Τελικά, η επίσκεψη του επικεφαλής της CIA στη Μόσχα εγκαινίασε νέο κύκλο διπλωματικών ζυμώσεων γύρω από το Ουκρανικό. Κούσνερ και Γουίτκοφ επισκέφτηκαν διαδοχικά Μόσχα και Κίεβο, μεταφέροντας προτάσεις για τη διευθέτηση της πολεμικής σύγκρουσης, ενώ επανήλθαν οι συζητήσεις για την επανέναρξη τριμερών συνομιλιών Ρωσίας-ΗΠΑ-Ουκρανίας.
Η ουκρανική πλευρά δηλώνει ότι προετοιμάζεται για νέο γύρο τριμερών συνομιλιών μέσα στον Οκτώβρη. Η Μόσχα δηλώνει ανοιχτή στην επανέναρξη των επαφών, χωρίς όμως να έχει συμφωνηθεί χρόνος και τόπος. Ο Λαβρόφ, στο περιθώριο της συνόδου των BRICS, επανέλαβε ότι η Ρωσία είναι έτοιμη για διαπραγματεύσεις, αλλά δεν προτίθεται να αναστείλει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Παράλληλα, ανοίγει η συζήτηση για ενδεχόμενη συνάντηση των ηγετών ΗΠΑ και Ρωσίας στη σύνοδο των G20 στο Μαϊάμι τον Δεκέμβρη. Ο Ζελένσκι δήλωσε ότι θα μπορούσε να μεταβεί στο Μαϊάμι και να συναντήσει τον Πούτιν εφόσον αυτός παρευρεθεί. Η Μόσχα, όμως, δεν έχει αποφασίσει αν ο Ρώσος πρόεδρος θα συμμετάσχει. Ο Πεσκόφ απέρριψε την ιδέα συνάντησης στο Μαϊάμι, επαναλαμβάνοντας ότι, αν ο Ζελένσκι θέλει να συναντήσει τον Πούτιν, μπορεί να πάει στη Μόσχα.
Δεν πρόκειται για ασήμαντη διπλωματική λεπτομέρεια. Μια ενδεχόμενη παρουσία του Πούτιν στους G20 θα αποτελούσε σημαντικό βήμα πολιτικής επανένταξης της Μόσχας στο ανώτατο επίπεδο της διεθνούς διπλωματίας, παρά τις δυτικές κυρώσεις και το ένταλμα του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου σε βάρος του Ρώσου προέδρου.
Την ίδια στιγμή, ο Πούτιν βρέθηκε στη σύνοδο κορυφής των BRICS στο Νέο Δελχί, επιβεβαιώνοντας ότι, παρά τις δυτικές προσπάθειες απομόνωσης, η Ρωσία εξακολουθεί να συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση του ανατολικού ιμπεριαλιστικού μετώπου και να διατηρεί σημαντικές σχέσεις με μεγάλες δυνάμεις του λεγόμενου Παγκόσμιου Νότου.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ΗΠΑ έγιναν «φίλοι» της Ρωσίας ούτε ότι η Μόσχα εγκαταλείπει τις επιδιώξεις της. Σημαίνει ότι η Ουάσιγκτον, με βάση τις δικές της παγκόσμιες προτεραιότητες, επιχειρεί να περιορίσει ένα μέτωπο που έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα δαπανηρό και να διαμορφώσει νέα ισορροπία με τη Ρωσία.
Ανάλογα, οι κινήσεις Πούτιν και Ζελένσκι δείχνουν προσαρμογές στις νέες συνθήκες, προσπάθεια βελτίωσης της διαπραγματευτικής θέσης, κέρδους χρόνου και διερεύνησης ενός ενδεχόμενου συμβιβασμού. Ιδιαίτερα, η βαθιά εξάρτηση της Ουκρανίας από τη Δύση την υποχρεώνει να κινείται μέσα στα περιθώρια που διαμορφώνουν οι, συχνά αντικρουόμενες, επιδιώξεις των «προστατών» της.
Την ώρα που οι ΗΠΑ επιχειρούν να ανοίξουν δρόμο συνεννόησης με τη Ρωσία, η αντιπαράθεση της Μόσχας με την Ευρώπη και ιδιαίτερα με τη Γερμανία οξύνεται επικίνδυνα.
Η Γερμανία εντείνει τη στρατιωτική και πολιτική αντιπαράθεση με τη Μόσχα. Ο Μερτς υποστήριξε ότι η απόπειρα επίθεσης με drone στο αεροδρόμιο της Λειψίας είχε οργανωθεί στη Ρωσία και ότι η Γερμανία απέφυγε «κατά τύχη» μια μεγάλη καταστροφή. Η Μόσχα αρνείται την κατηγορία, ενώ ο Λαβρόφ χαρακτήρισε τις γερμανικές κατηγορίες προάγγελο «πραγματικού πολέμου».
