Οι λαϊκές κινητοποιήσεις στην Αλβανία, που ξεκίνησαν στα τέλη Μαΐου ενάντια στην επένδυση του Τζάρεντ Κούσνερ στο Σαζάν και στη Ζβέρνετς και ενάντια στο ξεπούλημα του φυσικού πλούτου της χώρας, έχουν περάσει σε νέα φάση. Μετά από περισσότερες από 150 ημέρες αδιάκοπων καθημερινών συγκεντρώσεων μπροστά στο Πρωθυπουργικό Μέγαρο στα Τίρανα και σε άλλες πόλεις, από τις 13 Οκτωβρίου τη σκυτάλη πήρε η φοιτητική νεολαία, όπου χιλιάδες φοιτητές και μαθητές συγκεντρώθηκαν μπροστά στο Υπουργείο Παιδείας, και από τότε οι κινητοποιήσεις συνεχίζονται κάθε μέρα με μεγάλη αγωνιστικότητα και μαζικότητα. Τα αμφιθέατρα του Πανεπιστημίου των Τιράνων και του Πολυτεχνείου άδειασαν, η αποχή από τα μαθήματα επεκτάθηκε στα λύκεια, ενώ οι κινητοποιήσεις απλώθηκαν στο Ελμπασάν, στη Σκόδρα, στην Κορυτσά, στο Δυρράχιο, στη Λεζά και σε άλλες πόλεις. Στο πλευρό των φοιτητών βρίσκονται πλέον οι πανεπιστημιακοί διδάσκοντες, που απέχουν από τη διδασκαλία από τις 21 Οκτωβρίου, γιατροί, εκπαιδευτικοί, μικροεπαγγελματίες, αλλά και η διασπορά, με συγκεντρώσεις αλληλεγγύης από τη Ζυρίχη έως το Μόναχο.

Τα αιτήματα που προβάλλουν οι φοιτητές αφορούν το υψηλό κόστος των σπουδών, τις άθλιες συνθήκες στα πανεπιστήμια και τις εστίες, την έλλειψη οικονομικής στήριξης από το κράτος, την απουσία κάθε προοπτικής εργασίας μετά το πτυχίο, αλλά και τη διαφθορά που διαπερνά και την ανώτατη εκπαίδευση. Πολύ γρήγορα οι κινητοποιήσεις πήραν χαρακτήρα γενικευμένης απόρριψης όχι μόνο της κυβέρνησης Ράμα, αλλά του συνόλου του πολιτικού συστήματος που κυβερνά τη χώρα εδώ και τρεις δεκαετίες, όπως αποτυπώνεται στο σύνθημα που κυριαρχεί στους δρόμους: «Ο Ράμα στη φυλακή, ο Μπερίσα στη φυλακή». Η φτώχεια, η ακρίβεια, η διαφθορά που διαπερνά κάθε επίπεδο του κράτους και πάνω απ’ όλα η μεγάλη πληγή της μετανάστευσης, σε μία χώρα που ζουν εκτός συνόρων σχεδόν όσοι ζουν εντός αυτών, βρίσκονται στο επίκεντρο της λαϊκής οργής. Στους τοίχους των Τιράνων οι νέοι γράφουν «Δε θέλουμε να φύγουμε, φύγετε εσείς», αποτυπώνοντας γλαφυρά την άρνηση μιας ολόκληρης γενιάς να δεχτεί ότι η μόνη της επιλογή είναι η εξαθλίωση ή η ξενιτιά.

