Ο Φρανκ Σίραν, παιδί της εργατικής τάξης της Φιλαδέλφειας και βετεράνος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αναπλάθει -σε βαθιά γεράματα- από την αναπηρική καρέκλα ενός γηροκομείου, τα σταδιακά βήματα της εμπλοκής του με τη Μαφία και το γνωστό και μη εξαιρετέο συνεργάτη της, τον αρχισυνδικαλιστή Τζίμυ Χόφα.

Ο φαύλος κύκλος του αίματος, η αδιάρρηκτη σχέση χρήματος – εξουσίας, η διαπλοκή Μαφίας κι επίσημης Πολιτικής, ο δίχως όρια εκμαυλισμός των συνειδήσεων και η αναπότρεπτη ηθική έκπτωση, η ύβρις και η τιμωρία.

Όταν ο Μάρτιν Σκορσέζε, ο ένας από τους δύο σημαντικότερους εν ζωή ιταλοαμερικανούς σκηνοθέτες (ο έτερος είναι ο Φράνσις Φορντ Κόπολα), που μετράει 50 χρόνια σταδιοδρομίας στο σινεμά, με δημιουργίες όπως “H Αλίκη δεν μένει πια εδώ” (1974), “Ο Ταξιτζής” (1976), “Οργισμένο είδωλο” (1980), “Μετά τα μεσάνυχτα” (1985), “Τα καλά παιδιά” (1990), “Καζίνο” (1995), “Ο πληροφοριοδότης” (2006) και “Ο λύκος της Γουώλ Στρητ” (2013), αποφασίζει ν’ ασχοληθεί επιτομικά με την ιστορία της μεταπολεμικής Αμερικής, έχοντας μάλιστα υπό τη σκηνοθετική του μπαγκέτα τρεις θηριώδεις ερμηνευτές (Ρόμπερτ ντε Νίρο, Αλ Πατσίνο, Τζο Πέσι), έχουμε κάθε λόγο να κοντοσταθούμε.
Δεν είναι βέβαια παράδοξο για έναν κινηματογραφιστή που κρατάει από τη Σικελία (και οι δυο γονείς του κατάγονται από χωριά της περιοχής του Παλέρμο) ν’ ασχολείται με τη φυσιογνωμία, τις πρακτικές και την επιρροή της Κόζα Νόστρα. Από το 1973 άλλωστε με το “Κακόφημοι δρόμοι”, ως αυτό το τελευταίο του πόνημα – που φαίνεται να συμπυκνώνει στοχευμένα την­ προβληματική του, τα “καλά παιδιά” που από τα τέλη του 19ου αιώνα “σταδιοδρομούν” στην Ανατολική κυρίως ακτή των Ηνωμένων Πολιτειών, βρίσκονται σταθερά στο σκορσεζικό κάδρο.
Παθιασμένος σινεφίλ, εμμονικός τεχνίτης της λεπτομέρειας, άριστος αφηγητής, λάτρης κι εμβριθής μελετητής της αρχαίας τραγωδίας, ο Σκορσέζε επαναφέρει διαρκώς στο πανί -χωρίς ωστόσο ν’ αναμασά ευρήματα- αυτό που ξέρει να περιγράφει καλύτερα ίσως απ’ οποιονδήποτε άλλο σύγχρονο Αμερικανό σκηνοθέτη: την ύβρη – και την πτώση.
Ο “Ιρλανδός” Φρανκ Σίραν (τον οποίο ερμηνεύει με εντυπωσιακή εγκράτεια ο ντε Νίρο), πιάνεται σε χρόνο d-t στα γρανάζια της Οικογένειας, κι εξελίσσεται με την απαιτούμενη ταχύτητα σ’ έναν αδίστακτο φονιά, προδιατεθειμένος ανά­λογα από τη θητεία του στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου εκτελούσε χω­ρίς να βλεφαρίσει αιχμάλωτους Γερμανούς στρατιώτες.
Κι η αποκαθήλωση της “ηρωικής” Αμερικής επεκτείνεται σε ασυ­νήθιστο εύρος και βάθος. Ο “Ιρλανδός” γίνεται ο ιδανικός καμβάς για το ξεδίπλωμα της βαθύτερης πραγματικότητας του Αμερικάνικου ονείρου: της διαπλοκής δηλ. της πολιτικής εξουσίας με το οργανωμένο έγκλημα (οι μεγάλες πολιτικές οικογένειες -δημοκρατικές και ρεπουμπλικάνικες εναλλάξ- στήριξαν και στηρίχτηκαν από τις φαμίλιες) και του πώς το χρήμα που γέμισε τις τσέπες των επιτήδειων, η φήμη κι η ατιμωρησία, ποτίστηκαν από ποταμούς αίματος, αλλότριων και ημετέρων.
