Με τις μεγάλες φετινές κινητοποιήσεις των αγροτών να έχουν λήξει, ας δούμε ένα παράδειγμα της καταστροφής τους- ελέω κυβερνητικής πολιτικής και ΕΕ – ΚΑΠ.
Δυτικά της Θεσσαλονίκης συναντά κανείς ονόματα περιοχών όπως Χαλάστρα, Κύμινα, Μάλγαρα, Σίνδος, Χαλκηδόνα, Άδενδρο και άλλα. Ονόματα περιοχών γνωστά στον αγροτικό τομέα της χώρας για τις μεγάλες ποσότητες ρυζοπαραγωγής. Μαζί με αυτές και άλλες περιοχές στις γειτονικές περιφερειακές ενότητες της Ημαθίας, της Πιερίας και της Πέλλας συμπεριλαμβάνονται στον «ορυζώνα» της χώρας και χαρακτηρίζονται, όχι άδικα, «πυρήνας» της ελληνικής ρυζοκαλλιέργειας και παραγωγής.

Πρόκειται για μία μη ευκαταφρόνητη παραγωγή με την Ελλάδα να καταλαμβάνει -τουλάχιστον ως τώρα- την τρίτη θέση στην Ευρώπη, πίσω από Ιταλούς και Ισπανούς. Συνολικά παράγεται σε 300 χιλιάδες στρέμματα ρυζοκαλλιέργειας, με το μεγαλύτερο μέρος της, 240 χιλιάδες, να βρίσκεται εντός των ορίων της περιφερειακής ενότητας Θεσσαλονίκης.
Όπως τόνισαν και εξακολουθούν να τονίζουν οι ρυζοκαλλιεργητές, η ρυζοκαλλιέργεια έχει καταστεί τομέας μη βιώσιμος, απαγορευτικός για τους αγρότες. Η άσχημη αυτή κατάσταση είναι συνέπεια της αντιαγροτικής κυβερνητικής πολιτικής αλλά και της ΕΕ – ΚΑΠ. Είναι μία χρόνια κατάσταση γεμάτη αδιέξοδα που οδηγεί τους παραγωγούς του συγκεκριμένου προϊόντος σε εγκατάλειψη των χωραφιών τους, στο καθημερινό ξεκλήρισμα, τους οδηγεί σε απλήρωτα ενοίκια για τα χωράφια, απλήρωτους λογαριασμούς γεωργικών εφοδίων και λοιπών αναγκαίων για την άσκηση του επαγγέλματος. Να επισημάνουμε επίσης το δυσβάστακτα αυξημένο κόστος όλων των παραπάνω, που δημιουργεί μία αφόρητη κατάσταση καθημερινού αγώνα ενάντια στην επικείμενη καταστροφή τους. Δεν είναι τυχαίο ότι οι καταχρεωμένοι ρυζοπαραγωγοί τόνισαν πως είναι θέμα ημερών το σφράγισμα των επιταγών που δεν μπορούν να καλύψουν.

Είναι η ΕΕ – ΚΑΠ που βάζει ατελείωτες θηλιές στο λαιμό των αγροτών, παρασύροντάς τους στον επαγγελματικό κατήφορο, στην απόγνωση και στην καταστροφή. Είναι η ΕΕ – ΚΑΠ που όλο το προηγούμενο διάστημα τους προέτρεπε να «εξελιχθούν», να «εκσυγχρονίσουν» τις μεθόδους εργασίας και παραγωγής, να προμηθευτούν, δανειζόμενοι βεβαίως, νέο πανάκριβο εξοπλισμό, να κατασκευάσουν σιλό και αποθηκευτικούς χώρους. Είναι και πάλι η ΕΕ – ΚΑΠ που, έπειτα από προτροπές και τόνους προπαγάνδας, τους εγκαταλείπει αδιαφορώντας για το μέλλον τους και την καθημερινή καταστροφή τους. Είναι η ΕΕ – ΚΑΠ που προωθεί τη Mercosur και άλλες συμφωνίες, όπως ο διπλασιασμός του πλαφόν των αδασμολόγητων εισαγωγών ρυζιού φτηνότερου και αμφίβολης ποιότητας -με βάση τις ποιοτικές προδιαγραφές που απαιτούνται στο ευρωενωσιακό πλαίσιο- από τρίτες χώρες όπως η Μιανμάρ, η Καμπότζη, το Βιετνάμ. Αποτέλεσμα αυτών των συμφωνιών οι αθρόες εισαγωγές ρυζιού, η χαμηλή ζήτηση του ελληνικού, τα απούλητα αποθέματα ποσοτήτων ακόμη από το 2024 που παραμένουν σε αποθηκευτικούς χώρους, το χαμηλότατο ποσοστό -μόλις το 5%!- απορρόφησης της παραγωγής του 2025!

Να γιατί μία εικόνα των αγροτικών κινητοποιήσεων υπήρξε αυτή των ρυζοπαραγωγών που μοίραζαν το ρύζι τους σε διερχόμενα οχήματα από τα διόδια της περιοχής. Είναι φανερός ο τρόπος με τον οποίο, όπως οι ίδιοι οι αγρότες ρυζοπαραγωγοί περιγράφουν, συντελείται καθημερινά η καταστροφή τους. Κι είναι μία μικρή ψηφίδα του τρόπου με τον οποίο καταστρέφεται ο πρωτογενής τομέας, οι αγρότες κι ο μόχθος τους εξαιτίας της κυβερνητικής πολιτικής και της ΕΕ.
Οι συνέπειες αυτής της καταστροφικής διαδικασίας δεν περιορίζονται μόνο στους αγρότες. Επεκτείνονται παραπέρα συμπαρασύροντας την περιοχή -και τις περιοχές- τους υπόλοιπους εργαζόμενους, που είναι στενά συνδεδεμένοι με τη ρυζοκαλλιέργεια και το μέλλον της.