Τίτλοι τέλους για τη φαρσοκωμωδία της διαβόητης «πρότυπης δίκης» στην οποία κατέφυγε η συνδικαλιστική ηγεσία της ΑΔΕΔΥ εδώ και σχεδόν ενάμιση χρόνο. Μια δίκη που προβλήθηκε και διαφημίστηκε όσο καμία άλλη κινητοποίηση από την πλειοψηφία της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, από τις παρατάξεις της ΔΑΚΕ(ΝΔ), της ΔΗΣΥΠ(ΠΑΣΟΚ), της ΕΑΕΚ(ΣΥΡΙΖΑ), της Συνδικαλιστικής Ανατροπής (πρώην ΠΑΣΚ) αλλά και της ΔΑΣ(ΚΚΕ). Όλοι μαζί σε ένα κλίμα μιας πρωτόγνωρης ομοψυχίας προχώρησαν σε συνεντεύξεις τύπου, σε παραστάσεις διαμαρτυρίας έξω από το ΣτΕ, σε εκδηλώσεις με όλη την επισημότητα στο κτίριο της παλιάς Βουλής. Έδωσαν μάλιστα βήμα και στους εκπρόσωπους του ΠΑΣΟΚ, του ΣΥΡΙΖΑ, της Νέας Αριστεράς αλλά και ακροδεξιών μορφωμάτων της Νίκης και της Ελληνικής Λύσης για να κάνουν πασαρέλα και να υπόσχονται -ανέξοδα- πως είναι στο πλευρό της ΑΔΕΔΥ και των δημοσίων υπαλλήλων, πως συμφωνούν με το αίτημα του δημοσιοϋπαλληλικού κινήματος. Όλο το πολιτικό προσωπικό της ντόπιας μεγαλοαστικής τάξης που έβαλε φαρδιά-πλατιά την υπογραφή του για την περικοπή του 13ου – 14ου μισθού, για την επιβολή των βάρβαρων μνημονίων, ξεπλύθηκε με τις ευλογίες της συνδικαλιστικής ηγεσίας της ΑΔΕΔΥ.
Η προσφυγή στο ΣτΕ με το αίτημα της επαναφοράς των δύο μισθών αποτέλεσε την «κορύφωση» των δράσεων της ΑΔΕΔΥ. Με την ευθύνη των δυνάμεων του κυβερνητικού συνδικαλισμού, των δεκανικιών του αλλά και των ρεφορμιστών της ΔΑΣ(ΚΚΕ) ολόκληρο το δημοσιοϋπαλληλικό κίνημα ανέμενε παραλυμένο την «πολυπόθητη» απόφαση του ΣτΕ. Η ηγεσία της ΑΔΕΔΥ επέλεξε αυτή την τακτική σε συνθήκες παρατεταμένης υποχώρησης του σ/κ, απουσίας απεργιακών αγώνων ενάντια στην κυβερνητική πολιτική, παρουσιάζοντάς την σαν τον «νυν υπέρ πάντων» αγώνα για την επαναφορά των μισθών. Μια τακτική που όχι μόνο δεν βοήθησε -όπως αποδείχθηκε- την ανάπτυξη του απεργιακού αγώνα αλλά αντίθετα τον υπονόμευσε, καθώς στρίμωξε το σ/κ στους διαδρόμους και στις αίθουσες των αστικών δικαστηρίων για να βρει υποτίθεται δικαίωση στα αιτήματά του.
Η απόρριψη
Ο «Λαϊκος Δρόμος» έγραφε χαρακτηριστικά για το συγκεκριμένο θέμα στις 13 Φλεβάρη 2025: «Λογαριάζει άραγε η συνδικαλιστική γραφειοκρατία τις συνέπειες μιας αρνητικής απόφασης, που καθόλου δεν μπορεί να αποκλειστεί; Μια τέτοια, διόλου απίθανη εξέλιξη, προσθέτει επιχειρήματα στην κυβέρνηση Μητσοτάκη, ισχυροποιεί τη θέση του και την άρνηση να επαναφέρει τους δύο μισθούς, νομιμοποιεί τη συνέχιση της πολιτικής της φτώχειας για τους εργαζόμενους στο δημόσιο. Θα έρθει να καλλιεργήσει ακόμα μεγαλύτερη απογοήτευση στους εργαζόμενους στο δημόσιο τομέα ενισχύοντας τη γραμμή της ηττοπάθειας και της υποχώρησης. Μια τέτοια εξέλιξη βέβαια θα βολέψει ιδιαίτερα τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία η οποία θα βρει μια λαμπρή ευκαιρία να σηκώσει τα χέρια ψηλά και με πρόσχημα τις δικαστικές αποφάσεις να κηρύξει την άτακτη υποχώρηση».