To στιβαρό σενάριο του Στίβεν Ζέιλιαν βασίστηκε στο βιβλίο του Τσαρλς Μπραντ “Έμαθα πως βάφεις σπίτια”, το οποίο ο Ντε Νίρο σύστησε ενθουσιωδώς στον Σκορσέζε πριν από μια περίπου 10ετία, όσο περίπου χρειάστηκε στον τελειομανή κινηματογραφιστή προκειμένου να προετοιμάσει εξαντλητικά τη διασκευή του για τη μεγάλη οθόνη.
Με νηφαλιότητα που αγγίζει τα όρια του κυνισμού, ο Σκορσέζε δεν σταματά να ξεθάβει πτώματα, με πιο χαρακτηριστική την ιστορία του διαβόητου Χόφα (έξοχος ο Πατσίνο), αφήνοντας τη μπόχα να πλημμυρίσει την αίθουσα. Εντάσσοντας αριστοτεχνικά το ειδικό στο γενικό και συμπλέκοντας διαρκώς τη μονάδα με το σύνολο, περιγράφει με πεισματική προσήλωση και αφηγηματική δεινότητα την αθέατη πλευρά του αμερικάνικου μεταπολεμικού “θαύματος”: μια ιστορία ακραίου αμοραλισμού κι αλληλοεξόντωσης για τον έλεγχο της εξουσίας και την κυριαρχία· οι δε Ιρλανδοί που επιστρατεύτηκαν για την εξυπηρέτηση αυτού του σκοπού – και θυσιάστηκαν εν μία νυκτί, δεν ήταν παρά θλιβερά πιόνια.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει μια κοινή συνέντευξη των Ρόμπερτ Ντε Νίρο και Αλ Πατσίνο γύρω απ’ τον “Ιρλανδό” και τη συνεργασία τους· παραθέτουμε εδώ μερικά αποσπάσματα:
Πατσίνο: «[…]Πάντα χρησιμοποιούσα μία αναλογία για να εξηγήσω πώς αισθάνομαι ως ηθοποιός: είναι σαν να είμαι ακροβάτης του τσίρκου. Ισορροπιστής σε τεντωμένο σχοινί. Και ξέρετε, ο Σκορσέζε δεν παρέχει δίχτυ ασφαλείας. Σε αφήνει να δοκιμάσεις ότι θέλεις, χωρίς χαλινάρι. Κι αυτό είναι υπέροχο και δημιουργικό. Αλλά και εντελώς τρομαχτικό. Εκτός κι αν έχεις τον Μπόμπι (Ντε Νίρο) απέναντί σου. Ο Μπόμπι ήταν το δίχτυ μου. […]».
Ντε Νίρο: «Με τον Αλ δεν νιώθεις ότι μοιράζεσαι τις σκηνές. Δεν αφαιρείται ο κινηματογραφικός σου χρόνος για να πάρει ο συμπρωταγωνιστής σου τον δικό του. Πολλαπλασιάζεται. Προσθέτει βάρος και ουσία σε ό,τι κάνεις κι εσύ. […]
Δεν θα μπορούσαμε να είχαμε γυρίσει τον Ιρλανδό 20 χρόνια πριν. Ακόμα και το «Casino», που το αφηγείται ένας πεθαμένος, δεν κουβαλούσε αυτό το ειδικό βάρος. Αυτή τη βαθιά μεταμέλεια. Αυτό έρχεται με την ηλικία… […] Ο Φρανκ ήταν ένας άνθρωπος που δεν επέτρεπε στον εαυτό του να αισθανθεί πολλά. Έκανε ό,τι έκανε για να επιβιώσει. […] Μέχρι που τον έβαλαν να διαλέξει ανάμεσα στους φίλους του. Εκεί, η ενοχή τον έφαγε, τον ροκάνιζε σιγά-σιγά. Αυτό, δεν το έχουμε ξαναδεί».
Πατσίνο: «[…] Δεν θα μάθουμε ποτέ αν ο Σίραν έλεγε την αλήθεια. Και μπορεί να μην μάθουμε ποτέ στ’ αλήθεια τι συνέβη στον Τζίμι Χόφα ή ποιος σκότωσε τον JFK. Αλλά, για μένα δεν είναι αυτός ο άξονας της ιστορίας, ούτε η δύναμή της.[…] Εγώ πιστεύω ότι όλο αυτό είναι ο Σκορσέζε. Ο Μάρτυ έφτασε σε μια βαθιά, δική του συνειδητοποίηση, εμείς απλά παίξαμε τους ρόλους. Εκείνος είδε αυτόν τον κόσμο με άλλα μάτια, πιο έμπειρα, πιο σοφά, και τον χρησιμοποίησε για να πει κάτι εντελώς διαφορετικό. Γι’ αυτό και η βία είναι μέσα από άλλους φακούς […]».

Εμπνευσμένες εναλλαγές φρενήρους ρυθμού κι αργόσυρτων πλάνων εκπληκτικής αρτιότητας, αρμονική μουσική υπόκρουση από τον σταθερό συνεργάτη του Σκορσέζε Ρόμπι Ρόμπερτσον, ερμηνείες υψηλής κλάσης – με τον Τζο Πέσι να κλέβει τις εντυπώσεις σωπαίνοντας, ιδανική ισορροπία ανάμεσα στο “μεγάλο” και το “μικρό”, που “υποψιάζει”, όπως εύστοχα σημειώνει ο Ντε Νίρο, “για την ευρύτερη ιστορία της ανθρωπότητας”.

Θέμις