Η νέα σχολική χρονιά ξεκίνησε και το δημόσιο σχολείο βρίσκεται για άλλη μια φορά αντιμέτωπο με την πολιτική που το απαξιώνει, το υποβαθμίζει συστηματικά, ανοίγει δρόμους για την εμπορευματοποίηση και ιδιωτικοποίησή του. Η κυβέρνηση πανηγυρίζει για τους 5.000 διορισμούς μονίμων εκπαιδευτικών σε πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, τους οποίους περιέκοψε κατά 50% σε σχέση με τις αρχικές εξαγγελίες για 10.000 διορισμούς.

Αλλά και αυτοί οι κουτσουρεμένοι διορισμοί δεν επαρκούν ούτε στο ελάχιστο μιας και η περσινή σχολική χρονιά ολοκληρώθηκε με σχεδόν 50.000 καταγεγραμμένα κενά.

Τα κυβερνητικά στελέχη περνοδιαβαίνουν τα τηλεοπτικά παράθυρα σαν περιφερόμενος θίασος και κομπάζουν πως με το πρώτο κουδούνι οι εκπαιδευτικοί θα είναι όλοι στις θέσεις τους. Μια χιλιοειπωμένη υπόσχεση, που δεν πείθει πλέον ούτε και αυτούς που την ξεστομίζουν. Την 1η Σεπτέμβρη λοιπόν περίπου 30.000 αναπληρωτές εκπαιδευτικοί έλαβαν το πολυπόθητο γραπτό μήνυμα, το «SMS» στο κινητό τους, με το οποίο έμαθαν σε ποια περιοχή θα δουλέψουν φέτος.

Μια απλή αφαίρεση όμως αρκεί για να καταρρίψει τον κυβερνητικό μύθο. Οι 30.000 εκπαιδευτικοί, όσο κι αν τους ξεχειλώσουν, δεν μπορούν με τίποτα να καλύψουν τα 20.000 κενά που απομένουν. Για αυτό το λόγο η κυβέρνηση της ΝΔ, εφαρμόζοντας το δόγμα των περικοπών, προχώρησε μέσα στο καλοκαίρι σε μια σιωπηρή «σφαγή». Έκλεισε χιλιάδες τμήματα σε δημοτικά, γυμνάσια, λύκεια και ΕΠΑΛ με μοναδικό στόχο να περιορίσει τα κενά σε εκπαιδευτικούς. Οι συγχωνεύσεις και οι καταργήσεις τμημάτων το στοίβαγμα των παιδιών σε 25 – 28άρια τμήματα αποτελεί πλέον πάγια τακτική του Υπουργείου Παιδείας, που αδιαφορεί πλήρως για την ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης στη νέα γενιά.

Νέες αδικίες σε ένα άδικο πλαίσιο

Το διαβόητο «προσοντολόγιο Γαβρόγλου» που ψηφίστηκε από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ανέτρεψε δραματικά το εργασιακό τοπίο στην εκπαίδευση. Ακύρωσε εν πολλοίς την πολυπόθητη προϋπηρεσία για δεκάδες χιλιάδες εκπαιδευτικούς, που ως τότε αποτελούσε και το μοναδικό κριτήριο για την πρόσληψή τους. Έθεσε στο επίκεντρο τα λεγόμενα «προσόντα» δηλαδή το αέναο κυνήγι επί πληρωμή τίτλων και μεταπτυχιακών. Μεταμόρφωσε τη σειρά κατάταξης των εκπαιδευτικών σε μια κινούμενη άμμο, που διαρκώς μεταβάλλει το εργασιακό τοπίο, γεννά ανασφάλεια και αβεβαιότητα σε σχέση με τις προσλήψεις εκπαιδευτικών. Δεκάδες χιλιάδες εκπαιδευτικοί, για την ακρίβεια περισσότεροι από 150.000, έχουν μπει για τα καλά σε έναν αγώνα δρόμου για να αποκτήσουν -με το κατάλληλο αντίτιμο- τίτλους και προσόντα, με αντάλλαγμα μερικά μόρια για την πρόσληψη ή το διορισμό τους, για μια θέση στον ήλιο.

Σε αυτό το τοπίο η κυβέρνηση της Δεξιάς πρόσθεσε το 2024 μια νέα ανισοτιμία, της οποίας οι συνέπειες φάνηκαν τη φετινή χρονιά για πρώτη φορά. Το υπουργείο Παιδείας προχώρησε στην αναγνώριση της προϋπηρεσίας πολλών εκπαιδευτικών στην ιδιωτική εκπαίδευση, κάτι που συμβαίνει για πρώτη φορά, τουλάχιστον τα τελευταία 30 χρόνια. Αυτή η τροπολογία έφερε τα πάνω κάτω για χιλιάδες αναπληρωτές οι οποίοι είδαν τα ονόματά τους να καταβαραθρώνονται εκατοντάδες θέσεις πιο κάτω στους πίνακες των αναπληρωτών.

Πρόκειται για μια σοβαρή ανισοτιμία που δημιουργείται μέσα σε ένα ήδη άδικο πλαίσιο. Από τη μια είναι το «προσοντολόγιο» το οποίο ανακατεύει την «τρά­πουλα» των προσλήψεων κάθε χρόνο δημιουργώντας εργασιακή επισφάλεια. Από την άλλη είναι οι προσλήψεις και οι διορισμοί οι οποίοι παραμένουν σταγόνα στον ωκεανό, δημιουργώντας έτσι συνθήκες ενός σκληρού ανταγωνισμού ανάμεσα στους αναπληρωτές εκπαιδευτικούς. Μέσα σε αυτό το ανταγωνιστικό πλαίσιο η πρόσφατη τροπολογία εντείνει τον ανταγωνισμό, απαξιώνει ακό­μα περισσότερο την προϋπηρεσία χιλιάδων εκπαιδευτικών που για χρόνια εργάζονται στις εσχατιές της χώρας με πενιχρούς μισθούς και απαράδεκτες συνθήκες. Αυτές οι συνθήκες του ανταγωνισμού και του κατακερματισμού των εκπαιδευτικών είναι ιδιαίτερα βολικές για την κυβέρνηση αφού ο κύριος και αποκλειστικός υπαίτιος που δημιουργεί αυτού του είδους τις ανισοτιμίες, δηλαδή η κυρίαρχη πολιτική, παραμένει στο απυρόβλητο.

Όπως και να έχουν τα πράγματα, ένα από τα πιο κομβικά προβλήματα της δημόσιας εκπαίδευσης, η κάλυψη όλων των πραγματικών κενών, είναι το πραγματικό ζητούμενο. Το εκπαιδευτικό κίνημα ο­φείλει να παλέψει αποφασιστικά, ενιαία και ανυποχώρητα, για να πραγματοποιηθούν μαζικοί μόνιμοι διορισμοί που να καλύπτουν όλες τις ανάγκες και τα κενά στα σχολεία. Για να έχουν τα παιδιά του λαού όλους τους εκπαιδευτικούς στις αίθουσες.