Στην απορριπτική του απόφαση το ΣτΕ σημειώνει ότι οι περικοπές δεν συνιστούν αδικία και ανισοτιμία σε βάρος των δημοσίων υπαλλήλων ούτε βέβαια είναι αντισυνταγματικές. Πριν ακόμα προλάβει να στεγνώσει το μελάνι της απόφασης, η κυβέρνηση της ΝΔ έσπευσε να την κάνει παντιέρα της και να εμφανιστεί δικαιωμένη για την πολιτική τής φτώχειας, της οικονομικής λεηλασίας των δημοσίων υπαλλήλων. Πρώτη και καλύτερη η Ζαχαράκη, υπουργός Παιδείας, σήκωσε τους ώμους της μπροστά στις εκπαιδευτικές Ομοσπονδίες (ΟΛΜΕ-ΔΟΕ) λέγοντας πως τα χέρια της είναι δεμένα και λόγω της απόφασης του ΣτΕ.
Το κυβερνητικό οπλοστάσιο ενισχύεται ακόμα περισσότερο σε μια ιδιαίτερα σοβαρή συγκυρία. Με την προωθούμενη συνταγματική αναθεώρηση η κυβέρνηση της ΝΔ επιχειρεί να παγιώσει το καθεστώς των περικοπών, καθιερώνοντας και συνταγματικά τους δημοσιονομικούς κόφτες την πολιτική της βαθιάς φτώχειας και των καθηλωμένων μισθών.
Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία στην ηγεσία της ΑΔΕΔΥ σφυρίζει αδιάφορα
Αμέσως μετά την απόφαση του ΣτΕ οι συνδικαλιστικές δυνάμεις των ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ όπως επίσης και του ΚΚΕ που έχει πλέον και την πρωτιά στην ΑΔΕΔΥ, έσπευσαν να υποβαθμίσουν το γεγονός δηλώνοντας επί λέξει ότι «το αποτέλεσμα ήταν αναμενόμενο» και πως «δεν περίμεναν να βρουν δικαίωση από τα δικαστήρια». Αν όμως τα πράγματα είναι όπως τα λένε αυτές οι συνδικαλιστικές δυνάμεις, αν όντως δεν περίμεναν τίποτα και είχαν προεξοφλημένο το αποτέλεσμα, τότε γιατί προσέφυγαν στα δικαστήρια; Γιατί έσυραν ολόκληρο το δημοσιοϋπαλληλικό κίνημα σε μια αδιέξοδη δικαστική διαμάχη, της οποίας το αποτέλεσμα ήταν από την αρχή γνωστό; Γιατί ακόμα οι δυνάμεις της ΔΑΣ/ΚΚΕ συναίνεσαν σε αυτό τον επιζήμιο δρόμο;
Αυτή η επιλογή της πλειοψηφίας της ηγεσίας της ΑΔΕΔΥ φανερώνει για μια ακόμα φορά την έλλειψη εμπιστοσύνης στη δύναμη του λαϊκού αγώνα. Δείχνει την απόσταση που χωρίζει τη συνδικαλιστική ηγεσία από τον κόσμο της εργασίας, τη φυγομαχία απέναντι στην κυβερνητική πολιτική και τελικά τη γραμμή της συνθηκολόγησης που υπηρετούν οι δυνάμεις του κυβερνητικού συνδικαλισμού αλλά και ο ποικιλώνυμος ρεφορμισμός.
Στο πιο πρόσφατο Γενικό Συμβούλιο της ΑΔΕΔΥ στις 31 Αυγούστου, αφού είχε εκδοθεί η απόφαση, σαν παράφωνη χορωδία οι παρατάξεις των ΔΑΣ – ΔΑΚΕ – ΔΗΣΥΠ – ΕΑΕΚ και Ανατροπή δήλωναν υποκριτικά πως δεν εγκαταλείπουν τον αγώνα για την επαναφορά των δύο μισθών. Όμως, αν η επιλογή τους να προστρέξουν στο δικαστήριο καλλιέργησε την προσμονή στον κόσμο της δημοσιοϋπαλληλίας, τότε η απορριπτική απόφαση σίγουρα επέτεινε ακόμα περισσότερο το κλίμα απογοήτευσης και της υποχώρησης του κινήματος. Και για αυτή την εξέλιξη έχουν ευθύνη όλες αυτές οι συνδικαλιστικές παρατάξεις χωρίς εξαιρέσεις και υποσημειώσεις.
Η «πρώτη» ΔΑΣ/ΚΚΕ στη γραμμή της ηττοπάθειας και των κοινοβουλευτικών αυταπατών
Η συνδικαλιστική παράταξη του ΚΚΕ, δεν μπορεί να συμπεριφέρεται ως να είναι η τελευταία τρύπα του ζουρνά. Είναι η πρώτη δύναμη μέσα στην ΑΔΕΔΥ και έχει βαρύτατες ευθύνες για αυτή την εξέλιξη. Πρώτον γιατί νομιμοποίησε με τη στάση της στη συνείδηση πλατιών προοδευτικών δυνάμεων τη γραμμή της ανάθεσης και των δικαστικών διεκδικήσεων αντί των αγώνων.
Δεύτερον, γιατί παρά τα μεγάλα λόγια που ξεστομίζει τώρα για απεργιακούς αγώνες με προετοιμασία, με διάρκεια και ένταση, βάζοντας ως κεντρική αιχμή την επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού, στην πραγματικότητα εγκαταλείπει κάθε προσπάθεια για την ανάπτυξή τους. Αντί για αγώνες, η ηγεσία της ΔΑΣ χειροκρότησε -όχι τυχαία- την πρόταση νόμου που κατέθεσε το ΚΚΕ για την επαναφορά των δύο μισθών στη Βουλή. Η εξέλιξη αυτή ήρθε ελάχιστα 24ωρα μετά την απόφαση του ΣτΕ. Η ηγεσία της ΔΑΣ αλλά και του ΚΚΕ επιβεβαίωσαν για μια ακόμα φορά την ηττοπαθή τους γραμμή, την έλλειψη εμπιστοσύνης στη δύναμη του μαζικού εξωκοινοβουλευτικού αγώνα. Επιβεβαίωσαν τις κοινοβουλευτικές αυταπάτες μέσα στις οποίες βαλτώνουν εδώ και δεκαετίες.
Χαρακτηριστικά, αξίζει να αναφέρουμε ότι οι «αγωνιστικές» προτάσεις που πρότεινε η ΔΑΣ ήταν η καρικατούρα κινητοποίησης των «συνδικαλιστικών στελεχών του δημοσίου» έξω από το κτίριο του υπουργείου Οικονομίας στις 31/8. Ακόμα παραπέρα στο Γενικό Συμβούλιο της ΑΔΕΔΥ που πραγματοποιήθηκε στις 31/8, το «αγωνιστικό» της πρόγραμμα περιλάμβανε συσκέψεις με φορείς και ομοσπονδίες του δημοσίου αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο για μια 24ωρη απεργία να αιωρείται. Ήταν πολύ βολική αυτή η γραμμή που χάραξε η ΔΑΣ, ώστε ακόμα και η ΔΑΚΕ να στοιχηθεί πίσω από αυτή και να εκφράσει τη συμφωνία της.
Ανυποχώρητα στο δρόμο του αγώνα
Η επαναφορά των δύο περικομμένων μισθών στο δημόσιο τομέα αλλά και το αίτημα για πραγματικές αυξήσεις είναι ζωτικής σημασίας στις σημερινές συνθήκες που η ακρίβεια σαρώνει τα εισοδήματα του λαού. Το δίκιο των αιτημάτων αλλά και η ικανοποίησή τους θα κριθεί στο δρόμο του αγώνα, όχι στο ναρκοθετημένο έδαφος των δικαστικών αιθουσών. Παρά τους αρνητικούς συσχετισμούς, το κλίμα της απογοήτευσης μπορεί και πρέπει να σπάσει. Τα οικονομικά αιτήματα και η αγωνιστική τους διεκδίκηση χωρίς ταλαντεύσεις, πρέπει να γίνουν το πρωταρχικό μέλημα όλων των σωματείων και των ομοσπονδιών του Δημοσίου. Είναι ανάγκη τώρα να αναπτυχθεί ένα ισχυρό πανδημοσιοϋπαλληλικό απεργιακό μέτωπο, ικανό να συγκρουστεί ανυποχώρητα με την κυβερνητική πολιτική για να ανατρέψει την περικοπή του 13ου – 14ου μισθού, ενός από τα πιο σκληρά μνημονιακά μέτρα.