Από την πρώτη στιγμή, η κυβέρνηση απάντησε με ωμή καταστολή. Αύρες, χημικά, πλαστικές σφαίρες και γκλομπ, εκατοντάδες προσαγωγές, ανήλικοι που ξυλοκοπήθηκαν και συνελήφθησαν. Μέχρι τις 24 Οκτωβρίου οι ίδιες οι αρχές μετρούσαν πάνω από 300 τραυματίες, μεταξύ των οποίων και ο τραυματισμός του 28χρονου Έριον Βισκούλι που χτυπήθηκε στο μάτι από πλαστική σφαίρα της αστυνομίας. Ο Ράμα, αντί να λογοδοτήσει, ανακοίνωσε πακέτο κατασταλτικών μέτρων, το οποίο, όπως δήλωσε ο ίδιος, συντάχθηκε σε συνεργασία με τους «Ευρωπαίους εταίρους»: πρόστιμα έως 5.500 ευρώ ακόμη και για όσους απλώς παραμένουν σε συγκέντρωση όπου σημειώνονται επεισόδια, φυλάκιση έως έξι μήνες για όσους καλύπτουν το πρόσωπό τους, απειλές για στέρηση υποτροφιών και δωρεάν σπουδών. Την ίδια ώρα μοιράζει μπόνους 2.500 ευρώ στους αστυνομικούς, ενώ η Αντιτρομοκρατική ασκεί διώξεις για αναρτήσεις και καλέσματα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Παράλληλα, η κυβέρνηση επιχείρησε να απονομιμοποιήσει το κίνημα, αποδίδοντάς το σε «ξένα χέρια», σε «υβριδικό πόλεμο», στην «Antifa» και στην αντιπολίτευση, και να το ταυτίσει με τα επεισόδια και τις καταστροφές.

Το φοιτητικό κίνημα στην Αλβανία, στερούμενο μέχρι σήμερα οργανωμένων φοιτητικών συλλόγων, φαίνεται να μην έχει προς στιγμήν εκπροσώπους και ο συντονισμός γίνεται μέσα από λογαριασμούς στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, που καλούν καθημερινά σε αποχή και κινητοποιήσεις. Μέσα στη φωτιά του αγώνα, ωστόσο, γεννιέται και η ανάγκη της οργάνωσης: το «Πανεθνικό Φοιτητικό Κίνημα» (Lëvizja Studentore Kom­bëtare), που συγκρότησαν φοιτητές τις πρώτες μέρες της εξέγερσης, επιδιώκει να δημιουργήσει μια διαρκή δομή με εκλεγμένους αντιπροσώπους ανά σχολή και πανεθνική συνέλευση, αποκλείοντας από καθοδηγητικούς ρόλους όσους κατέχουν κομματικά αξιώματα.

Το ζήτημα της πολιτικής κατεύθυνσης του κινήματος εξακολουθεί να παραμένει ανοιχτό, παρά την (ατελέσφορη) προσπάθεια της αντιπολίτευσης του Μπερίσα να καπηλευτεί τις κινητοποιήσεις και να τις κεφαλαιοποιήσει, αλλά και την παρουσία μικρότερων κομμάτων στις κινητοποιήσεις και δεν φαίνεται προς στιγμήν να υπάρχει κάποια πολιτική δύναμη να το καθοδηγεί ή να αφήνει καθοριστικά το στίγμα της σε αυτές. Το ίδιο το κίνημα δηλώνει ακομμάτιστο, κάτι που εκφράζει τη βαθιά δυσπιστία της νεολαίας απέναντι σε ολόκληρο το πολιτικό σύστημα, αλλά ταυτόχρονα αφήνει ανοιχτό το ερώτημα «προς τα πού;».

Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για έναν αυθόρμητο λαϊκό ξεσηκωμό ενός λαού που έχει βιώσει επί δεκαετίες την εξαθλίωση, την ακραία διαφθορά και τον ξεριζωμό, και που έχει αγκαλιαστεί από τα πλατιά λαϊκά στρώματα της αλβανικής κοινωνίας και της διασποράς. Οι μαζικές ελπιδοφόρες κινητοποιήσεις αποδεικνύουν τη διάθεση του λαού και της νεολαίας να αγωνιστούν για ένα καλύτερο μέλλον στον τόπο τους. Ταυτόχρονα, όμως, αναδεικνύουν τη μεγάλη απουσία του επαναστατικού υποκειμένου, με ρίζες στην εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα, που θα μπορούσε να μπολιάσει αυτόν τον αγώνα, να συνδέσει τον ξεσηκωμό της νεολαίας με τους αγώνες των εργαζομένων και της αγροτιάς, και να τον καθοδηγήσει πέρα από μια απλή αλλαγή προσώπων στην κυβέρνηση, προς βαθύτερες κοινωνικές αλλαγές. Χωρίς αυτό, ο κίνδυνος να διοχετευτεί η λαϊκή οργή σε μια ακόμη εναλλαγή στην εξουσία, ή σε μια «τεχνοκρατική» λύση με την ευλογία των Βρυξελλών, παραμένει ορατός.