Το χρονικό πέντε μακρών μηνών διακυβέρνησης της 1ης κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, από τα τέλη Γενάρη του 2015 έως το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου του ίδιου χρόνου, όπως καταγράφηκε από τον Γιάννη Βαρουφάκη - 1ο υπουργό Οικονομικών αυτής της κυβέρνησης, περιγράφηκε στο ομότιτλο βιβλίο του και σκηνοθετήθηκε από τον Κώστα Γαβρά. Οι διαπραγματεύσεις στο EUROGROUP, οι αψιμαχίες μεταξύ Συριζαίων κι Ευρωπαίων αξιωματούχων – με τη ματιά πάντα του Βαρουφάκη (με έμφαση στην αντιπαράθεση με τους Ντάισελμπλουμ - Σόιμπλε), οι ταλαντεύσεις και οι υπαναχωρήσεις, η υποδοχή του αποτελέσματος του γνωστού δημοψηφίσματος, και η άλλη μέρα.

Ο Κώστας Γαβράς κουβαλάει σημαντικό πολιτικό φορτίο στο (κινηματογραφικό) δισάκι του: “Ζ” (1969), “Κατάσταση πολιορκίας” (1972), “Ο αγνοούμενος” (1982), “Το μουσικό κουτί” (1989), “Mad City” (1997), “Παράδεισος στη Δύση” (2009), “Το Κεφάλαιο” (2012). Μάστορας της κινηματογραφικής αφήγησης και δεινός σεναριογράφος, αποτύπωσε με διαύγεια και γενναιότητα τα σημαίνοντα πολιτικά πράγματα που κατά καιρούς τον απασχόλησαν, είτε επρόκειτο για πραγματικές ιστορίες [“Ζ” (το χρονικό της δολοφονίας Λαμπράκη), “Κατάσταση πολιορκίας” και “Ο αγνοούμενος” (δυνατά σχόλια για τις φασιστικές δικτα­τορίες της Λατινικής Αμερικής τη 10ετία του ’70 - και την αποφασιστικής σημασίας ανάμειξη της CIA και του αμερικανικού Πενταγώνου), είτε για μυθοπλαστικές συλλήψεις [“Το μουσικό κουτί” (ναζιστικά εγκλήματα που έμειναν ατιμώρητα), “Mad City” (ριζοσπαστική ματιά πάνω στον ρόλο των μίντια), “Παράδεισος στη Δύση” (το προσφυγικό πρόβλημα, ιδωμένο με περίσσια ανθρωπιά), “Το Κεφάλαιο” (αντιπροσωπευτική εικόνα του σύγχρονου καπιταλισμού - πολυεθνικές, παιχνίδια εξουσίας, ανηλεής ανθρωποφαγία)].
  Δεν είναι λοιπόν προς έκπληξη, που σύσσωμος ο προοδευτικός κόσμος περίμενε μ’ ανυπομονησία τούτη την τελευταία ταινία του Γαβρά, εμφανώς αναντίστοιχη μ’ οτιδήποτε σχετικό έχει κάνει ως τώρα.
  Χωρίς να ταυτιζόμαστε με τον αντιδραστικό μπουχό που σηκώθηκε από διάφορες μεριές, δεν μπορούμε παρά να εκφράσουμε την απογοήτευσή μας, για το γεγονός, κυρίως, ότι ο συμπαθής σκηνοθέτης ενδίδει σε γενικές γραμμές στη βαρουφάκεια λογική αθώωσης των “αντικειμενικά” ανίσχυρων συριζαίων, έναντι των εξίσου “αντικειμενικά” πανίσχυρων - και γι αυτό “αήττητων” ευρωπαίων εντεταλμένων. Επιλέγοντας μια εξόφθαλμη σχηματοποίηση- που παραμορφώνει τις πραγ­ματικές διαστάσεις του ζητήματος απουσιάζει, για πρώτη ίσως φορά σε πολιτική ταινία του Γαβρά (με την εξαίρεση κάποιων ισχνών αναφορών), μια ουσιαστική, σε βάθος ματιά στο λαό και τα δεινά του. 
 Παραμένει επίσης άξιο απορίας, γιατί ο καθ’ όλα έμπειρος, σκεπτόμενος σκηνοθέτης, υιοθέτησε σε τέτοιο βαθμό το πνεύμα, το αφηγηματικό ύφος και τη δήθεν πραγματολογική εξιστόρηση του συριζαίου υπουργού Οικονομικών. Γιατί δηλ. αφέθηκε να παγιδευτεί σε μια τόσο σχηματική αφήγηση, σ’ έναν τόσο ακραίο υποκειμενισμό, σε μια τόσο καρικατουρίστικη ηρωοποίηση του “ενός εναντίον όλων” Βαρουφάκη, συγκαλύπτοντας μια υπόθεση κραυγαλέου εμπαιγμού του λαού, όπως αυτή υπαγορεύτηκε από τις λογιών ρεφορμιστικές αυταπάτες, με δυσβάσταχτα για το λαό και τον τόπο αποτελέσματα σε απροσμέτρητο βάθος χρόνου. 
  Οι παραφωνίες και τα ολισθήματα διαδέχονται το ένα το άλλο. Από τη φολκλόρ μουσική υπόκρουση του Αλεξάντρ Ντεσπλά - που ακούγεται σαν ειρωνεία - ως την κακόγουστη δαλιανιδική χορογραφία του τέλους, ο Γαβράς δεν καταφέρνει να ζωντανέψει πειστικά καμιά κατάσταση – και κανένα χαρακτήρα συναινώντας εν τέλει στο ξέπλυμα που επιχειρείται από τον Βαρουφάκη (ξέπλυμα όχι μόνο του ίδιου αλλά και του Τσίπρα κι όλου του συριζαϊκού επιτελείου, αποσιωπώντας προκλητικά μεταξύ άλλων την ενδιάμεση συμφωνία της 20ης Φλεβάρη, ή το αξέχαστο “συμφωνούμε με το 60 ή 70% των μέτρων του μνημονίου”), παρακάμπτοντας το μείζον: ότι μια Αριστερά που συναλλάσσεται υποκύπτοντας σε κάθε πίεση δεν μπορεί να λέγεται και δεν έχει επ’ ουδενί χαρακτηριστικά πραγματικής Αριστεράς. Κι ότι πέρα από τα ασήκωτα βάρη που μας κληροδότησε τούτη η άνευ όρων παράδοση, η απογοήτευση που ρίζωσε στο λαό απαιτεί αμέτρητες, χρονοβόρες θυσίες για να ξεριζωθεί. Κι ακόμα, ότι δεν υπάρχουν αξεπέραστες αντιθέσεις, ούτε μοιραίες (ως να ήταν αποτέλεσμα “άνωθεν” βούλησης) συγκρούσεις. Καμιάς μάχης η έκβαση δεν είναι καθορισμένη από τα πριν. 
  Ως προς το αν μπορεί ένας μέσος Γάλλος π.χ., παρακολουθώντας την ταινία να πάρει μυρωδιά απ’ το ποιόν και τις πρακτικές της ευρωμαφίας, η απάντηση είναι ναι, (η θετικότερη ίσως πλευρά της ταινίας). Τούτο όμως δεν δικαιολογεί καμιά απ’ τις παραπλανητικές ευκολίες στις οποίες κατέφυγε ο Γαβράς. Ο ίδιος βέβαια, προσέλαβε διαφορετικά τα πράγματα, όπως καταφαίνεται σε πρόσφατη συνέντευξή του:   
  «Αρχίσαμε να συγκεντρώνουμε όλες τις πληροφορίες που μπορούσαμε - στα γαλλικά, αγγλικά και ελληνικά - για την Ελληνική Κρίση. Ήταν καλές αναλύσεις, αλλά γεμάτες με αντιφάσεις, δισταγμούς, βίαιες επιθέσεις και ανακρίβειες. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η βοηθητική της ομάδα, το Eurogroup, ενεπλάκησαν όλο και περισσότερο σε αυτό που έγινε μια ανοιχτή αντιπαράθεση με την Ελλάδα. […] Έγινε ολοένα και πιο σαφές για μένα ότι η προτεραιότητα της Επιτροπής και του Eurogroup ήταν να σώσουν τις γερμανικές και γαλλικές τράπεζες. Ο σκοπός τους δεν ήταν να βοηθήσουν τον ελληνικό λαό παρά να τον τιμωρήσουν επειδή είχαν εκλέξει αριστερούς. […] Εν ολίγοις, το Eurogroup αρνήθηκε να διαπραγματευτεί και διέταξε την Ελλάδα ή να υποταχθεί ή να φύγει από το Ευρώ.[…] Έχοντας διαβάσει τόσα πολλά αρνητικά πράγματα στον Τύπο, είχα ανάμεικτα συναισθήματα γι’ αυτόν (τον Γιάννη Βαρουφάκη). Αλλά οι προκαταλήψεις μου εξαφανίστηκαν όταν αυτός παραιτήθηκε από την κυβέρνηση Τσίπρα μετά το θρίαμβο του «ΟΧΙ» στο δημοψήφισμα. […] Ο Αλέξης Τσίπρας, δέχθηκε να υποταχθεί στο «Μνημόνιο Κατανόησης» του Eurogroup, […], προορισμένου να κρατήσει για πάντα την Ελλάδα στο χρέος. Εν ολίγοις, η βούληση του λαού είχε αγνοηθεί. Και ο Βαρουφάκης δεν το δέχτηκε.[…] Η επιλογή μου είναι προσωπική και πολιτική. Πρόκειται για μια τραγωδία. Δεν θυμάμαι ποιος το είπε, “Η Πολιτική είναι Οικονομικά, τα Οικονομικά είναι Τραγωδία”. Βρέθηκα αντιμέτωπος με τραγικούς ήρωες και καταστάσεις. Όλοι έχουν δίκιο. Ή μάλλον: όλοι έχουν τους δικούς τους λόγους να πιστεύουν πως έχουν δίκιο.[…]».
  Οφείλουμε, τέλος, ν’ αναφερθούμε στην ερμηνεία του χαρισματικού Χρήστου Λούλη, ο οποίος καταβάλλει φιλότιμες προσπάθειες ν’ αποφύγει τον μανιερισμό στον οποίο τον ωθεί μέχρι τέλους το μονοδιάστατο σενάριο. 
                                                                 Θέμις