Με τις αποφάσεις των Συνόδων Κορυφής της ΕΕ, σε συνθήκες βαθιάς και παρατεταμένης οικονομικής κρίσης που ξέσπασε ιδιαίτερα στις χώρες του Νότου, επιταχύνθηκε ο ρυθμός κατεδάφισης όλων των μεταπολεμικών εργατικών κατακτήσεων, επιβλήθηκε μια αιματηρή εξοντωτική λιτότητα στην εργατική τάξη και τους λαούς της Ευρώπης, προκειμένου το ευρωπαϊκό μονοπωλιακό κεφάλαιο να μεγιστοποιήσει τα κέρδη του και να εξασφαλίσει καλύτερους όρους ανταγωνισμού απέναντι στα άλλα διεθνή οικονομικά κέντρα.

Μέσα από την οικονομική κρίση, ιδιαίτερα ενισχυμένος βγήκε ο γερμανικός ιμπεριαλισμός. Το Βερολίνο επιτάχυνε τις κινήσεις του για την προώθηση και επιβολή της οικονομικής και πολιτικής ηγεμονίας του στην ΕΕ, αξιοποιώντας, κατάλληλα, την οικονομική κρίση και τη δεινή θέση που βρέθηκαν οι αδύναμες εξαρτημένες χώρες, αλλά και η Γαλλία. Επεμβαίνει άμεσα στις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις των χωρών του Νότου και επιβάλλει κυβερνήσεις πρόθυμες να εφαρμόσουν απαρέγκλιτα την πολιτική πού εκπορεύεται από το Βερολίνο.

Η επιβολή νέων Συνθηκών, ακόμη πιο αντιδραστικών για τους λαούς και επωφελών για τον γερμανικό ιμπεριαλισμό, σε σχέση με τα υπόλοιπα κράτη, όπως το περιβόητο «Σύμφωνο Ανταγωνιστικότητας», αντανακλά τους νέους συσχετισμούς δυνάμεων που έχουν διαμορφωθεί ανάμεσά τους, καθώς και ανάμεσα στο ευρωπαϊκό μονοπωλιακό κεφάλαιο συνολικά, από τη μία πλευρά, και την εργατική τάξη και τους λαούς από την άλλη.

Αυτό αποτυπώθηκε και στη «Λευκή Βίβλο για τη γερμανική ασφάλεια» το 2016, ένα κείμενο «θεμέλιο», όπως χαρακτηρίστηκε, για την αναθεώρηση ύστερα από 10 χρόνια της «πολιτικής ασφάλειας» της Γερμανίας. Στον πρόλογο του κειμένου ξεκαθαρίζεται ευθύς εξαρχής από την Α. Μέρκελ: «Στις παρούσες κρίσεις η Γερμανία έδειξε ότι έχει τη θέληση να αναλάβει ευθύνες στην πολιτική ασφάλειας. Δείξαμε επίσης πως είμαστε έτοιμοι να αναλάβουμε την ηγεσία», ενώ προειδοποίησε ότι «η Ειρήνη και η σταθερότητα δεν είναι κάτι δεδομένο ακόμα και για την Ευρώπη».

Έχοντας επίγνωση της κλίμακας μεγέθους και του βάρους της Γερμανίας στην παγκόσμια οικονομία και πολιτική, η «Λευκή Βίβλος» υπογραμμίζει: «Μακροπρόθεσμα, είναι απίθανο η Γερμανία να διατηρήσει τη θέση της ως η τέταρτη μεγαλύτερη οικονομία παγκοσμίως. Οι οικονομίες των αναδυόμενων δυνάμεων στην Ασία και τη Λατινική Αμερική κατά πάσα πιθανότητα θα ξεπεράσουν τη γερμανική». Επισημαίνοντας έτσι πως δεν μπορεί να γίνει η Γερμανία παράγοντας διαμόρφωσης της παγκόσμιας σκηνής από μόνη της, έξω από τα πλαίσια μιας ενιαίας ΕΕ και ενός γερμανογαλλικού άξονα στον οποίον θα ηγείται.

