O πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξης Τσίπρας (Δ) συζητά με τον υπουργό Εργασίας Κωστή Χατζηδάκη (Α) στο περιθώριο των εργασιών του συνεδρίου «Το Σύστημα Υγείας στην COVID-19 και στη μετά-COVID-19 εποχή» που διοργάνωσαν η εφημερίδα «Πρώτο Θέμα» και το ygeiamou.gr, την Τρίτη 1 Ιουνίου 2021. ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΟΡΕΣΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Ποτέ δεν σταμάτησε ο ΣΥΡΙΖΑ να δίνει διαπιστευτήρια και να κάνει εποικοδομητικές προτάσεις στους εκπροσώπους της μεγαλοαστικής τάξης της χώρας και στα ξένα αφεντικά. Ξεκινώντας από το ζήτημα της πανδημίας, όπου έκανε «πλάτες» στην κυβέρνηση με το «μετά θα λογαριαστούμε», έφτασε στην υπερψήφιση του εμβληματικού νομοσχεδίου για την επένδυση Λάτση στο πρώην αεροδρόμιο του Ελληνικού, βρέθηκε σταθερά σε ρόλο «συμπολιτευόμενης», «υπεύθυνης» αντιπολίτευσης, έχοντας ψηφίσει πάνω από τα μισά νομοσχέδια της κυβέρνησης.

Αυτή την περίοδο, εν όψει της ψήφισης από την κυβέρνηση Μητσοτάκη του νέου αντεργατικού νομοσχεδίου, που μας οδηγεί πίσω στον εργατικό μεσαίωνα, φόρεσε την αγωνιστική του πανοπλία για να εκμεταλλευτεί την οργή και την αγανάκτηση του κόσμου.

Χαρακτήρισε τον αγώνα ενάντια στο αντεργατικό νομοσχέδιο ως «μητέρα των μαχών», ο δε Τσίπρας, μετά από έναν -και πλέον- χρόνο αδράνειας και αφωνίας, βουλιαγμένος στα αδιέξοδα που τον έφερε η πολιτική ουράς στην κυβέρνηση της ΝΔ, ανεβάζοντας αντιπολιτευτικούς τόνους, βρήκε την ευκαιρία να περιέλθει διάφορες πόλεις και να χαρακτηρίσει το νομοσχέδιο «πόλεμο ενάντια στην εργασία», στον οποίο «δεν υπάρχει άλλη επιλογή από το να πολεμήσεις (…) με στόχο να τον κερδίσεις τον πόλεμο».
Δεν παρέλειψε να υποσχεθεί πως όταν ο ΣΥΡΙΖΑ επιστρέψει στην κυβέρνηση θα καταργήσει όλες τις αντεργατικές ρυθμίσεις της ΝΔ, όπως το 2015 θα καταργούσε τα μνημόνια με ένα νόμο. Η ηγεσία του επιχειρεί ξανά με τη ρητορική της να αναβιώσει τα ξοφλημένα «αντιδεξιά μέτωπα» σαν κι αυτά που πλάσαρε την περίοδο των μνημονίων για να εγκλωβίσει το εργατικό-λαϊκό κίνημα στα αδιέξοδα των κοινοβουλευτικών του αυταπατών.

Αυτό που ισχυρίζεται ο ΣΥΡΙΖΑ, στα πλαίσια της ρεφορμιστικής πολιτικής του φιλοσοφίας, είναι ότι μπορούν να συνυπάρξουν η καπιταλιστική ανάπτυξη και η λαϊκή ευημερία. Εξωραΐζει ΕΕ-ΗΠΑ, όταν λέει ότι κανένας εργαζόμενος δεν πρέπει να παρασυρθεί από το αφήγημα περί «νεοφιλελεύθερου και εμμονικού Μητσοτάκη την ώρα που στην ΕΕ και στις ΗΠΑ φυσάει άνεμος αλλαγών και προόδου»(!!!) ή όταν ισχυρίζεται ότι τα νέα μέτρα της κυβέρνησης «απομακρύνουν το ελληνικό Εργατικό Δίκαιο από τα ευρωπαϊκά κεκτημένα»(!!!). Στην ουσία δίνει ξανά εξετάσεις στο ξένο και ντόπιο μεγάλο κεφάλαιο ότι είναι καλύτερος και ικανότερος κυβερνητικός διαχειριστής. Ότι μπορεί να εξασφαλίσει να περάσουν οι ανατροπές του αιώνα με κοινωνική συναίνεση και με ταξική ειρήνη.

