Μία από τις κυρίαρχες μυθολογίες για το 1821 ήταν αυτή της ενιαίας και αδιαίρετης πορείας του ελληνισμού. Μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα (1800-1900), κανένας ιστορικός δεν κατέθεσε παρόμοια άποψη. Όμως ο Κ. Παπαρρηγόπουλος με το έργο του “Ιστορία του Ελληνικού Έθνους” άλλαξε τη ματιά των Ελλήνων και πρόσθεσε στην άρχουσα τάξη ένα ισχυρό όπλο και μία νέα ματιά στην ιστορική εξέλιξη.
Σύμφωνα με τον Κ.Παπαρρηγόπουλο και το έργο του, η τρισχιλιετής ιστορική «πορεία» των Ελλήνων χωρίζεται σε τρία μέρη (αρχαία, βυζαντινή, νέα) και ένα νήμα συνδέει τα τρία μέρη, το κοινό των Ελλήνων έθνος. Βέβαια, μέχρι το 1850 κανένας ιστορικός, στρατιωτικός νους ή μεμονωμένος διανοούμενος δεν ανατρέχει στον όρο έθνος για να προσδιορίσει τον ελληνισμό. Ο όρος έθνος συνδέεται με την αυγή και ανάπτυξη του καπιταλισμού, όταν ο τελευταίος σπάζει τα φεουδαρχικά (τσιφλικάδικα στην ανατολή) σύνορα και εκτείνεται ευρύτερα.
Ο Ι.Β. Στάλιν συμπύκνωσε τον ορισμό του έθνους γράφοντας ότι έθνος είναι ευρύτερη ομάδα ανθρώπων που έχουν κοινό έδαφος, οικονομία, γλώσσα, ήθη/έθιμα και ιστορική εξέλιξη. Έκτοτε, ο ορισμός αυτός χρησιμοποιείται ευρέως από σοβαρούς επιστήμονες και φωτίζει αρκετά τη συγκρότηση νεοπαγών κρατών, εθνών και εθνοτήτων. Δεν πρόκειται για έναν επιστημονικό συμβιβασμό ανάμεσα στην διανοούμενη αριστερά και δεξιά αλλά για ένα «σφιχτό» και θεμελιωμένο ορισμό που πατούσε στις σύγχρονες ανακαλύψεις και δεν ακροβατούσε στον ετσιθελισμό και την ιστορική κατασκευή, όπως έκανε ο Κ. Παπαρρηγόπουλος.
Μετά την ιστορία του ελληνικού έθνους η άρχουσα τάξη στη χώρα μας απόκτησε ένα θεωρητικό όπλο που συμμάζευε τα κομμάτια και θρύψαλά της. Διάφορες ιστορικές απόψεις με συνεκτικότερη αυτή του Φαλμεράυερ βρήκαν έναν ισχυρό αντίπαλο. Ο Γερμανός ιστορικός Φαλμεράυερ υποστήριζε ότι μετά τον 6ομ.Χ. αιώνα το σημερινό ελληνικό έδαφος παρέμενε ερημοποιημένο και κενό. Ήταν οι κτηνοτρόφοι Σλάβοι που το κατάλαβαν (με τις Σκλαβηνίες) και μέχρι το 1000 περίπου (αυτοκράτορες στο βυζάντιο οι Ίσαυροι) ήσαν κυρίαρχοι στον γεωγραφικό κορμό. Ο Φαλμεράυερ στηρίχτηκε περισσότερο σε δημοσιογραφικές μαρτυρίες και επιστημονική ανωριμότητα και όχι σε ιστορικές μελέτες, ωστόσο το έργο του επηρέασε πολλούς διανοούμενους της εποχής του. Συνοπτικά, στο ζήτημα αναπτύχθηκαν τρεις θεωρίες. Αυτή της απόλυτης ασυνέχειας και διάσπασης. Η δεύτερη, της απόλυτης ενότητας και συνέχειας στην οποία προσέτρεξε η άρχουσα τάξη. Και μια τρίτη που συνδυάζει και ταυτόχρονα υπερβαίνει τα δύο