Σπάνια πλάνα της Παλαιστίνης της 10ετίας του ’30, μετατρέπονται από τον Ελληνο-Παλαιστίνιο Θόδωρο Παναγόπουλο σε κατάθεση-μαρτυρία για την Παλαιστινιακή γη και τους αυτόχθονες κατοίκους της.
Το αρχειακό υλικό του ντοκιμαντέρ “Τιβεριάδα 1935”, απηχεί ολοκάθαρα το πνεύμα και τον ρόλο των αποικιοκρατών Βρετανών που μπήκαν στην Παλαιστίνη σαν κατακτητές το 1917 με τη διαβόητη βρετανική εντολή, για να την παραδώσουν το 1948 στον Νταβίντ Μπεν Γκουριόν και τους ομοίους του, όπως άλλωστε ήδη προοιωνιζόταν, εκείνη τη μοιραία χρονιά (1917), η δόλια διακήρυξη Μπάλφουρ. Σε μια σκηνή που σοκάρει και τον πιο υποψιασμένο θεατή, ένας κουστουμαρισμένος Βρετανός έποικος καβαλάει έναν γηγενή Παλαιστίνιο – ως να ήταν υποζύγιο, κραυγάζοντας και χτυπώντας τον βάναυσα για να προχωρήσει. Ανάμεσα σε τούτον τον Βρετανό, τους Αμερικανούς βασανιστές των φυλακισμένων στο Γκουαντάναμο, τον Ισραηλινό στρατιώτη που στοχεύει και πυροβολεί στο κεφάλι ένα 5χρονο παιδί στη Γάζα, και τους Βέλγους που ακρωτηρίαζαν τους γηγενείς αγρότες των κογκολέζικων φυτειών, δεν υπάρχει η παραμικρή απόσταση. Η βαρβαρότητα της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού ήταν και είναι πάντα το ίδιο απάνθρωπα ωμή.
Ο Παναγόπουλος ανακάλυψε τα συγκεκριμένα αρχεία στη Σκωτία όπου ζει τα τελευταία χρόνια• στο πρωτόλειο υλικό η εκτυφλωτική ομορφιά της γης της Παλαιστίνης ξεδιπλώνεται με όρους φολκλόρ. Παρακολουθούμε απανωτά πλάνα από ωραίες εικόνες χωρίς πνοή. Ο φακός της κάμερας – ταυτισμένος στο ακέραιο με την αποστασιοποιημένη ματιά του κατακτητή έποικου- αποκλείει αυστηρά τη συγκίνηση• η απανθρωποποίηση των Παλαιστινίων παρεμβάλλεται ως περίπου αναγκαίο μοτίβο.
Η μεγαλοπρέπεια της Τιβεριάδας απλώνεται ψυχρά, η χαρά της καλής ψαριάς μετριάζεται από το βάρος της υποδούλωσης. Οι ψαράδες με τα πονεμένα μάτια κουβαλούν ιστορίες και τραγούδια που δεν θα μοιραστούν ποτέ με τους έποικους δυνάστες τους. «Ήρθαμε ως κατακτητές για ν’ απολαύσουμε τους καρπούς μιας ανοίκειας γης». Ο έποικος αδυνατεί ν’ αγαπήσει αυτό που κατακτά βίαια• η αγάπη είναι εξ ορισμού ασύμβατη με την επιβολή. Ο Έντουαρντ Σαΐντ κι ο Οριενταλισμός του επιβεβαιώνονται με συντριπτικούς όρους. Την ίδια αυτή αίσθηση αποκομίζουμε στη θέαση νεαρών Βρετανίδων που διασχίζουν με αστική κομψότητα ανθισμένους κάμπους, γραβατοφορεμένων τραπεζιτών που απολαμβάνουν πλούσια εδέσματα στη δροσιά μιας προστατευμένης βεράντας, καλοντυμένων μεσόκοπων που μαζεύουν αγριολούλουδα για να τ’ απιθώσουν σ’ ακριβά βάζα• στεγνά πλάνα όπου ο προκαθορισμός των ρόλων και της πρόθεσης ορίζει τη (μονοδιάστατη) θέαση. Γίνεται σχεδόν αδύνατο να εντοπίσει κανείς την αυθεντική Παλαιστίνη, πίσω από τις αλλεπάλληλες στρώσεις εποικιστικής αποστείρωσης.