Αν αυτά είναι τα ηγεμονικά, επεκτατικά σχέδια του γερμανικού ιμπεριαλισμού αυτό δεν σημαίνει ότι θα προχωρήσουν απρόσκοπτα ή θα υλοποιηθούν, και πολύ περισσότερο ότι θα εξασφαλίσουν τη σταθερότητα στο ιμπεριαλιστικό οικοδόμημα της ΕΕ που κλυδωνίζεται επικίνδυνα. Οι αντιπαραθέσεις τόσο στο εσωτερικό της ΕΕ, όσο και ανάμεσα στις ΗΠΑ και την ΕΕ, ξέσπασαν με τη μεγαλύτερη ένταση τα τελευταία δύο χρόνια ύστερα από το Brexit και την άνοδο του Τραμπ, πάνω στη βάση του ασίγαστου οικονομικού πολέμου και των συνεπειών της οικονομικής κρίσης, οξύνοντας παραπέρα τις πληγές του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος και ιδιαίτερα των καπιταλιστικών χωρών της Δύσης.

Η Γαλλία, η οποία χτυπήθηκε με το ξέσπασμα της καπιταλιστικής κρίσης, μετά την εκλογή Μακρόν και την επιβολή μια σειράς μέτρων προς όφελος του μονοπωλιακού κεφαλαίου, κάνει κινήσεις ισχυροποίησης της θέσης της στο πλαίσιο του γερμανογαλλικού άξονα. Κάνει πιο ενεργητική την παρουσία της στη Μέση Ανατολή, τη Μεσόγειο και τη Βόρεια Αφρική, παρεμβαίνει πολιτικά στην ΕΕ (προτάσεις Μακρόν για τη μεταρρύθμιση της Ευρωπαϊκής Ένωσης), εκμεταλλευόμενη την πολιτική δυστοκία στη Γερμανία και το Brexit, για να προωθήσει τα δικά της ιδιαίτερα συμφέροντα, ενώ προωθεί και την αναθέρμανση των σχέσεών της με τη Ρωσία.

Σε κάθε περίπτωση, μετά την απόφαση για αποχώρηση της Βρετανίας, το οικοδόμημα της ΕΟΚ και μετέπειτα ΕΕ, ύστερα από 60 χρόνια, βρίσκεται αντιμέτωπο με την πιο βαθιά κρίση της ιστορίας του, κλονίζεται και εξασθενεί η ιμπεριαλιστική του συνοχή και απειλείται με διάσπαση.

Απομένει επίσης να διαπιστωθεί τι θα προκύψει από τις βουλευτικές εκλογές του Μάρτη στην Ιταλία, αφού υπάρχει ενδεχόμενο να σχηματιστεί κυβέρνηση που θα θέσει ζήτημα αποχώρησης της Ιταλίας από το ευρώ και επαναφοράς του εθνικού της νομίσματος.

Αυτό που εμφανίστηκε από τους θιασώτες και προπαγανδιστές του ιμπεριαλισμού, στη χώρα μας και την Ευρώπη, σαν κάτι σταθερό και αδιατάρακτο, ο περίφημος «ευρωμονόδρομος», η περιβόητη «Ευρωπαϊκή ενοποίηση και ολοκλήρωση», στην οποία όφειλαν οι ευρωπαϊκοί λαοί να υποταχθούν σαν μία διαμορφωμένη αδήριτη πραγματικότητα, αποκαλύπτεται και καταρρίπτεται με πάταγο από τις εξελίξεις, σαν κάτι σάπιο, ασταθές και προσωρινό.

Το βρετανικό δημοψήφισμα ήρθε να καταδείξει πως ασυμβίβαστες αντιθέσεις φέρνουν σε αντιπαράθεση τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της ΕΕ για το ποιος θα κυριαρχήσει πάνω στον άλλο και ότι οι μεταξύ τους συμφωνίες και συμβιβασμοί είναι προσωρινοί, υπόκεινται σε συνεχείς τροποποιήσεις και γίνονται στα πλαίσια ενός μόνιμου και σκληρού ανταγωνισμού.

Την ίδια στιγμή το Προσφυγικό πυροδότησε νέες εσωτερικές συγκρούσεις και αποσυνθετικές διεργασίες στην ΕΕ, όπως συνέβη με τις μονομερείς αποφάσεις της λεγόμενης ομάδας χωρών Βίζεγκραντ και Αυστρίας. Τόσο τα αντιμεταναστευτικά, ξενοφοβικά και ρατσιστικά μέτρα στην Ευρώπη εναντίον των προσφύγων που μπόρεσαν να φτάσουν εκεί, όσο και η στρατοκρατική θωράκιση στις «πύλες εισόδου» και η προσφυγή στη νατοϊκή περιφρούρηση της Μεσογείου και του Αιγαίου, σηματοδοτούν την ένταση της πολιτικής αντίδρασης και του εκφασισμού στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή. Η οποία πηγαίνει χέρι-χέρι με τον ακρωτηριασμό των δημοκρατικών δικαιωμάτων και τα απανωτά κατασταλτικά μέτρα για την κατάπνιξη των εργατικών και λαϊκών αγώνων, που κορυφώθηκαν απότομα μετά τα εγκληματικά, προβοκατόρικα χτυπήματα του αποκαλούμενου «Ισλαμικού Κράτους» σε ευρωπαϊκές χώρες. Στο όνομα της ασφάλειας, επιβλήθηκε στην καρδιά της Ευρώπης στρατιωτικός νόμος, η Γαλλία κηρύχθηκε σε κατάσταση «πολέμου» και παρόμοια μέτρα πάρθηκαν και σε άλλα κράτη της ΕΕ.