Η «διευθέτηση» του χρόνου εργασίας είναι Ευρωενωσιακή Οδηγία (2003/88/ΕΚ) και έρχεται να χτυπήσει το σταθερό ημερήσιο χρόνο εργασίας, υλοποιώντας τις αξιώσεις των μονοπωλίων για να ενταθεί ο βαθμός εκμετάλλευσης και να αυξήσουν τα κέρδη τους. Στην κατοχύρωσή της έχουν συμβάλει όλες ανεξαιρέτως οι προηγούμενες κυβερνήσεις, όπως και ο ΣΥΡΙΖΑ. Όλες οι κυβερνήσεις συνέβαλαν στη διαμόρφωση του ασφυκτικού θεσμικού πλαισίου της «διευθέτησης», της ελαστικοποίησης της εργασίας, της κατάργησης της Κυριακάτικης αργίας, της παρεμπόδισης της συνδικαλιστικής δράσης, που σήμερα απογειώνει η κυβέρνηση της ΝΔ. Όλα τα μέτρα των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ, του ΣΥΡΙΖΑ, της ΝΔ, που ξηλώνουν ειδικά το δικαίωμα στο σταθερό, ημερήσιο, εργάσιμο χρόνο, έχουν στόχο να ρίξουν κι άλλο τους μισθούς, τα μεροκάματα, να εντείνουν την εκμετάλλευση.  

Έτσι, η σημερινή έρχεται να επεκτείνει αυτά τα οποία έχτισαν προηγούμενες κυβερνήσεις. Το νόμο 3986/2011 που ψήφισε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, τον εμπλούτισε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ με τον νόμο 4498/2017 και σήμερα η κυβέρνηση της ΝΔ πάει ακόμη ένα βήμα παραπέρα. Δεν υπάρχει λοιπόν δικαίωμα του εργαζόμενου που να μη «σκοντάφτει» στο πυκνό πλέγμα νόμων και διατάξεων των κυβερνήσεων των ΝΔ – ΠΑΣΟΚ – ΣΥΡΙΖΑ.

Η υποκρισία συνεπώς του ΣΥΡΙΖΑ είναι απύθμενου βάθους, γιατί -πέρα από τα λόγια- έχει βεβαρυμένο παρελθόν -αλλά και παρόν-, για να ζητάει τώρα «άφεση αμαρτιών» από τους εργαζόμενους.

Είναι πρόκληση να μιλάει σήμερα η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ για την υπεράσπιση του οχτάωρου, των συλλογικών συμβάσεων αλλά και των συνδικαλιστικών και δημοκρατικών δικαιωμάτων. Επί των ημερών του ο ΣΥΡΙΖΑ φόρτωσε στις πλάτες του λαού το τρίτο κατά σειρά μνημόνιο και πάμπολλα αντεργατικά και αντιλαϊκά μέτρα:

