Ελάχιστες μέρες απομένουν πλέον για τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ της 3ης Νοεμβρίου και οι οιωνοί δεν μοιάζουν ευνοϊκοί για τη διοίκηση της «χρυσής εποχής» του Ντόναλντ Τραμπ. Σύμφωνα με τις υπάρχουσες αναλύσεις και δημοσκοπήσεις, η αντιπολίτευση του κόμματος των Δημοκρατικών διατηρεί προβάδισμα, ενώ οι Ρεπουμπλικάνοι του Τραμπ δε μοιάζουν ικανοί να διασκεδάσουν τη δυσαρέσκεια που έχει συσσωρευτεί εις βάρους τους.

Μέσω των εκλογών θα ανανεωθεί το σύνολο των 435 εδρών της Βουλής των Αντιπροσώπων και 35 έδρες από τις 100 της Γερουσίας. Επίσης, 36 πολιτείες θα εκλέξουν νέο κυβερνήτη. Βλέπουμε λοιπόν ότι ενώ δεν αλλάζει η προεδρία, οι ενδιάμεσες εκλογές προσφέρονται για αποφασιστική αλλαγή των συσχετισμών πολιτικής δύναμης. Μέχρι στιγμής, η διοίκηση Τραμπ διατηρεί πλειοψηφία και στα δύο σώματα που συνθέτουν το λεγόμενο Κογκρέσο. Έχει φυσικά την προεδρία και υπενθυμίζουμε ότι ελέγχει και το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο. Καμία δικαιολογία δε μπορεί να επικαλεστεί ο Τραμπ περί παρεμπόδισης της πολιτικής που υποτίθεται ότι θα έκανε «την Αμερική μεγάλη ξανά»…
Όσον αφορά τη Βουλή των Αντιπροσώπων, οι Δημοκρατικοί αναμένεται με αρκετή βεβαιότητα ότι θα ανατρέψουν την κατάσταση και θα εξασφαλίσουν την πλειοψηφία. Χρειάζονται να αποσπάσουν μόλις 3 έδρες από τους Ρεπουμπλικάνους, ενώ οι πιο πρόσφατες δημοσκοπήσεις τους παρουσιάζουν να αποσπούν από 12 έως 22. Ακόμη και η αναδιοργάνωση των εκλογικών περιφερειών της διοίκησης Τραμπ σε διάφορες πολιτείες (Φλόριντα, Βόρεια Καρολίνα, Τέξας, Οχάιο) δε φαίνεται να μπορεί να αποτρέψει το ενδεχόμενο αυτό.

Όσον αφορά τη Βουλή, ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτών των εκλογών είναι η ανάδειξη υποψηφίων από τη βάση του κόμματος, σχετιζόμενων και υποστηριζόμενων από τις νέες πτέρυγες των Δημοκρατικών Σοσιαλιστών ή των Δημοκρατικών για τη Δικαιοσύνη. Πρόκειται για τις κατά τα φαινόμενα πιο προοδευτικές πτέρυγες του κόμματος των Δημοκρατικών και η ανάδειξη των υποψηφίων τους στις προκριματικές που προηγήθηκαν, έγινε σε αντιπαράθεση με τον εδραιωμένο κομματικό μηχανισμό αλλά και την διαβόητη AIPAC σε αρκετές περιπτώσεις. Πολλοί από αυτούς μάλιστα αναμένεται να εκλεγούν σίγουρα, αφού προσέρχονται σε ασφαλείς περιφέρειες για τους Δημοκρατικούς, στις πολιτείες Μίσιγκαν, Κολοράντο, Νέα Υόρκη, Μιζούρι, Φλόριντα, Ιλινόις και Τέξας.

Οι θέσεις που προβάλλουν είναι η πρόσβαση στην Υγεία (Medicare) για όλους, η κατάργηση της ICE (Υπηρεσία Τελωνειακού Ελέγχου και Μετανάστευσης) που τρομοκρατεί και κυνηγάει μετανάστες το τελευταίο διάστημα, η εναντίωση στο Ισραήλ και τη γενοκτονική του πολιτική, η εναντίωση στον πόλεμο με το Ιράν και η απόρριψη των μεγάλων δωρητών και ιδιαίτερα της διαβόητης φιλοϊσραηλινής AIPAC. Πολλοί έχουν μειονοτική ή και μεταναστευτική καταγωγή και προέρχονται από λαϊκά και εργαζόμενα στρώματα της Αμερικής. Η στρατηγική που ακολούθησαν ήταν να αμφισβητήσουν τους πιο μετριοπαθείς και καθεστωτικούς βουλευτές του κόμματος σε περιφέρειες που είναι ασφαλείς κατά κανόνα, στρέφοντας το πολιτικό σκηνικό προς τα αριστερά και ενισχύοντας τη συσπείρωση της βάσης.

Το μεγάλο όμως πρόβλημα για τη διοίκηση Τραμπ θα είναι αν χαθεί η πλειοψηφία και στη Γερουσία. Εκεί οι Δημοκρατικοί χρειάζεται να αποσπάσουν τέσσερις έδρες από τον Τραμπ. Δεν κρίνεται τόσο εύκολο, ωστόσο, όσο πλησιάζουν οι εκλογές πληθαίνουν τα δημοσιεύματα σύμφωνα με τα οποία, πολιτείες – κάστρα των Ρεπουμπλικάνων αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο της «άλωσής» τους από τους Δημοκρατικούς.
Μέχρι και η Αλάσκα αναφέρθηκε να κινδυνεύει, όπου η πρώην βουλευτής των Δημοκρατικών, Μέρι Περόλτα, θέλει να ανατρέψει τον Νταν Σάλιβαν. Ένας τρίτος υποψήφιος υπάρχει με πανομοιότυπο όνομα με τον εν ενεργεία γερουσιαστή. Η διοίκηση Τραμπ ισχυρίζεται ότι αποτελεί δόλωμα για να συγχυστούν οι ψηφοφόροι και να διασπαστεί η ρεπουμπλικάνικη ψήφος. Οπότε το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ κατέθεσε προκαταβολικά αγωγή στο ομοσπονδιακό δικαστήριο της Αλάσκα, απαιτώντας να μην πιστοποιηθούν ως έγκυρα τα αποτελέσματα αν ο υποψήφιος των Ρεπουμπλικάνων ηττηθεί με μικρή διαφορά. Πρόκειται για ενέργεια που ίσως δείχνει ότι πράγματι η εκλογική μάχη είναι αμφίρροπη, κάτι αδιανόητο μέχρι πρόσφατα.

Άλλες πολιτείες που θεωρείται ότι κινδυνεύουν να χαθούν για τους Ρεπουμπλικάνους είναι η Αϊόβα (είχε νικήσει ο Τραμπ με 13 μονάδες διαφορά), το Κάνσας που έχει να επιλέξει γερουσιαστή των Δημοκρατικών από το 1932, ενώ κινδυνεύουν και οι έδρες στο Μέιν, στη Βόρεια Καρολίνα, στο Οχάιο, ακόμη και στο Τέξας. Στην Τζόρτζια, η υποψηφιότητα των Δημοκρατικών έχει το προβάδισμα, ενώ έντονη μάχη αναμένεται στο Μίσιγκαν με την υποψηφιότητα του Αμπντούλ Αλ Σαγιέντ να δέχεται λυσσώδεις επιθέσεις από τοπική ισραηλινή επιτροπή, καθώς και από τον ίδιο τον Τραμπ.
Ο τελευταίος προσπάθησε πρόσφατα από το Κάνσας να φοβερίσει και να συσπειρώσει τη βάση του, δείχνοντας προς τη Γαλλία που κλονίζεται από τις διαδηλώσεις μαθητών, φοιτητών και εργαζόμενων, λέγοντας ότι αν επικρατήσουν οι Δημοκρατικοί, στις ΗΠΑ θα ξεσπάσουν ταραχές από ισλαμιστές και κομμουνιστές, αναπαράγοντας το ακροδεξιό (και νεοφιλελεύθερο πλέον) αφήγημα ότι οι κοινωνικές αναταραχές έχουν ως βάση τη μετανάστευση και όχι την αντιλαϊκή πολιτική.

Οπότε έχουμε μια ενεργοποίηση και συσπείρωση της βάσης των Δημοκρατικών, επί του εδάφους πιο προοδευτικών υποψηφίων και κόντρα στο κατεστημένο του κόμματος. Αυτοί χαίρουν και της στήριξης διάφορων δημοφιλών στελεχών των Δημοκρατικών, όπως η βουλευτής Αλεσάντρα Οκάσιο Κορτέζ, ο γερουσιαστής Μπέρνι Σάντερς και ο δήμαρχος Νέας Υόρκης, Ζοχράν Μαμντάνι. Από την άλλη, έχουμε απογοήτευση και αποσυσπείρωση της MAGA Αμερικής του Τραμπ.

Μόλις πριν δυο χρόνια ο τραμπισμός έμοιαζε πανίσχυρος μετά τις προεδρικές εκλογές, ενώ τώρα μοιάζει έτοιμος να υποστεί μια σοβαρή πολιτική ήττα. Η αλαζονεία της διοίκησης Τραμπ θεώρησε το αποτέλεσμα μόνιμο εξαπολύοντας την έξαλλη αντιλαϊκή της πολιτική. Η περιστολή της Medicare, οι επιδρομές της ICE, οι προκλητικές φοροελαφρύνσεις στους δισεκατομμυριούχους, η στήριξη της γενοκτονίας που διαπράττει το Ισραήλ, οι μαζικές απολύσεις και η ακρίβεια που προκαλούν τα κέντρα δεδομένων που ξεφυτρώνουν παντού, ενεργοποίησαν τον προοδευτικό και δημοκρατικό κόσμο στην Αμερική. Από ’κει και πέρα, ο πόλεμος με το Ιράν που εκτόξευσε την τιμή του ντίζελ με το οποίο κινούνται τα αμερικάνικα τρακτέρ, διέψευσε τις προσδοκίες της. Το ίδιο ισχύει και για το κουκούλωμα του σκανδάλου της λίστας Έπστιν. Το ίδιο ισχύει και για την αποτυχημένη πολιτική των δασμών που έφερε μόνο ακρίβεια.
Σίγουρα, κάποια από τα στρώματα που αποσυσπειρώνονται από τη βάση του Τραμπ δεν το κάνουν βάσει ευρύτερων κοινωνικών διεργασιών και ριζοσπαστικοποίησης του αμερικάνικου λαού, πιο πολύ μοιάζει να το κάνουν βάσει των οικονομικών τους συμφερόντων. Ακόμη κι έτσι όμως, και σε συνδυασμό με ό,τι συμβαίνει στο άλλο στρατόπεδο, ίσως διαφαίνεται μια μετατόπιση των λαϊκών διαθέσεων σε μια πιο προοδευτική κατεύθυνση.