Ο θάνατος του Γ. Μαζωνάκη, που συνδέθηκε με τη λαϊκή καταγωγή και τη διασκέδαση της νύχτας, επαναφέρει ένα ερώτημα που ο καπιταλισμός προσπαθεί να κρύψει πίσω από τα φώτα της δημοσιότητας: ποιος έχει πραγματικά τη δυνατότητα να ζει περισσότερο και καλύτερα;
Η ερώτηση αφορά το λαό και την εργατική τάξη που παράγουν τον πλούτο, αλλά συχνά δεν έχουν πρόσβαση ούτε στα στοιχειώδη για την προστασία της υγείας τους. Αφορά τη λαϊκή οικογένεια που περιμένει μήνες για μια εξέταση, τους εργαζόμενους που αναβάλλουν μια επίσκεψη στο γιατρό, επειδή δεν μπορούν να χάσουν το μεροκάματο, τους ηλικιωμένους που στοιβάζονται σε ράντζα, και όλους αυτούς που αναγκάζονται να επιλέξουν ανάμεσα στη θεραπεία και στις άλλες σημαντικές υποχρεώσεις τους.
Στην άλλη πλευρά η κυρίαρχη τάξη, η πλουτοκρατία «σκορπάει» τα «λεφτά» της -την κλεμμένη υπεραξία- για να ζει περισσότερο και πλουσιοπάροχα. Αγοράζει χρόνο, ασφάλεια, πρόσβαση στην καλύτερη περίθαλψη και δυνατότητες επιλογής. Η υγεία δεν είναι απλά προνόμιό τους, αλλά στον καπιταλισμό αναδεικνύεται εκκωφαντικά ως ταξικό αγαθό.
Στον καπιταλισμό η ζωή κατανέμεται απολύτως ανισότιμα. Η ταξική οικονομική ανισότητα μετατρέπεται σε μεγάλη ανισότητα υγείας. Ο πλούσιος μπορεί να πληρώσει για ιδιωτική περίθαλψη στην Ελλάδα και το εξωτερικό, να κάνει συχνές προληπτικές εξετάσεις, να επιλέγει γιατρούς, να αποφύγει αναμονές και να εξασφαλίσει άριστες συνθήκες περίθαλψης και ζωής. Μπορεί να αγοράσει χρόνο, όταν ο χρόνος είναι κρίσιμος και πολύτιμος.
Ο εργαζόμενος, αντίθετα, ζει σε μεγάλη ανασφάλεια σε συνθήκες βάρβαρης αντιλαϊκής πολιτικής. Η εντατικοποίηση της εργασίας, η ακρίβεια, η απόλυση και η ανεργία, οι επαγγελματικές ασθένειες και η εξάντληση περιορίζουν τη δυνατότητα πρόληψης. Η επίσκεψη στο γιατρό γίνεται πολυτέλεια, όχι επειδή δεν υπάρχει ανάγκη, αλλά επειδή δεν υπάρχει οικονομική δυνατότητα. Η υγεία δεν είναι μόνο θέμα νοσοκομείου. Είναι θέμα εργασίας, κατοικίας, εισοδήματος, διατροφής, ελεύθερου χρόνου και κοινωνικής προστασίας, όταν μάλιστα στο σύστημά τους τα εργατικά ατυχήματα πολλαπλασιάζονται.
Τα ράντζα στους διαδρόμους των νοσοκομείων δεν είναι απλώς εικόνα κακής διαχείρισης, είναι η ορατή συνέπεια μιας πολιτικής που αντιμετωπίζει τη δημόσια υγεία ως περιττή κοινωνική δαπάνη προς περιορισμό και όχι ως κοινωνικό δικαίωμα. Όταν οι δομές του ΕΣΥ υποχρηματοδοτούνται, όταν το προσωπικό εξαντλείται, όταν οι προσλήψεις καθυστερούν ή είναι ανύπαρκτες και όταν οι υπηρεσίες μεταφέρονται σταδιακά στον ιδιωτικό τομέα, η λαϊκή οικογένεια πληρώνει διπλά: πρώτα με τους ληστρικούς φόρους και μετά με το κόστος της ιδιωτικής περίθαλψης.