παραπάνω και στηρίζεται στην ενότητα και ασυνέχεια. Μία από τις εκδοχές της τρίτης άποψης, υποστήριξαν οι ιστορικοί του ΚΚΕ, το οποίο ήταν το μόνο κόμμα που προσέτρεχε στην επιστήμη όταν ήθελε να εξάγει πολιτικά συμπεράσματα. Στην αυγή, λοιπόν, του 19ου αιώνα στον ελλαδικό χώρο κατοικούσαν Έλληνες (ορθόδοξοι στο θρήσκευμα), Εβραίοι, Τούρκοι, Αρβανίτες, Βούλγαροι, Σέρβοι, Βλάχοι, Σαρακατσάνοι, Μακεδόνες και άλλες μικρότερες εθνότητες που όμως τις συνέδεε ένα κοινό πράγμα. Η αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού, πράγμα το οποίο προσέδιδε στον αγώνα εθνικοαπελευθερωτικά στοιχεία και δεύτερον, η απελευθέρωση της γης από τους τσιφλικάδες πράγμα το οποίο προσδιόριζε τα εσωτερικά κοινωνικά στοιχεία της επανάστασης. Μετά το μεσαίωνα, η τσιφλικάδικη, στην ουσία φεουδαρχική, ανατολικού τύπου οικονομία άρχισε να στενάζει κάτω από την ανάπτυξη νέων παραγωγικών σχέσεων στα Βαλκάνια, οπότε παρουσιάστηκαν και αναπτύχθηκαν τα πρώτα εθνικά κινήματα που έπαιρναν πιο ειδική μορφή ανάλογα με την ανάπτυξη που είχε η αναδυόμενη αστική τάξη σε κάθε γεωγραφικό χώρο (Έλληνες, Σέρβοι, Μαυροβούνιοι, Βούλγαροι, κλπ).
Αυτά τα αστικά κινήματα τροφοδοτούνταν και εμπνέονταν σε μεγάλο βαθμό από τις δύο πρώτες αστικές επαναστάσεις που συντάραξαν τον παλιό κόσμο. Αναφερόμαστε στην αγγλική επανάσταση (1648, Κρόμβελ) και στη Γαλλική (1789) που σηματοδοτούσαν τη νίκη ενός νέου κοινωνικού καθεστώτος και την αντικατάσταση της φεουδαρχικής κοινωνίας από την αστική και συνακόλουθα την αντικατάσταση των φέουδων και των ξεχωριστών ιδιοκτησιών από το «έθνος». Το 1821 τροφοδοτήθηκε και εμπνεύστηκε από τις πιέσεις αυτών των αναγκών και «δανείστηκε» πολλά στοιχεία από αυτές τις ρήξεις.
Ν’ ανοίξουμε μία αναγκαία παρένθεση ιστορικοπολιτικού χαρακτήρα. Ο ιστορικός Ν. Ψυρούκης στο έργο του για τις ελληνικές παροικίες (“Το παροικιακό φαινόμενο”) έχει δώσει άπειρη τροφή στους τροτσκιστές και στους υποστηρικτές της «ιμπεριαλιστικής Ελλάδας». Ο Ν. Ψυρούκης υποστηρίζει ότι ο ελληνικός εφοπλιστικός κόσμος και οι ελληνικές παροικίες (Οδησσός, Μασσαλία, κλπ) ανέπτυξαν μία αυτοδύναμη αστική τάξη που πυροδότησε την επανάσταση και κόντραρε στα ίσια τους Αγγλογάλλους. Πρόκειται για μύθευμα. Τα αγγλογαλλικά πλοία μετέφεραν σ’ όλο τον κόσμο πρώτες ύλες που είναι αναγκαίες για την ύπαρξη και ενδυνάμωση της βιομηχανίας. Ήδη από τον 17ο αιώνα έχουν εκτοπίσει από τις θάλασσες Ολλανδούς και Ισπανοπορτογάλους. Η ύπαρξη των ελληνόκτητων πλοίων και το δυνάμωμα των παροικιών έχουν