Το κίνημα των Τεμπών γεννήθηκε από μια ξεκάθαρη και αυτονόητη λαϊκή απαίτηση: δικαιοσύνη και λογοδοσία για τους 57 ανθρώπους που χάθηκαν. Η δημιουργία, όμως, ενός κόμματος γύρω από την υπόθεση των Τεμπών αλλάζει τα δεδομένα. Ένα κομματικό εγχείρημα, καλείται πλέον να απαντήσει σε όλα όσα αφορούν τη διακυβέρνηση μιας χώρας: οικονομία, μεταφορές, υγεία, μεταναστευτικό, παιδεία. Και τότε οι διαφορές δεν μπορούν να κρυφτούν πίσω από το σύνθημα «χωρίς ταμπέλα», όπως διατυμπανίζεται για το κόμμα «Ελπίδα για τη Δημοκρατία». Οι πολιτικές θέσεις υπάρχουν, είτε τις ονομάζουμε δεξιές και αριστερές είτε όχι. Και το κόμμα της Καρυστιανού έχει δείξει πού τοποθετείται με τις γνωστές δηλώσεις σε σχέση με τις αμβλώσεις, τις γυναικοκτονίες και το μεταναστευτικό.

Ακόμη πιο δυσοίωνη είναι η εικόνα που δημιουργήθηκε μετά τη δήλωση της Καρυστιανού ότι, αν το κόμμα δεν καταφέρει να μπει στη Βουλή, δε θα έχει λόγο να παραμείνει στη χώρα. Παρά την προσπάθεια συνεργάτιδάς της να παρουσιάσει τη φράση ως «λεκτική υπερβολή», δεν εξαφανίζεται το πολιτικό της βάρος. Γιατί το μήνυμα ήταν ιδιαίτερα προβληματικό: «αν δε μας ψηφίσετε, θα φύγω». Ένα τέτοιο μήνυμα λειτουργεί εκβιαστικά προς μια κοινωνία που έχει ήδη επενδύσει τεράστιο συναισθηματικό βάρος στην υπόθεση των Τεμπών. Και μάλιστα σε μια περίοδο που οι εξελίξεις στη δίκη των Τεμπών είναι καταιγιστικές.
Ειδικότερα, ο πρώην υφυπουργός Χρήστος Τριαντόπουλος παραπέμφθηκε στο Ειδικό Δικαστήριο για το «μπάζωμα» στον τόπο του εγκλήματος και ανακοίνωσε ότι δε θα συμμετάσχει στις επόμενες εκλογές. Την ίδια ώρα, η κυβέρνηση, ενόψει και των εκλογών, επιχειρεί μέσα από νομικούς και πολιτικούς χειρισμούς να υποβαθμίσει το βάρος της παραπομπής, ενώ κυβερνητικά στελέχη επιμένουν στο τεκμήριο αθωότητας του Τριαντόπουλου.

Η ψήφος, ωστόσο, δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως προσωπική υποχρέωση απέναντι σε έναν άνθρωπο ούτε η πολιτική συμμετοχή να εξαρτάται από την επίτευξη ενός άμεσου εκλογικού αποτελέσματος. Και υπάρχει ένα ακόμη βαθύτερο ζήτημα με τη δήλωση Καρυστιανού. Τι είδους πολιτικό εγχείρημα είναι αυτό που, μπροστά στην πρώτη μεγάλη δυσκολία, αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο εγκατάλειψης; Ένα κόμμα που φιλοδοξεί να αλλάξει τα πράγματα δεν οφείλει να αποδεικνύει ότι διαθέτει αντοχή, συνέπεια, συλλογικότητα και σχέδιο;
Το μεγαλύτερο πρόβλημα, επομένως, δεν είναι απλώς αν θα πετύχει ή θα αποτύχει εκλογικά η «Ελπίδα». Είναι ο κίνδυνος να μετατραπεί η υπόθεση των Τεμπών από ένα πλατύ κοινωνικό αίτημα δικαιοσύνης σε ένα ακόμη κομματικό στοίχημα. Η δικαίωση των 57 δεν μπορεί να εξαρτάται από την εκλογική επιτυχία ή αποτυχία ενός προσώπου και ενός κόμματος. Το κίνημα των Τεμπών, με τις μεγαλειώδεις κινητοποιήσεις του, είχε δύναμη ακριβώς επειδή άνηκε στον λαό. Αν θέλει να παραμείνει ζωντανό, χρειάζεται συλλογικότητα, διαρκής κοινωνική πίεση και αγώνας στον δρόμο. Όχι ανάθεση της υπόθεσης στην αστική δικαιοσύνη ή σε έναν νέο πολιτικό φορέα με όλα τα χαρακτηριστικά των κομμάτων του αστικού κοινοβουλευτισμού. Και, ακόμη περισσότερο, όχι με την απειλή ότι όλα τελειώνουν αν αυτός δεν καταφέρει να περάσει το κατώφλι της Βουλής.