Ανατρέχοντας στην πορεία του ένοπλου αγώνα της Γάζας —από τις αρχαίες οχυρώσεις έως τον σύγχρονο πόλεμο των σηράγγων— ο Ramzy Baroud εξετάζει πώς η γεωγραφία, ο εκτοπισμός και η ενεργή δράση των Παλαιστινίων διαμόρφωσαν μια διαρκή αντίσταση.
Σημείωμα του συγγραφέα: Για μια εκτενή ιστορική και δομική ανάλυση των δυναμικών που εξετάζονται σ’ αυτό το δοκίμιο, ανατρέξτε στο πιο πρόσφατο βιβλίο μου, Before the Flood (Πριν την Πλημμύρα).

Η Αμείλικτη Πεδινή Έκταση
Το έδαφος της Γάζας είναι επίπεδο – τόσο επίπεδο, ώστε ακό­μη και η παραμικρή ανύψωση του εδάφους αποκαλείται «λό­φος». Το Τελ αλ-Μουντάρ, α­νατολικά της πόλης της Γάζας, και το Τελ αλ-Σουλτάν, κοντά στη Ράφα, κατέχουν ξεχωριστή θέση στη μνήμη των ντόπιων, παρόλο που σ’ άλλους τόπους της περιοχής του Λεβάντε, δύσκολα θα θεωρούνταν λόφοι.
Πρόκειται για ένα τοπίο που φαντάζει ακατάλληλο για ένοπλη αντίσταση, με ρίζες που φτά­νουν ως την αρχαιότητα. Θεωρητικά, όποιος στεκόταν ακόμα και στο πιο μικρό ύψωμα, θα μπορούσε να διακρίνει κάθε κίνηση στο χαμηλότερο επίπεδο. Πώς, λοιπόν, κατάφεραν να δρά­σουν οι υπερασπιστές της Γάζας;

Το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο επιτακτικό σήμερα. Πώς κατά­φερε μια οργανωμένη αντίσταση να επιβιώσει επί δεκαετίες απέναντι στο Ισραήλ και την προ­ηγμένη στρατιωτική τεχνολογία που παρέχεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλες δυτικές δυνάμεις; Δορυφόροι παρακολουθούν τη Γάζα από ψηλά. Μη επανδρωμένα αεροσκάφη επιτήρησης (drones) παραμένουν στον ουρανό για ώρες. Θερμικές κάμερες εντοπίζουν κινήσεις, ενώ σεισμικά συστήματα ανιχνεύουν την υπόγεια δραστηριότητα. Όπλα ακριβείας μπορούν να πλήξουν σχεδόν οποιοδήποτε σημείο της Λωρίδας.

Η συνολική έκταση της Λωρίδας της Γάζας προσφέρει ελάχιστη φυσική κάλυψη. Με βάση κάθε συμβατικό κριτήριο πολεμικής τακτικής, μια αντίσταση που δρα υπό τέτοιες συνθήκες δεν θα έπρεπε να έχει καταφέρει να επιβιώσει για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. 
Η ιστορία της Γάζας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ευρύτερη παλαιστινιακή εμπειρία, τα κοινά τραύματα, την ταυτότητα και τις εθνικές επιδιώξεις. Ταυτόχρονα, όμως, η ιδιαίτερη γεωγραφία και ιστορία της Γάζας έχουν συντελέσει στη διαμόρφωση ενός δικού της, ξεχωριστού χαρακτήρα.

Για αιώνες, πολύ πριν την ίδ­ρυση του Ισραήλ, η Γάζα βρισκόταν κατά μήκος της Via Maris, της αρχαίας οδού που συνέδεε την Αφρική με την Ασία. Από εκεί περνούσαν έμποροι, αλλά και στρατοί εισβολέων. Η τοποθεσία της καθιστούσε τη Γάζα ταυτόχρονα πύλη και συχνό πεδίο μάχης, όπου ο ντόπιος πληθυσμός αγωνιζόταν κάθε τόσο ενάντια στην εκάστοτε ξένη κυριαρχία.
Η σύγχρονη Γάζα διαμορφώθηκε εκ νέου από τη Νάκμπα του 1948. Οι περισσότεροι κά­τοικοί της δεν κατάγονταν αρχικά από την πόλη ή την γύρω περιοχή, αλλά ήταν πρόσφυγες και, αργότερα, απόγονοι προσφύγων. Σιωνιστικές πολιτοφυλακές τούς εκδίωξαν από παραθαλάσσιες πόλεις, εμπορικά κέν­­τρα και αγροτικά χωριά σ’ όλη την ιστορική Παλαιστίνη —όπως το Αλ-Ματζντάλ, το Σιμσίμ, το Χαμάμα, το Αλ-Φαλούτζα, το Μπέιτ Ντάρας και πολλά άλλα. Περισσότεροι από 200.000 εκτοπισμένοι Παλαιστίνιοι αναγκάστηκαν να εγκατασταθούν σε μια στενή παραθαλάσσια λωρίδα μήκους μόλις 25 μιλίων.

Αυτή η ανατροπή μεταμόρφωσε τον κοινωνικό ιστό της Γάζας και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν τον αγώνα. Ένας πληθυσμός με βαθιές ρίζες στον τόπο, κατά βάση αγροτικός, βρέθηκε ξαφνικά περιορισμένος σε προσφυγικούς καταυλισμούς όπως το Σάτι, η Τζαμπαλίγια, το Νουσεϊράτ και το Χαν Γιούνις, όπου η απώλεια έγινε μια κοινή, καθημερινή πραγματικότητα που έπρεπε να διαχειριστούν. Παράλληλα, η πολιορκία, ο εγκλεισμός, η φτώχεια και η έλλειψη υπηκοότητας ενίσχυσαν μια κουλ­τούρα αντίστασης, η οποία είχε ως επίκεντρο το δικαίωμα της επιστροφής και το sumud —την ακλόνητη επιμονή και αντοχή.

Ωστόσο, η δημογραφία, η γεωγραφία και η στρατιωτική υλικοτεχνική υποστήριξη από μό­νες τους δεν αρκούν για να εξηγήσουν την αντοχή της Γάζας. Αυτή η ιδιαίτερη μορφή γενναιότητας και sumud διαμορφώθηκε από διάφορους παράγοντες: τις πνευματικές πεποιθήσεις, το συλλογικό πένθος, την ιστορική μνήμη και μια βαθιά ριζωμένη πολιτική θεώρηση.
Δεν επαρκεί ο χώρος εδώ προκειμένου να αναλυθούν πλήρως αυτές οι πνευματικές και ψυχολογικές διαστάσεις, είναι ωστόσο καθοριστικές, καθώς χωρίς αυτές, η στρατιωτική αντοχή της Γάζας χάνει το νόημά της.

Το σημείο αυτό έχει σημασία και για έναν ακόμη λόγο: πολλοί σχολιαστές, επηρεασμένοι συχνά από τα ισραηλινά μέσα ενημέρωσης, καταφεύγουν σε θεωρίες συνωμοσίας όταν αδυνατούν να εξηγήσουν την Παλαιστινιακή δράση και πρω­το­βουλία. Ήταν εκ των προτέρων ενήμερος ο Νετανιάχου για τα γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου και επέτρεψε να συμβούν; Μήπως οι Παλαιστίνιοι ήταν απλώς πιόνια σε ένα σχέδιο των ισραηλινών μυστικών υπηρεσιών; Μήπως η επιχείρηση —καθώς και η γενοκτονία και η καταστροφή που ακολούθησαν— αποτελούσαν μέρος ενός ισραηλινού σχεδίου για την αναδιάταξη της περιοχής;