  • Απελευθέρωσε πλήρως τις ομαδικές απολύσεις.
  • Εγκαινίασε τις αντιδημοκρατικές ανατροπές στο συνδικαλιστικό κίνημα με την επιβολή του 50% +1 για την κήρυξη της απεργίας και τη νομιμοποίηση του «λοκάουτ».
  • Έδωσε τη δυνατότητα στις εμπορικές επιχειρήσεις να ανοίγουν τα καταστήματά τους, στο κέντρο της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, καθώς και σε μια σειρά από περιοχές της Αττικής όλες τις Κυριακές (32 τον αριθμό) από το Μάη έως τον Οκτώβρη. 
  • Επέβαλε περικοπές στα προνοιακά επιδόματα των χαμηλοσυνταξιούχων (ΕΚΑΣ).
  • Ψήφισε τον αντιασφαλιστικό νόμο Κατρούγκαλου που εγκαινίασε μια νέα μαύρη περίοδο για την κοινωνική ασφάλιση, ανοίγοντας το δρόμο στην ιδιωτικοποίησή της.
  • Δεν κατάργησε ούτε ένα από τα εκατοντάδες μέτρα των μνημονίων που επέβαλαν ΝΔ και ΠΑΣΟΚ την περασμένη δεκαετία.
  • Πρόσφερε ασυλία στην εργοδοσία και το μεγάλο κεφάλαιο, ώστε ανεμπόδιστα να καταπατά βάναυσα τις εργασιακές κατακτήσεις και το οχτάωρο, διαιώνισε το καθεστώς της απλήρωτης υπερεργασίας και των μισθών πείνας, ιδιαίτερα στη νέα γενιά εργαζομένων.

Επί της ουσίας ο ΣΥΡΙΖΑ δικαίωσε την προηγούμενη πολιτική της ΝΔ, δίνοντάς της τώρα νέα ώθηση για να σαρώσει κατακτήσεις και δικαιώματα ενός ολόκληρου αιώνα.

Εκτός όμως από όλα αυτά υπάρχει και η σημερινή πράξη. Οι παρατάξεις του σε ΓΣΕΕ, ΑΔΕΔΥ, ΕΚΑ, σε συλλόγους και σωματεία όλο αυτό το διάστημα τήρησαν «σιγήν ιχθύος», δεν προώθησαν καμιά αγωνιστική πρόταση, βρέθηκαν στο πλευρό των δυνάμεων του κυβερνητικού συνδικαλισμού. Πρόσφατα μάλιστα βρέθηκαν στο πλευρό του Παναγόπουλου, τορπιλίζοντας και αυτήν την απεργία της 3ης Ιούνη.
Το κοινωνικό κλίμα έχει τροποποιηθεί αισθητά. Η ΝΔ -παρά τα υποβολιμαία «γκάλοπ»- βρίσκεται σε προϊούσα φθορά και αυτό το αντιλαμβάνεται πολύ καλά η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Η λαϊκή αγανάχτηση ξεχειλίζει από τα κυβερνητικά εγκληματικά αδιέξοδα. Η νεολαία και το φοιτητικό κίνημα, οι υγειονομικοί, οι εκπαιδευτικοί βγαίνουν στους δρόμους για την υπεράσπιση της Δημόσιας Υγείας – Παιδείας, ο λαός αντιστέκεται στην αστυνομοκρατία και την καταστολή, υποχρεώνοντας την κυβέρνηση της ΝΔ σε μια μερική αναδίπλωση, οι εργαζόμενοι μπροστά στο νέο έκτρωμα ανησυχούν και φαίνεται ότι το κοινωνικό σώμα διατρέχουν «υπόγεια ρεύματα».

Προκειμένου λοιπόν να μην μείνει στο περιθώριο, ο ΣΥΡΙΖΑ θυμήθηκε και πάλι τους αγώνες, τους δρόμους και τις διαδηλώσεις -στις οποίες μετέχει δι΄ αντιπροσώπων- ποντάροντας στην επιτάχυνση της κυβερνητικής φθοράς και όχι φυσικά στην υπεράσπιση του οχτάωρου, των εργατικών κατακτήσεων και των συνδικαλιστικών-δημοκρατικών δικαιωμάτων.

Καμιά εμπιστοσύνη δεν θα πρέπει να δείξει ο λαός στη δημαγωγία του ΣΥΡΙΖΑ που επιχειρεί για άλλη μια φορά να εξαπατήσει τον κόσμο και να αποτελέσει τη χρυσή εφεδρεία του συστήματος της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, της φτώχειας και της υποτέλειας. Η υπεράσπιση των εργατικών κατακτήσεων, η αναχαίτιση της νέας αντιλαϊκής λαίλαπας περνά μέσα από τη μαζική και παρατεταμένη εξωκοινοβουλευτική πάλη του λαού σε αντιπαράθεση με τη δοκιμασμένη αντιλαϊκή πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ.