Η υπόθεση Καββαδία και ο κλοιός του Υπαλληλικού Κώδικα
–Τέσσερις εν ενεργεία εκπαιδευτικοί και ο εδώ και δύο χρόνια συνταξιούχος εκπαιδευτικός Γιώργος Καββαδίας καλούνται να απολογηθούν για υποθέσεις που ανάγονται στο 2023.
–Οι «γκρίζες ζώνες» του πειθαρχικού δικαίου, η απεργία, η δημόσια κριτική και το μήνυμα από την επιστροφή της Χρύσας Χοτζόγλου στο σχολείο
Μια υπόθεση που ξεκίνησε πριν από τρία χρόνια επιστρέφει σήμερα στο προσκήνιο και ανοίγει πολύ μεγαλύτερη συζήτηση από αυτήν που αφορά πέντε εκπαιδευτικούς του Πειραιά. Αφορά τα όρια του πειθαρχικού ελέγχου στο Δημόσιο, το δικαίωμα της απεργίας, τη συνδικαλιστική δράση, την ελευθερία άσκησης κριτικής στη διοίκηση και, τελικά, το ερώτημα εάν ένας εργαζόμενος μπορεί να βρίσκεται για χρόνια υπό την απειλή μιας πειθαρχικής εκκρεμότητας.
Στις 5 Αυγούστου 2026 κλήθηκαν σε απολογία, μετά από παραπομπές της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Πειραιά, τέσσερις εν ενεργεία εκπαιδευτικοί και ο Γιώργος Καββαδίας, συνταξιούχος εδώ και περίπου δύο χρόνια. Πρόκειται για τους Ακρίτα Καλούση, Δημήτρη Μητρόπουλο, Νάση Σακκιώτη, Νεκτάριο Χατζηανδρέου και το Γιώργο Καββαδία. Είναι προφανές ότι οι παραπάνω παραπομπές συνδέουν ευθέως τις κλήσεις με ένα ευρύτερο κύμα πειθαρχικών υποθέσεων στο χώρο της εκπαίδευσης.
Η κινητοποίηση κατά της PISA στο επίκεντρο
Η βασική υπόθεση αφορά τη συμμετοχή εκπαιδευτικών στη στάση εργασίας και στην κινητοποίηση της 10ης Μαΐου 2023 κατά των εξετάσεων PISA, κινητοποίηση η οποία είχε συνδικαλιστική κάλυψη.
Στους εκπαιδευτικούς αποδίδεται, σύμφωνα με τις ανακοινώσεις των σωματείων, η κατηγορία της «αναξιοπρεπούς ή ανάρμοστης ή ανάξιας για υπάλληλο συμπεριφοράς εκτός υπηρεσίας». Τα εκπαιδευτικά σωματεία θεωρούν ότι εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος: μια συνδικαλιστική κινητοποίηση κινδυνεύει, κατά την άποψή τους, να μεταφερθεί από το πεδίο της συλλογικής δράσης στο πεδίο του πειθαρχικού παραπτώματος.
Η υπόθεση δεν εμφανίζεται σε κενό χρόνο. Τον Ιούλιο είχαν προηγηθεί κλήσεις εκπαιδευτικών σε Τρίπολη και Κομοτηνή για τη συμμετοχή τους στην απεργία-αποχή από την αξιολόγηση, με τη ΔΟΕ να οργανώνει κινητοποιήσεις στις 17 και 20 Ιουλίου αντίστοιχα. Στη συνέχεια, εκπαιδευτικά σωματεία ανακοίνωσαν απαλλακτικές αποφάσεις σε υποθέσεις απεργών σε Πελοπόννησο και Θράκη.
Δεν πρόκειται, συνεπώς, μόνο για το εάν πέντε συγκεκριμένοι εκπαιδευτικοί θα τιμωρηθούν ή θα απαλλαγούν. Το κρίσιμο ζήτημα είναι ποιο μήνυμα εκπέμπεται προς χιλιάδες εργαζομένους όταν η συμμετοχή σε μια συλλογικά προκηρυγμένη κινητοποίηση μπορεί να συνοδεύεται από πολυετή πειθαρχική περιπέτεια.
Ο Γιώργος Καββαδίας: Πειθαρχική εκκρεμότητα και μετά τη σύνταξη
Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι αναμφίβολα εκείνη του Γιώργου Καββαδία.
Ο εκπαιδευτικός βρίσκεται εκτός ενεργού υπηρεσίας εδώ και περίπου δύο χρόνια, ωστόσο η πειθαρχική υπόθεση τον ακολουθεί και μετά τη συνταξιοδότησή του. Εκτός από την κατηγορία που συνδέεται με την κινητοποίηση κατά της PISA, του αποδίδονται και οι αιτιάσεις περί «κακόβουλης κριτικής των πράξεων της προϊσταμένης αρχής» και μη τήρησης της εχεμύθειας, για τις οποίες είχε ήδη απαλλαγεί διοικητικά τον Οκτώβριο του 2024.