Η αντιπαράθεση όμως δεν περιορίζεται στη ρητορική. Το Βερολίνο ενισχύει τη στρατιωτική βοήθεια προς την Ουκρανία, προωθεί τη γερμανική πολεμική βιομηχανία και επιμένει στην ευρωπαϊκή στρατιωτική προετοιμασία. Παράλληλα, η ιμπεριαλιστική Γερμανία διεκδικεί ενισχυμένο ρόλο στην Ευρώπη, γεγονός που τη φέρνει σε ακόμη μεγαλύτερη αντίθεση με την προοπτική ενός αμερικανορωσικού συμβιβασμού που θα καθόριζε τους όρους της επόμενης ημέρας χωρίς την ίδια.
Και η Ελλάδα δε μένει έξω από αυτή την επικίνδυνη πορεία. Από το 2022 η Αθήνα έχει αποστείλει σημαντικές ποσότητες στρατιωτικού υλικού στην Ουκρανία. Σύμφωνα με πρόσφατη ουκρανική καταγραφή, πρόκειται για περισσότερα από 340.000 τεμάχια στρατιωτικού υλικού, με την αξία της συνολικής βοήθειας να υπολογίζεται μεταξύ 350 και 450 εκατ. ευρώ.
Η απάντηση του Πούτιν ήταν ιδιαίτερα σκληρή. Απέρριψε τις εκτιμήσεις ότι η Ρωσία απειλεί την Ευρώπη, αλλά δήλωσε ξεκάθαρα ότι η ανάπτυξη ευρωπαϊκών στρατευμάτων στην Ουκρανία θα «σημαίνει πόλεμο κατά της Ρωσίας». Επέμεινε ότι η Μόσχα δεν επιδιώκει σύγκρουση με την Ευρώπη, εφόσον αυτή δεν προχωρήσει σε τέτοια κίνηση.
Έτσι, γίνεται ολοένα πιο καθαρό ότι το δυτικό στρατόπεδο δεν κινείται πλέον προς την ίδια κατεύθυνση και με την ίδια ταχύτητα στο Ουκρανικό.
Η Ουάσιγκτον επιχειρεί συνεννόηση με τη Μόσχα, ενώ Βερολίνο και άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις επιμένουν στην αντιπαράθεση, καθώς δεν θέλουν να χάσουν τον δικό τους ρόλο και τα συμφέροντά τους στην Ανατολική Ευρώπη. Οι αντιθέσεις αυτές δεν αποτελούν ακόμη πλήρη ρήξη ΗΠΑ–Ευρώπης. Αποτελούν όμως ένα βαθύ και διευρυνόμενο ρήγμα μέσα στο ίδιο στρατόπεδο, που η πορεία του Ουκρανικού κάνει ολοένα πιο ορατό.
Μέσα σε αυτό το έδαφος πρέπει να ιδωθεί και η εντυπωσιακή άνοδος της AfD στη Γερμανία, που έφτασε το 43,8% στη Σαξονία–Άνχαλτ. Η AfD και συνολικά η ακροδεξιά αξιοποιούν τη δυσαρέσκεια που προκαλούν η οικονομική στασιμότητα, η ακρίβεια, η κοινωνική υποβάθμιση και οι συνέπειες της οικονομίας πολέμου, προβάλλοντας μεταξύ άλλων τον περιορισμό ή τον τερματισμό της στρατιωτικής βοήθειας προς την Ουκρανία και την αποκατάσταση των σχέσεων με τη Ρωσία.
Η άνοδος της AfD δεν αποτελεί φιλολαϊκή διέξοδο. Εκφράζει, όμως, το βάθος της κρίσης του γερμανικού πολιτικού συστήματος και της συσσωρευμένης λαϊκής δυσαρέσκειας. Ταυτόχρονα, αποκαλύπτει ότι τμήματα του γερμανικού κεφαλαίου προβληματίζονται πλέον για τις συνέπειες της αντιπαράθεσης με τη Ρωσία και αναζητούν διαφορετικές κατευθύνσεις, χωρίς αυτό να σημαίνει έξοδο από τον ανταγωνισμό και την ιμπεριαλιστική πολιτική.
Το Ουκρανικό μπαίνει έτσι σε νέα φάση. Τα παζάρια δεν σημαίνουν ειρήνη. Είναι μέρος της αναμέτρησης για τους όρους της επόμενης ημέρας. Δεν έχουμε μπροστά μας αποκλιμάκωση, αλλά αναδιάταξη της σύγκρουσης. Οι αντιθέσεις ανάμεσα στους ιμπεριαλιστές οξύνονται, οι συσχετισμοί μετατοπίζονται και οι ανταγωνισμοί παίρνουν νέες μορφές. Και μέσα σε αυτή τη νέα, σύνθετη και ιδιαίτερα επικίνδυνη φάση, οι λαοί παραμένουν αυτοί που πληρώνουν το κόστος.