Βγάζοντας το στρατό και τα τεθωρακισμένα στους δρόμους, καθηλώνοντας και επιδιώκοντας να εκφοβίσουν με τρομοσενάρια τους λαούς, διεγείροντας τις εθνικιστικές και ρατσιστικές προκαταλήψεις και υποδαυλίζοντας την ξενοφοβία, στρώνουν έτσι στην πράξη το δρόμο στην άνοδο των φασιστικών δυνάμεων και της ακροδεξιάς, που συμμετέχουν ήδη σε κυβερνήσεις συνασπισμού των ευρωπαϊκών αντιδραστικών δυνάμεων σε πολλές χώρες της ΕΕ.

Την ίδια στιγμή τα επιτελεία της ΕΕ συντάσσονται και στηρίζουν την αντιδραστική κυβέρνηση του Ραχόι στην Ισπανία, το αιματηρό κύμα βίας και τρομοκρατίας, συλλήψεων και φυλακίσεων που εξαπέλυσε, με σκοπό να καταπνίξει το δημοκρατικό κίνημα του λαού της Καταλωνίας, που αποφάσισε να ασκήσει το αναφαίρετο δικαίωμά του για αυτοδιάθεση και να παλέψει ενάντια στην εθνική καταπίεση.

Η άνοδος του Τραμπ στις ΗΠΑ συνοδεύτηκε, ιδιαίτερα το πρώτο εξάμηνο, με την εξαπόλυση μιας σφοδρής επίθεσης ενάντια στην ΕΕ και τη Γερμανία, καλώντας σε διάλυση της ΕΕ, αφού «μετατράπηκε σε όχημα του Βερολίνου» και εξυμνούσε τη στάση της Μεγάλης Βρετανίας για την απόφαση αποχώρησής της. Το ρήγμα που προκλήθηκε στο δυτικό ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο αποτυπώθηκε με τον πιο επίσημο τρόπο στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ, το Μάη του 2017, και στο ναυάγιο της Συνόδου των G7 που επακολούθησε.

Εκφράζοντας τη θέση της Γερμανίας μπροστά στη νέα κατάσταση που διαμορφώθηκε, η Μέρκελ δήλωνε αμέσως μετά: «Η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να βασίζεται πλήρως στους συμμάχους της. Το έζησα αυτό τις τελευταίες μέρες. Και για αυτό μπορώ μόνο να πω ότι εμείς οι Ευρωπαίοι πρέπει πραγματικά να πάρουμε τις τύχες μας στα χέρια μας. Θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι πρέπει να αγωνιστούμε μόνοι μας για το μέλλον μας, για τη μοίρα μας ως Ευρωπαίοι». Επρόκειτο για μία συνολική τοποθέτηση – κατεύθυνση της γερμανικής πολιτικής που γίνονταν για πρώτη φορά τόσο καθαρά, σκιαγραφώντας μια διαφορετική τροχιά από την πολιτική των ΗΠΑ, και τοποθετώντας τη Γερμανία σε θέση οδηγού της Ευρώπης που χαράζει τη δική της πορεία για να καθορίσει «το μέλλον και τη μοίρα των Ευρωπαίων», δηλαδή την παγκόσμια πολιτική και τα συμφέροντα του γερμανικού ιμπεριαλισμού σε όλους τους τομείς, οικονομικό, πολιτικό, στρατιωτικό.

