην ισραηλινή τεχνολογία. Το 2024, η υπηρεσία κυβερνοασφάλειας της χώρας εισήγαγε ένα κίνητρο στις διαδικασίες προμηθειών, βάσει του οποίου το ισραηλινό λογισμικό κυβερνοασφάλειας αντιμετωπίζεται ισότιμα με τα προϊόντα από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ στους δημόσιους διαγωνισμούς.
Πολλές ισραηλινές εταιρείες ασφάλειας προωθούν τα προϊόντα τους ως τεχνολογίες που έχουν δοκιμαστεί σε πραγματικές επιχειρησιακές συνθήκες – ουσιαστικά εναντίον Παλαιστινίων που ζουν υπό ισραηλινή κατοχή.
Αλλά, ενδεικτικά για την ηθική της ΕΕ, όπως το έθεσε ο Νίκλας Χέρμπστ, Γερμανός κεντροδεξιός ευρωβουλευτής που συμμετέχει στην Αντιπροσωπεία για τις Σχέσεις με το Ισραήλ στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, «Θέλουμε να αγοράσουμε καθαρή συνείδηση ή θέλουμε να αγοράσουμε αμυντικά προϊόντα;»