Εδώ, όμως, χρειάζεται μια σημαντική νομική διευκρίνιση.
Ο Υπαλληλικός Κώδικας δεν λέει ότι κάθε πειθαρχική διαδικασία σταματά αυτομάτως τη στιγμή της συνταξιοδότησης. Το άρθρο 113, όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 5225/2025, ορίζει ότι ο υπάλληλος που έχει απολέσει την υπαλληλική του ιδιότητα δεν μπορεί να διωχθεί πειθαρχικά για πρώτη φορά μετά την αποχώρησή του, εάν όμως η διαδικασία είχε ήδη αρχίσει, μπορεί να συνεχιστεί και μετά τη λύση της υπαλληλικής σχέσης.
Αυτό σημαίνει ότι το ουσιαστικό νομικό ερώτημα στην περίπτωση Καββαδία δεν είναι αν απλώς «είναι συνταξιούχος, άρα δεν μπορεί να κληθεί». Είναι εάν και πότε είχε κινηθεί η συγκεκριμένη πειθαρχική διαδικασία πριν από τη συνταξιοδότησή του και ποιο ακριβώς είναι το αντικείμενο της σημερινής παραπομπής.
Η διάταξη, πάντως, αποκαλύπτει και κάτι πολύ ευρύτερο: η πειθαρχική ευθύνη μπορεί να ακολουθεί ένα δημόσιο υπάλληλο ακόμη και μετά το τέλος της επαγγελματικής του ζωής. Μάλιστα, εφόσον η διαδικασία συνεχίζεται μετά την αποχώρηση, ποινή ανώτερη του προστίμου μπορεί να μετατραπεί σε χρηματική ποινή έως και δώδεκα μηνιαίων αποδοχών.
Αυτό ακριβώς είναι που σωματεία χαρακτηρίζουν «καθεστώς ομηρίας» των εργαζομένων και των συνταξιούχων.
Ο Υπαλληλικός Κώδικας και οι επικίνδυνα πλατιές έννοιες
Ο ν. 5225/2025, που αναμόρφωσε το πειθαρχικό δίκαιο του Δημοσίου πάνω στο βασικό κορμό του ν. 3528/2007, παρουσιάστηκε από την κυβέρνηση ως μέσο επιτάχυνσης και αποτελεσματικότερης λειτουργίας της πειθαρχικής δικαιοσύνης.
Το πρόβλημα που θέτουν τα σωματεία είναι διαφορετικό: οι διατάξεις δεν αφορούν μόνο αυτονόητα σοβαρά παραπτώματα, όπως διαφθορά, πλαστογραφία ή κατάχρηση εξουσίας. Περιλαμβάνουν επίσης έννοιες με πολύ ευρύτερο ερμηνευτικό πεδίο.
Στον Κώδικα εξακολουθούν να περιλαμβάνονται ως πειθαρχικά παραπτώματα η «αναξιοπρεπής ή ανάρμοστη ή ανάξια για υπάλληλο συμπεριφορά», η παραβίαση εχεμύθειας, η απείθεια αλλά και η δημόσια «κακόβουλη άσκηση κριτικής» προς την προϊσταμένη αρχή, όταν αυτή συνοδεύεται από εν γνώσει ανακριβή στοιχεία ή χαρακτηριστικά απρεπείς εκφράσεις.
Ακριβώς αυτές οι διατυπώσεις προκαλούν ανησυχία: ποιος και με ποια κριτήρια αποφασίζει πότε η οξεία κριτική ενός συνδικαλιστή περνά τη γραμμή και γίνεται πειθαρχικό παράπτωμα;
Υπάρχει, μάλιστα, μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα αντίφαση μέσα στον ίδιο τον Κώδικα. Το άρθρο 107 αναφέρει ρητά ότι η άσκηση συνδικαλιστικής, πολιτικής ή κοινωνικής δράσης δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση από μόνη της αναξιοπρεπή ή ανάρμοστη συμπεριφορά. Η προστατευτική αυτή διάταξη υπήρχε ήδη στο προηγούμενο πλαίσιο και διατηρήθηκε και μετά τον ν. 5225/2025.
