Mε τις αναθεωρημένες εκτιμήσεις του ΔΝΤ για τις προοπτικές της οικονομίας στις καπιταλιστικές χώρες, φαίνεται πως αυτές τείνουν να οδηγηθούν στα χαμηλότερα επίπεδα από την απαρχή της παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης, ακόμα και από την περίοδο 2007 – 2008.

Το ΔΝΤ αποδίδει την αναθεώρηση αυτή στην παγκόσμια οικονομία, στις έντονες εμπορικές διενέξεις, την πολιτική αστάθεια και στα υψηλά επίπεδα των χρεών.

Να σημειωθεί εδώ πως είναι η τρίτη φορά που το Ταμείο αναθεωρεί προς τα κάτω τις προβλέψεις του στο τελευταίο εξάμηνο.

Ειδικά για την ευρωζώνη εκτιμάται πως από το 2,4% που καταγράφηκε το 2017, σημειώθηκε επιβράδυνση το 2018 στο 1,8%, και αναμένεται νέα πτώση στο 1,3% για το 2019. Δηλαδή σε σχέση με τις προβλέψεις του Οκτωβρίου του 2018, που αναθεωρήθηκαν με την πρόσφατη έκθεση και ήταν 1,9% για την φετινή χρονιά και για το 2020 στο 1,5% από 1,7% τον Οκτώβριο.

Αντίστοιχα, μειωμένο είναι το εύρος των προβλέψεων για την παγκόσμια οικονομία στο 3,3% από το 3,7% των προβλέψεων του Οκτωβρίου για το 2019, ενώ εκτιμάται προς τα κάτω και για το 2020, στο 3,6% από 3,7%.

Έτσι για τις κυριώτερες καπιταλιστικές χώρες οι εκτιμήσεις του ΔΝΤ για το 2019 και το 2020 είναι :
Γερμανία: 0,8% και 1,4%
Γαλλία: 1,3% και 1,4%
Ιταλία: 0,1% και 0,9%
Ηνωμένο Βασίλειο: 1,2% και 1,4%
ΗΠΑ: 2,3% και 1,9%
Κίνα: 6,3% και 6,1%
Ιαπωνία: 1% και 0,5%
Ρωσία: 1,6% και 1,7%.

Παράγοντες που συντελούν στις εκτιμήσεις αυτές είναι η σημαντική επιβράδυνση που φαίνεται να σοβεί στην Γερμανία, η ιταλική στασιμότητα, η κατάσταση στα βρετανικά νησιά ενόψει του Brexit, οι εξελίξεις σε περιφερειακές οικονομίες, όπως η κρίση στην Αργεντινή και η ανάλογη στην Τουρκία, οι χρηματοδοτικές ανάγκες της Κίνας κλπ.

Γεγονός είναι πάντως πως πληθαίνουν στον διεθνή τύπο και ιδιαίτερα στον ευρωπαϊκό δημοσιεύματα για τα σε εξέλιξη κρισιακά φαινόμενα στις οικονομίες των κυριώτερων καπιταλιστικών χωρών.

‘Oσο «άστοχες» και λαθεμένες μπορεί να ήταν οι επιταγές, οι προσταγές του ΔΝΤ για την ελληνική οικονομία και την «διάσωσή» της μέσω της …βύθισής της, πλην όμως απόλυτα εύστοχες και ταξικά προσανατολισμένες για το μεγάλο κεφάλαιο και την οικονομική ολιγαρχία, πρέπει να παραδεχτούμε πως σε σχέση με τους παράγοντες που επηρεάζουν τις διεθνείς οικονομικές εξελίξεις οι επισημάνσεις που κάνει έχουν ένα βάρος.

Όπως για παράδειγμα και πάλι σε σχέση με την ισχυρότερη οικονομία της ευρωζώνης, την ναυαρχίδα της ΕΕ, την Γερμανία, είναι ηλίου φαεινότερο πως η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία θα θιγεί από την επιλογή Τράμπ να επιβάλλει δασμούς 20% στις εισαγωγές από την ΕΕ.

Και όχι μόνο αυτή, αλλά και σειρά από άλλα βιομηχανικά προϊόντα.

Από την άλλη πλευρά, δύο από τις κατά τεκμήριο ισχυρές τράπεζες της Γερμανίας, η Deutsche Bank και η Commerzbank οδηγούνται σε συγχώνευση. Με καταρχήν σχεδιαζόμενες ενέργειες τις απολύσεις προσωπικού και τις συγχωνεύσεις μονάδων, και μεσάζοντα για τον «γάμο» αυτό την γερμανική κυβέρνηση.