Δεν πρόλαβε ακόμα να στεγνώσει το μελάνι των εκτιμήσεων και ήρθε σήμερα (3/09) η ΕΛΣΤΑΤ να ανακοινώσει την κατάρρευση της οικονομίας για το 2ο τρίμηνο του 2020. Το 2ο αλλά και το 3ο τρίμηνο (Ιούλης, Αύγουστος και Σεπτέμβρης) δίνουν την εικόνα για την ελληνική οικονομία λόγω του τουρισμού.

Ήδη η πτώση του ΑΕΠ κατά 15,2% (25-29 δισ. €), συνοδευόμενη από την πτώση της κατανάλωσης κατά 10,2%, των επενδύσεων κατά 10,3% και των εξαγωγών κατά 32,1%, αποτελούν στοιχεία που πολύ λίγο μπορούν να τροποποιηθούν προς τα πάνω.

Και ναι μεν η κυβέρνηση μπορεί να παραμένει προσηλωμένη, τόσο στο «μαξιλάρι» των 37,5 δισ. €, (τα οποία αποκτήθηκαν με ματωμένες θυσίες του λαού και από τα οποία ήδη φαγώθηκαν τα 4 δισ. από την κυβέρνηση Μητσοτάκη) όσο και στα προσδοκώμενα 32 δισ. του «Ταμείου Ανάκαμψης», ωστόσο με τις φαραωνικές παροχές προς την ολιγαρχία και τις δυσκολίες να ξεπεραστούν οι σκόπελοι των αντιτιθέμενων στο «Ταμείο» κρατών-μελών (Ολλανδία, Αυστρία, Σουηδία, Δανία), φέρνουν μπροστά στα μάτια μας ένα σκοτεινό ορίζοντα, για τον οποίο θα κληθεί και πάλι ο πολύπαθος λαός μας να δώσει λύση, με πρωτοφανείς νέες περικοπές σε μισθούς, συντάξεις και κοινωνικές παροχές, αλλά και με ταυτόχρονη αύξηση της φορολογίας.
Το συμπέρασμα που βγαίνει αβίαστα από την τραγική κατάσταση στην οποία οδηγείται ο λαός μας, είναι πως η αναγωγή του τομέα των υπηρεσιών σε κυρίαρχο παράγοντα της οικονομίας αποτελεί καθοριστικό λάθος, το οποίο πληρώνεται ακριβά.

★★★

Ας μη θεωρηθεί ωστόσο πως η στοχοπροσήλωση στον τουρισμό, αποτελεί επιλογή των τελευταίων χρόνων. Όχι.
Στο αρχικό σχέδιο που είχε συγκροτήσει η Αμερικάνικη Αποστολή (American Mission for Aid to Greece- AMAG) το 1947 για την εφαρμογή του «Σχεδίου Μάρσαλ» στην Ελλάδα, είχε κατανείμει σημαντικά κονδύλια προς την τουριστική κατεύθυνση, με στόχο τον φθηνό τουρισμό για εκατομμύρια Αμερικανούς πολίτες. Απώτερος στόχος του βαθιού αμερικανικού κράτους, ήταν ο οικονομικός και πολιτισμικός εποικισμός της αμερικανικής κουλτούρας στη μετεμφυλιακή Ελλάδα, μέσω του «Σχεδίου Μάρσαλ». Για την κατανομή των κονδυλίων αξιοποιήθηκε η «Μελέτη των Αναγκών της Ελληνικής Τουριστικής Οικονομίας δια την τετραετίαν 1948-1951». Η επένδυση στον τουρισμό χαρακτηρίστηκε «υψηλού ρίσκου» από τους Αμερικανούς, αλλά παρ’ όλ’ αυτά εγκρίθηκε από την AMAG. Δημιουργήθηκε η Γ.Γ. Τουρισμού και για την επανεκκίνηση της τουριστικής επένδυσης συστήθηκε με τον ΑΝ.301565/1950 ο Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού (ΕΟΤ), που στελεχώθηκε από μια ομάδα αρχιτεκτόνων, πολιτικών μηχανικών, ζωγράφων, γραφιστών κ.α., μπασμένων στο νόημα της «τουριστικής Ελλάδας», όπως την προδιέγραφαν οι Αμερικάνοι. Έργο της ομάδας ήταν η ανεύρεση τοποθεσιών για την ανέγερση νέων τουριστικών εγκαταστάσεων (σειρά ξενοδοχείων «Ξενία»), η εκπόνηση αρχιτεκτονικών μελετών, η επίβλεψη της κατασκευής των νέων υποδομών, η ανάθεση της διαχείρισης και λειτουργίας των ξενοδοχείων, ο καθορισμός των γραφειοκρατικών διατυπώσεων εισόδου και παραμονής των ξένων επισκεπτών, η ίδρυση τουριστικών σχολών για την κατάρτιση ξενοδοχοϋπαλλήλων, η προβολή και διαφήμιση της χώρας στο εξωτερικό, η διοργάνωση φεστιβάλ και τοπικών γιορτών με βάση τα έθιμα και τις παραδόσεις κ.α. Τα πορίσματα της έρευνας αυτών των «ειδικών επιστημόνων» αποτυπώθηκαν σε σχετική Έκθεση όπου προβλήθηκαν τα «συγκριτικά πλεονεκτήματα» της χώρας (αρχαιολογικοί χώροι, ευχάριστο κλίμα, μαγευτικές παραλίες, ιαματικές πηγές, λαϊκές γιορτές με τοπικά έθιμα και παραδόσεις, λαϊκή φιλοξενία, ακόμα και… η πολεμική αρετή των Ελλήνων!), αλλά και τα μειονεκτήματα (έλλειψη παράδοσης στα ζητήματα τουρισμού, ανύπαρκτες ξενοδοχειακές υποδομές, επικίνδυνο οδικό δίκτυο, «ανατολίτικη» αντίληψη των πλατιών μαζών, έλλειψη εκπαίδευσης της ελληνικής υπαίθρου κ.α.).

Η επταετία της χουντικής δικτατορίας αποτέλεσε μία φθίνουσα παρένθεση στην «τουριστική Ελλάδα», η δε Μεταπολίτευση προχώρησε στο πνεύμα των μονοδιάστατων αμερικανοευρωπαϊκών επιλογών προς την κατεύθυνση του τριτογενούς τομέα, με επίκεντρο τον τουρισμό, απαξιώνοντας σιγά-σιγά την Έρευνα και Τεχνολογία, τόσο στο επίπεδο της βιομηχανίας όσο και στο επίπεδο της αγροτικής παραγωγής.
Το νήμα για την παρακολούθηση ή ακόμα και για την εφαρμογή των σύγρονων -καπιταλιστικών- τεχνολογικών επιτευγμάτων, έχει προ πολλού κοπεί. Το να στηθούν σήμερα -μεσούντος του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής- βιομηχανίες αντίστοιχου επιπέδου με τις προηγμένες χώρες, είναι σαν να ξεκινάς να πας με τα πόδια στο φεγγάρι!

Προς αυτό τον σκοτεινό ορίζοντα βαδίζει η χώρα, βασισμένη στις επιλογές των ξένων ιμπεριαλιστών και της ντόπιας ξενόδουλης μεγαλοαστικής τάξης.

Και η μακρόχρονη μεν αλλά και μοναδική λύση βρίσκεται στα χέρια του λαού, που με μία ριζική ανατροπή μπορεί να αλλάξει την οικονομική βάση και να προσαρμόσει την Έρευνα, την Τεχνολογία και τους τομείς παραγωγής στις λαϊκές απαιτήσεις.