Η κυβέρνηση μπορεί να «παραμυθιάζει» το λαό με διάφορες βαρύγδουπες -υποτίθεται- μεταρρυθμίσεις, μπορεί να εξαγγέλλει νέα νοσοκομεία και επενδύσεις, όμως ο εργαζόμενος που ξέρει ότι θα περιμένει ώρες σε ένα Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών ή πόσο δύσκολα μπορεί να αντιμετωπίσει μια σοβαρή ασθένεια δεν ενδιαφέρεται για τέτοιες κάλπικες διακηρύξεις. Διεκδικεί και απαιτεί γιατρό, νοσηλευτή, κρεβάτι και θεραπεία.
Η κρίση του ΕΣΥ και η διάλυσή του μέσα στο «πανηγύρι» των δισ. του ταμείου ανάκαμψης και των αιματοβαμμένων πλεονασμάτων είναι αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών και ταξικής προτεραιότητας για τις αστικές κυβερνήσεις. Η ιδιωτικοποίηση της υγείας αποτελεί έναν από τους πιο κερδοφόρους τομείς του σύγχρονου καπιταλισμού, όπου ξένα και ντόπια μονοπώλια έχουν μπει για τα καλά. Διαγνωστικά κέντρα, ιδιωτικές κλινικές, ασφαλιστικές εταιρείες, φαρμακοβιομηχανίες και αλυσίδες υπηρεσιών υγείας λειτουργούν με βάση την απόδοση στα κέρδη του κεφαλαίου. Το καπιταλιστικό κράτος χρηματοδοτεί ή διευκολύνει την ιδιωτική αγορά, ενώ περιορίζει τη δική του καθολική ευθύνη. Το ΕΣΥ παραμένει, συνεχώς υποβαθμισμένο σε τέτοιο βαθμό ώστε η ιδιωτική λύση να εμφανίζεται ως αναγκαιότητα.
Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: το ΕΣΥ υπό διάλυση, η ιδιωτική αγορά να επεκτείνεται, οι πολίτες να πληρώνουν περισσότερο και η κοινωνική ανισότητα να βαθαίνει. Η κυρίαρχη τάξη δεν χρειάζεται να επιδεικνύει πάντοτε τον πλούτο της. Αρκεί να διαθέτει τη δυνατότητα να τον μετατρέπει σε ασφάλεια κατοικίας, πρόσβαση σε ποιοτική τροφή, δυνατότητα πρόληψης, λιγότερη έκθεση σε κινδύνους, έγκαιρη και με άριστους όρους θεραπεία. Η εργατική τάξη δεν στερείται μόνο χρημάτων. Στερείται χρόνου. Ο χρόνος για ξεκούραση, για πρόληψη, για φροντίδα, για θεραπεία. Ο εργαζόμενος που πρέπει να δουλέψει ενώ είναι άρρωστος δεν είναι απλώς οικονομικά πιεσμένος· είναι άνθρωπος που αναγκάζεται να θυσιάζει την υγεία του για να διατηρήσει το εισόδημά του.
Σε ένα σύστημα όπου οι εργαζόμενοι παράγουν τον πλούτο, η ζωή εξακολουθεί να είναι ταξικά άνισα κατανεμημένη στη σχέση ανάμεσα σε εκείνους που κατέχουν τα μέσα παραγωγής και σε εκείνους που αναγκάζονται να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη. Σε ένα σύστημα όπου η κυρίαρχη τάξη μπορεί να αγοράζει χρόνο, ασφάλεια και πολυτέλεια με τον πλούτο που παράγουν οι πολλοί, οι εργαζόμενοι. Η υπεράσπιση του ΕΣΥ δεν μπορεί να περιοριστεί σε μια έκκληση για περισσότερη αποτελεσματικότητα. Απαιτεί καθολική, δωρεάν πρόσβαση, μόνιμο προσωπικό με πολλές-πολλές προσλήψεις, ισχυρή πρωτοβάθμια φροντίδα, πρόληψη, αξιοπρεπείς μισθούς και ανθρώπινες συνθήκες εργασίας κόντρα στην ιδιωτικοποίηση και την κερδοφορία του κεφαλαίου. Να δώσουμε τη μάχη. Η υγεία δεν είναι εμπόρευμα.