Στο συμμετοχικό ντοκιμαντέρ “Μια γη μ’ ένα λαό: Μια Παλαιστινιακή αντι-αφήγηση” (“A Land with a people: A Palestinian Counternarrative” – Παραγωγή Ελλάδας – Παλαιστίνης – Σκωτίας) οι εικόνες ζωντανεύουν, αιματώνονται, αποκτούν σφυγμό. Η παλλόμενη αφήγηση μεταμορφώνει ολότελα τα πλάνα. Η αίθουσα πλημμυρίζει ευωδιές, τα μονότονα περιστατικά μετατρέπονται σε ριπές χρωμάτων και αρωμάτων, στα ρουθούνια μας φτάνουν μυρωδιές από τις λεμονιές της Χάιφας, γευόμαστε τα λεμόνια που η δική μας Παλαιστίνια της Αθήνας, η Ντόρις Χακίμ, βουτούσε παιδί στο αλάτι για να νοστιμίσουν. Οι διακυμάνσεις στη φωνή της Κάρολ Σανσούρ ψηλαφιούνται.
Στο ντοκιμαντέρ, τέλος, “Τα λουλούδια στέκονται σιωπηλά ως μάρτυρες”, ο σκηνοθέτης οικειοποιείται τον τόπο και την εξαίσια χλωρίδα του για λογαριασμό των γηγενών κατοίκων του, δουλεύοντας το υλικό του με το αίσθημα και την υπομονή του σεβαστικού απόγονου, ενός παιδιού προσφύγων με το κλειδί του πατρογονικού σπιτιού μόνιμα κρεμασμένο στον κόρφο τους. Το δεμάτι από λουλούδια του αγρού που κρατά η Παλαιστίνια γιαγιά σταλάζει τη δροσιά της πρωινής πάχνης. Η κάμερα κοντοστέκεται σ’ ένα κοριτσίστικο βλέμμα• το γελαστό πρόσωπο του παιδιού αστράφτει, πλημμυρίζει την οθόνη και κυριεύει την αίθουσα. Ο Παναγόπουλος επιστρέφει τον τόπο στους ανθρώπους του – ατόφιο, καθώς η γη της Παλαιστίνης είναι ταυτισμένη με τον λαό της.
Τέχνη βαθύτατα πολιτική που αφήνει στον θεατή όλο το περιθώριο να σκεφτεί και κυρίως να νιώσει, έρχεται τούτη την ώρα που οι σιωνιστές υλοποιούν την επιχείρηση ολικής εθνοκάθαρσης του λαού της Παλαιστίνης, να μας μπολιάσει ελπίδα, θυμίζοντάς μας πως η αντίσταση των καλλιτεχνών έχει βάρος και αντίκρισμα.
Δημιουργός με ισχυρά βιωματικά αντανακλαστικά, ο γεννημένος και μεγαλωμένος στην Αθήνα από Έλληνα πατέρα, Παλαιστινιακής καταγωγής μητέρα που γεννήθηκε και ανατράφηκε στον Λίβανο, και παππούδες διωγμένους βίαια από τα Παλαιστινιακά εδάφη στη διάρκεια της Νάκμπα του ’48, ο Θοδωρής Παναγόπουλος έχει πολλές ταινίες μικρού μήκους στο ενεργητικό του. Όλες σχεδόν έχουν προβληθεί σε έγκριτα φεστιβάλ όπως το Sundance, το Doc Lisboa, αλλά και το φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Αυτόν τον καιρό ολοκληρώνει τη διδακτορική του έρευνα πάνω στα αποικιακά κινηματογραφικά αρχεία που συνδέονται με την Παλαιστίνη της δεκαετίας του 1930.
Το ντοκιμαντέρ του, με τον έντονα συμβολικό τίτλο “Τα λουλούδια στέκονται σιωπηλά ως μάρτυρες”, βραβεύτηκε ως καλύτερη ταινία μικρού μήκους στο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ του Άμστερνταμ, και απέσπασε το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ του Sundance.
Ένα μικρό κομψοτέχνημα, ανεκτίμητο τεκμήριο κι απόσταγμα ιστορίας, μνήμης και αντίστασης.