Αν και τους τελευταίους μήνες επεδίωξαν και οι δύο πλευρές να συγκαλύψουν τις αντιθέσεις, να ρίξουν τους τόνους και να εμφανιστούν ΗΠΑ-ΕΕ-Γερμανία ότι βαδίζουν ενιαία στα πλαίσια της «δυτικής συμμαχίας», τα αντιτιθέμενα συμφέροντα βγάζουν στην επιφάνεια τους πολιτικούς, οικονομικούς και εμπορικούς ανταγωνισμούς τους, που εκδηλώνονται διαρκώς, σε πολλούς τομείς και περιοχές του κόσμου.

Στα πλαίσια αυτά ο Γερμανός Υπουργός Εξωτερικών, Γκάμπριελ, διαθέτοντας τη στήριξη όλων των αστικών κομμάτων, εξήγγειλε το νέο δόγμα της εξωτερικής πολιτικής της Γερμανίας στις αρχές Δεκέμβρη του 2017, που συνίσταται στην απεξάρτηση από τις ΗΠΑ και στον στρατηγικό επαναπροσδιορισμό της γερμανικής πολιτικής, με τη διαμόρφωση μιας «στιβαρής» ευρωπαϊκής πολιτικής, ιδιαίτερα στους τομείς της Ασφάλειας και της κοινής Εξωτερικής Πολιτικής, που θα καθιστούν την ΕΕ -και μέσω αυτής τη Γερμανία- «παράγοντα διαμόρφωσης της παγκόσμιας πολιτικής σκηνής», σε έναν κόσμο όπου «η παγκόσμια αμερικανική κυριαρχία γίνεται σιγά-σιγά παρελθόν» και «παντού όπου οι ΗΠΑ αποσύρονται -είτε πραγματικά είτε φαινομενικά- δεν τις διαδέχεται η Ευρώπη, αλλά άλλα κράτη».

Προσδιορίζοντας στη βαρυσήμαντη ομιλία του ο Γκάμπριελ, μέσα από μία «ψύχραιμη ανάλυση σε ποια σημεία θα συγκρουστούμε με τις ΗΠΑ, είτε περιστασιακά είτε μόνιμα», ανέφερε τα παρακάτω:

♦ Την απόφαση των ΗΠΑ για τις κυρώσεις στη Ρωσία που «επηρεάζουν υπάρχοντες γερμανικούς αγωγούς φυσικού αερίου στη Ρωσία» και «θέτουν μία υπαρξιακή απειλή για τα δικά μας οικονομικά συμφέροντα». Ταυτόχρονα επιχείρησε έναν γενικότερο επαναπροσδιορισμό της γερμανικής πολιτικής απέναντι στη «γειτονική» Ρωσία, «όπου η α­σφάλεια και σταθερότητα στην Ευρώπη διασφαλίζονται μέσω της συνεργασίας με αυτόν το γείτονα και όχι εναντίον του».

♦ Την καταγγελία από τις ΗΠΑ της συμφωνίας του 2015 για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, που υπέγραψαν ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα, Γερμανία, Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία με το Ιράν, η οποία δημιουργεί μία επικίνδυνη κατάσταση στη Μέση Ανατολή και πλήττει μεγάλα οικονομικά συμφέροντα των γερμανικών μονοπωλίων. Επίσης η αναγνώριση της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας του Ισραήλ από τις ΗΠΑ, κάνει εκρηκτική την κατάσταση στη Μέση Ανατολή και βλάπτει τα γενικότερα συμφέροντα του γερμανικού ιμπεριαλισμού στην περιοχή.

♦ Την απόφαση του Τραμπ να επαναδιαπραγματευθεί την ισχύουσα συμφωνία ελεύθερου εμπορίου στη Βόρεια Αμερική (NAFTA) ανάμεσα στις ΗΠΑ, το Μεξικό και τον Καναδά, με σκοπό να βάλει υπέρογκους δασμούς (40%) στα γερμανικά αυτοκίνητα που κατασκευάζονται σε γερμανικά εργοστάσια στο Μεξικό και εισάγονται κατά χιλιάδες στις ΗΠΑ, απειλώντας έτσι να καταφέρει βαρύ πλήγμα στη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία.

Σε όλα αυτά θα πρέπει να προστεθεί ότι οι συνομιλίες για τη Διατλαντική Εταιρική Σχέση Εμπορίου (ΤΤΙΡ), που θα δημιουργούσε μια τεράστια ζώνη ελεύθερων συναλλαγών στις δυο πλευρές του Ατλαντικού, τον τελευταίο χρόνο μπήκαν στον πάγο και βρίσκονται στα πρόθυρα κατάρρευσης.

Από τις αποφάσεις του 6ου Συνεδρίου του Μ-Λ ΚΚΕ
Μάης 2018