Επομένως, στην περίπτωση των εκπαιδευτικών του Πειραιά τίθεται ένα πολύ συγκεκριμένο ερώτημα που θα πρέπει να απαντήσει το πειθαρχικό όργανο: πώς συμβιβάζεται μια κατηγορία περί «αναξιοπρεπούς συμπεριφοράς» με τη ρητή πρόβλεψη του ίδιου νόμου ότι η συνδικαλιστική δράση δεν συνιστά τέτοιο παράπτωμα;
Η περίπτωση Χατζηανδρέου και ένα μήνυμα σε κάθε Σύλλογο Διδασκόντων
Ξεχωριστή είναι η περίπτωση του Νεκτάριου Χατζηανδρέου. Σύμφωνα με τις συνδικαλιστικές ανακοινώσεις, του αποδίδεται, μεταξύ άλλων, «κακόβουλη κριτική» προς την προϊσταμένη αρχή για σχόλιο σε ομάδα Viber του Συλλόγου Διδασκόντων, με αφορμή την κατάρρευση της Τράπεζας Θεμάτων στις εξετάσεις του Ιουνίου του 2023.
Και εδώ το θέμα ξεπερνά το συγκεκριμένο πρόσωπο. Εάν η εσωτερική, έστω οξεία, κριτική για μια σοβαρή δυσλειτουργία του εκπαιδευτικού συστήματος μπορεί να οδηγήσει σε πειθαρχική διαδικασία, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι ένα είδος διοικητικής αυτολογοκρισίας: εκπαιδευτικοί που θα προτιμούν να μη μιλούν, να μη γράφουν και να μη διαφωνούν.
Χρύσα Χοτζόγλου: Η άλλη πλευρά της ίδιας σύγκρουσης
Μέσα σε αυτό το τοπίο, η πρόσφατη εξέλιξη στην υπόθεση της Χρύσας Χοτζόγλου αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Στις 25 Αυγούστου κοινοποιήθηκε η λήξη της δυνητικής αργίας της και η εκπαιδευτικός επέστρεψε στο σχολείο της. Θεσμικά, η υπουργός Παιδείας Σοφία Ζαχαράκη αποδέχθηκε την εισήγηση του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου της ΠΔΕ Αττικής να μη συνεχιστεί η δυνητική αργία.
Η συνδικαλιστική αποτίμηση είναι επίσης σαφής. Σαφώς πρόκειται για νίκη του κλάδου, καθώς συνδέεται με τις δεκάδες κινητοποιήσεις των αγωνιστικών εκπαιδευτικών σωματείων.
Η υπόθεση δεν έχει τελειώσει πειθαρχικά, όμως η επιστροφή της Χοτζόγλου έχει ήδη αποκτήσει ιδιαίτερο συμβολισμό για την αγωνιστική πτέρυγα του εκπαιδευτικού κινήματος: αποτελεί απόδειξη ότι η συλλογική πίεση μπορεί να ανατρέψει μια ιδιαίτερα βαριά διοικητική συνέπεια.
Το πραγματικό διακύβευμα: Πειθαρχικό δίκαιο ή πειθαρχημένος εκπαιδευτικός;
Κανείς δεν μπορεί σοβαρά να υποστηρίξει ότι το Δημόσιο δεν χρειάζεται πειθαρχικό δίκαιο. Ένας υπάλληλος που διαφθείρεται, εκβιάζει, παρανομεί ή παραβιάζει βάναυσα τα καθήκοντά του πρέπει να ελέγχεται. Άλλο όμως αυτό και άλλο η δημιουργία ενός διοικητικού περιβάλλοντος όπου η απεργία, η διαμαρτυρία, η κριτική ή η συνδικαλιστική δράση μπορούν να γίνονται η αφετηρία πολυετών πειθαρχικών φακέλων.
Η υπόθεση Καββαδία είναι από αυτή την άποψη αποκαλυπτική. Ένας εκπαιδευτικός έχει κλείσει τον κύκλο της ενεργού υπηρεσίας του και εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπος με διαδικασίες που ξεκίνησαν όσο εργαζόταν. Ο Κώδικας επιτρέπει, υπό προϋποθέσεις, αυτή τη συνέχεια. Το ερώτημα όμως παραμένει βαθιά πολιτικό και δημοκρατικό:
Πόσο μακριά πρέπει να φτάνει η πειθαρχική εξουσία του κράτους απέναντι σε έναν εργαζόμενο που απεργεί, διαδηλώνει και ασκεί κριτική;
Οι απαλλακτικές αποφάσεις σε πειθαρχικά απεργών σε Πελοπόννησο και Θράκη και η επιστροφή της Χρύσας Χοτζόγλου δείχνουν ότι η έκβαση αυτών των υποθέσεων δεν είναι προδιαγεγραμμένη.
Και ίσως αυτή να είναι η σημαντικότερη πλευρά της σημερινής συγκυρίας: απέναντι σε ένα ολοένα αυστηρότερο πειθαρχικό πλαίσιο, το εκπαιδευτικό κίνημα επιχειρεί να μετατρέψει το φόβο σε συλλογική αντίσταση και τις διώξεις σε υπόθεση ολόκληρου του κλάδου.












