Η υπόθεση της Γκράβας αναδεικνύει για άλλη μια φορά τα σοβαρά προβλήματα ασφάλειας και συντήρησης των σχολικών υποδομών, αλλά και την απουσία ουσιαστικής μέριμνας από την κυβέρνηση για τη δημόσια εκπαίδευση. Στο σχολικό συγκρότημα, όπου φοιτούν περίπου 4.000 μαθητές και εργάζονται 450 εκπαιδευτικοί και άλλοι εργαζόμενοι, οι πρώτες αναφορές για έντονη οσμή που παρέπεμπε σε αέριο έγιναν στις 16 Σεπτεμβρίου. Παρά τις επανειλημμένες αναφορές και την προληπτική εκκένωση από τη διεύθυνση του σχολείου, η πηγή της οσμής παραμένει άγνωστη.
Ο πρόσφατος έλεγχος της ιδιωτικής εταιρείας ICON Group δεν εντόπισε διαρροή στο εσωτερικό δίκτυο σωληνώσεων, διαπίστωσε, ωστόσο, αποκλίσεις από τις προβλεπόμενες τεχνικές προδιαγραφές, δυσλειτουργίες σε συστήματα ασφαλείας και ζητήματα πυροπροστασίας. Παράλληλα, αποκαλύφθηκε ότι οι προηγούμενοι έλεγχοι αφορούσαν τους καυστήρες και όχι τις σωληνώσεις, παρότι η εγκατάσταση λειτουργεί εδώ και περίπου είκοσι χρόνια. Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι τις εργασίες αποκατάστασης του δικτύου αναμένεται να αναλάβει η ίδια ιδιωτική εταιρεία που διενήργησε τον έλεγχο, μέσω επέκτασης της σύμβασής της με τον Δήμο Αθηναίων, χωρίς, ωστόσο, να υπάρχει ακόμη σαφές χρονοδιάγραμμα επιστροφής των μαθητών στις αίθουσες.
Η στάση της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας δείχνει εγκληματική αδιαφορία. Το Υπουργείο Παιδείας περιορίζεται σε ανακοινώσεις και προγραμματισμό συναντήσεων χωρίς να αναλαμβάνει ουσιαστική δράση για τις αντικειμενικές δυσκολίες που ενέχει η εξ αποστάσεως εκπαίδευση και τα μαθησιακά κενά που δημιουργεί. Παράλληλα, σύμφωνα με τις καταγγελίες της δημοτικής αρχής, το Υπουργείο Πολιτικής Προστασίας δεν έχει αναλάβει ουσιαστική δράση για την αντιμετώπιση της κατάστασης. Η ασφάλεια χιλιάδων μαθητών και εκπαιδευτικών αντιμετωπίζεται με καθυστερήσεις και μετακύλιση ευθυνών.
Εγκληματική, βέβαια, είναι η διαχείριση και σε τοπικό επίπεδο. Τόσο ο προηγούμενος περιφερειάρχης, Γ. Πατούλης, όσο και ο νυν περιφερειάρχης, Ν. Χαρδαλιάς, είχαν επισκεφθεί τη Γκράβα και είχαν προβεί σε ένα επικοινωνιακό σόου μιλώντας για αναβαθμίσεις με την ένταξη στο Ευρωπαϊκό επιχειρησιακό πρόγραμμα «Αττική 2014-2020» και «2021-2027» αντίστοιχα, αδιαφορώντας, ωστόσο, για την πραγματική κατάσταση του συγκροτήματος. Ταυτόχρονα, ο Χάρης Δούκας μετακυλίει μεν τις ευθύνες στα σχετικά Υπουργεία, δηλώνει δε πως δεν υπάρχει οσμή αερίου σήμερα, ενώ, βέβαια, η παροχή του φυσικού αερίου παραμένει κλειστή. Πρόκειται για κατάφωρη κοροϊδία.
Η Γκράβα δεν αποτελεί μεμονωμένη περίπτωση. Μέσα σε μία εβδομάδα καταγράφηκαν πτώσεις ταβανιών και σοβάδων σε σχολεία του Κορυδαλλού, της Θεσσαλονίκης, της Κέρκυρας και της Λαμίας, με τραυματισμούς μαθητών σε αρκετές περιπτώσεις. Στο Πόρτο Ράφτη, εκπαιδευτικοί καταγγέλλουν ότι βρέθηκαν αντιμέτωποι με ΕΔΕ έπειτα από περιστατικό πτώσης σοβάδων, πριν ακόμη αποκατασταθούν οι ζημιές. Την ίδια στιγμή, χιλιάδες κενά εκπαιδευτικών παραμένουν ακάλυπτα για άλλη μια χρονιά, ενώ οι ΕΔΕ για συνδικαλιστική δράση ενισχύουν την καλλιέργεια κλίματος εκφοβισμού στον χώρο.
Οι τραγωδίες των τελευταίων ετών, από τα Τέμπη και τη Βιολάντα έως τον θάνατο του 11χρονου μαθητή στις Σέρρες, τον Δεκέμβριο του 2022, μετά τη φονική έκρηξη στο λεβητοστάσιο του σχολείου του, θα έπρεπε να έχουν καταστήσει σαφές ότι η πρόληψη και οι συστηματικοί έλεγχοι είναι αδιαπραγμάτευτοι. Είναι αδιανόητο, μετά από τέτοιες τραγωδίες, οι μαθητές να αναγκάζονται να απέχουν από τα μαθήματά τους και να κινητοποιούνται για να εξασφαλίσουν τους στοιχειώδεις ελέγχους ασφαλείας, ενώ παίζεται κορώνα γράμματα η ζωή τους.
Οι τελευταίες κινητοποιήσεις της Γκράβας συνδέονται με μια μακρά ιστορία μαθητικών αγώνων του συγκροτήματος. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, η Γκράβα αποτέλεσε σημαντικό κέντρο συντονισμού των μαθητικών καταλήψεων και κινητοποιήσεων του 1990-1991, που εντάχθηκαν στο πανελλαδικό κύμα αντιδράσεων απέναντι στην εκπαιδευτική πολιτική της κυβέρνησης Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Οι αγώνες εκείνοι σημαδεύτηκαν από τη δολοφονία του καθηγητή Νίκου Τεμπονέρα στην Πάτρα, τον Ιανουάριο του 1991, και συνδέθηκαν με την απόσυρση των επίμαχων εκπαιδευτικών μέτρων και την παραίτηση του τότε υπουργού Παιδείας. Η ιστορική αυτή παρακαταθήκη συναντάται σήμερα με τον αγώνα των μαθητών για ασφαλή σχολεία, με γονείς και εκπαιδευτικούς στο πλευρό τους. Αντίστοιχα, οι μαθητικές κινητοποιήσεις στη Γαλλία και σε άλλες χώρες υπενθυμίζουν ότι οι νέοι μπορούν να οργανώνονται, να διεκδικούν και να παρεμβαίνουν συλλογικά για το μέλλον τους.
Όταν η πολιτεία δε διασφαλίζει ούτε τα στοιχειώδη, η συσπείρωση μαθητών, γονέων και εκπαιδευτικών γίνεται αναγκαία δύναμη αγώνα. Η ασφαλής πρόσβαση στην εκπαίδευση είναι δικαίωμα, όχι πολυτέλεια. Και η υπεράσπισή της είναι υπόθεση ολόκληρης της κοινωνίας.