κομπραδόρικο και μεταπρατικό χαραχτήρα και σε καμία περίπτωση η ελληνική πλοιοκτησία δεν αμφισβητεί την αγγλογαλλική προτεραιότητα. Αυτό φαίνεται σ’ όλη τη διάρκεια της επανάστασης του 1821, πριν από αυτήν και κατά τη διάρκεια συγκρότησης του ελληνικού κράτους. Κυρίως οι Άγγλοι αποικιοκράτες καθορίζουν την ανάπτυξη της χώρας μας και μαζί με τους Γάλλους προσανατολίζουν την οικονομία ώστε να εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους. Η «αποικιοκρατία β΄ τύπου», όρος που χρησιμοποιεί ο Ν. Ψαρούκης, επαναλαμβάνεται σήμερα από το ΚΚΕ, το ΝΑΡ και τους κάθε λογής τροτσκιστές για να αναδείξει το ρόλο των παροικιών και του ναυτιλιακού εμπορίου από τον 18ο αιώνα, που αποτέλεσε το όχημα των αστών, τύπου Βενιζέλου, εκατό χρόνια μετά το 1821. Δε θα ’ναι περίεργο η Μεγάλη Ιδέα να ξανάλθει στο προσκήνιο σήμερα από τους κάθε λογής ελληνοφρενικούς αλλά και τις παραφυάδες του Ν. Ψαρούκη στην αριστερά. Ίδωμεν.
Ας επανέλθουμε στο προκείμενο. Την εποχή της οθωμανικής αυτοκρατορίας ο περισσότερος πληθυσμός της Ελλάδας ζούσε καλλιεργώντας τη γη. Μαζί με τη γη αποτελούσε ιδιοκτησία ενός ανθρώπου, κατά κανόνα του τούρκου μπέη. Μετά το 1700 (περίπου) η εκμετάλλευση της γης γίνονταν με το σύστημα των τσιφλικιών στην ιδιοκτησία των οποίων συμμετείχαν και «Έλληνες». Οι καλλιεργητές των χωραφιών (τσιφτήδες) έδιναν το μεγαλύτερο μέρος της χρονιάτικης σοδιάς στον τσιφλικά και κρατούσαν το μικρότερο υπόλοιπο για να τραφούν (για να υπάρξει αναπαραγωγή) ή για να πληρώσουν τα χρέη που είχαν δημιουργήσει. Οι τσιφτήδες είχαν το δικαίωμα να μένουν στο τσιφλίκι αλλά όχι να το εγκαταλείψουν χωρίς την άδεια του τσιφλικά. Αν το έπρατταν, υποβιβάζονταν σε κουλουκτσήδες (άστεγοι, περιπλανώμενοι) και δούλευαν σε άλλο τσιφλίκι τυλιγμένοι χρέη και περιπλάνηση. Τσιφλίκια είχαν οι αγάδες, η εκκλησία και μερικοί πλούσιοι και προσκυνημένοι ορθόδοξοι Έλληνες, σαν αυτούς που εχθρεύονταν ο Κολοκοτρώνης. Τέτοια κατηγορία, αλλά και με διοικητικά προσόντα, ήταν οι δημογέροντες ή κοτζαμπάσηδες. Παράλληλα με τα παραπάνω, αλλά σε πολύ μικρότερη έκταση, ήταν τα ελευθεροχώρια, κυρίως σε ορεινές περιοχές (Ζαγόρια, Πήλιο). Αυτά πλήρωναν φόρους ή άλλα δοσίματα και είχαν ένα σχετικά ελεύθερο διοικητικό σύστημα, γι’ αυτό και ανάπτυξαν μία δική τους κλειστή μεν, αλλά εσωτερικά «ελεύθερη», διοικητική δομή. Στην ανατολική κυρίως Θεσσαλία βρίσκουμε τούρκικης προέλευσης οικογένειες τσιφλικάδων (τους κονιάρηδες), που έχουν ένα λιγότερο ασφυκτικό οικονομικό σύστημα από την κεντρική εξουσία.
Αναμφίβολα η επανάσταση του 1821 ήταν ένας σημαντικός κόμβος στην Ευρωπαϊκή Ιστορία. Πρώτον, γιατί έλυνε με βία μία πλευρά του ανατολικού ζητήματος. Η παραπαίουσα και παράλυτη οθωμανική αυτοκρατορία άρχισε να «γεννοβολάει» τα βαλκανικά, δηλαδή τα ευρωπαϊκά, κράτη. Δεύτερον, γιατί το ελληνικό πρόβλημα έδινε τη δυνατότητα να υπάρξει στην Ευρώπη ένας φιλελληνισμός που τροφοδοτούσε τον κλασικισμό στις τέχνες και τα γράμματα. Δεν έχει σημασία τι είχε στο κεφάλι του ο κάθε ξεχωριστός καλλιτέχνης. Τρίτον, γιατί στο ελληνικό-βαλκανικό έδαφος αναμετριόνταν εκτός από το δίπολο Τούρκοι-Έλληνες (ραγιάδες) και οι μεγάλες δυνάμεις (Αγγλία-Γαλλία-Ρωσία), άλλοτε μαζί κι άλλοτε χώρια για πρώτη φορά ύστερα από το Βατερλό και την σύμπτυξη της Ιερής Συμμαχίας. Το 1821 έσπαζε για -πρώτη φορά- τις παραγωγικές σχέσεις της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και με εθνικοαπελευθερωτικό πρόσημο εγκαθιδρύει ένα νεότευκτο κράτος. Το διάβασμα του 1821 με ταξικά, αντικοτζαμπασίδικα δηλαδή, κοινωνικά μάτια ήλθε πολύ αργότερα, όταν το ΚΚΕ και οι ιστορικοί του εισήγαγαν την υλιστική ματιά στην ιστορία και έβγαλαν από τα μάτια του λαού τις εθνικιστικές τσίμπλες. Αλλά κανείς δεν μπορεί να μειώσει τον εθνικοαπελευθερωτικό χαρακτήρα του 1821.
Ας συνεχίσουμε. Αυτή ήταν η μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού. Όμως στις πόλεις, τα κεφαλοχώρια και τα πλοία υπήρχε μία δυναμική μάζα ανθρώπων που ασχολούνταν με τα γεωργικά εργαλεία, τον καπνό, τα υφαντά, το μετάξι, τα ναυπηγεία (ταρσανάδες). Καραβάνια μετέφεραν με τους αγωγιάτες (κιρατζήδες) τα εμπορεύματα και πραματευτάδες εκτελούσαν το μεταπρατικό εμπόριο. Ναύτες με τα πλοία που διέσχιζαν τη Μεσόγειο. Ένα μεγάλο μέρος των εμπορευμάτων στα πλοία που διέσχιζαν τη Μεσόγειο βρίσκονταν στα χέρια Ελλήνων ναυτικών από τη νοτιοδυτική Ρωσία και τον Εύξεινο Πόντο ως τη δυτική Μεσόγειο και τη βόρεια Αφρική. Όλα αυτά έδωσαν μία τεράστια ώθηση στο εμπόριο και το κοντραμπάντο σ’ όλη την Ελλάδα και τα Βαλκάνια και στις καθυστερημένες παραγωγικές δυνάμεις που ασκούσε η Τουρκία (δίκαιο, ήθη, έθιμα, διοίκηση). Ιδίως μετά τη γαλλική αστική επανάσταση και τους ναπολεόντειους πολέμους μέχρι τις παραμονές της επανάστασης, τα πιο προωθημένα τμήματα του ελληνικού κεφαλαίου που στέναζαν κάτω από τον οθωμανικό ζυγό ζητούσαν ευκαιρία να εκραγούν. Σημειώνουμε ότι οι ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας βρίσκονταν στην Οδησσό (Σκουφάς, Ξάνθος) και η Ρωσία προσφέρονταν σαν το καταλληλότερο έδαφος να στεγάσει μία επαναστατική οργάνωση.
Συνεχίζεται…