Η δίκη για το έγκλημα στα Τέμπη συνεχίζεται. Ωστόσο, από την πρώτη στιγμή έχει γίνει φανερό ότι απέναντι στις οικογένειες των 57 νεκρών δεν προβάλλει απλώς μια δύσκολη και χρονοβόρα δικαστική διαδικασία. Υπάρχει ένας ολόκληρος μηχανισμός πολιτικής διαχείρισης, καθυστερήσεων και συγκάλυψης, που επιχειρεί να περιορίσει την υπόθεση στις επιμέρους ευθύνες ορισμένων προσώπων και να αφήσει στο απυρόβλητο τις βαθύτερες πολιτικές ευθύνες.

Οι καταθέσεις των συγγενών αποκαλύπτουν για ακόμη μία φορά τα τεράστια κενά στην έρευνα: απορρίψεις αιτημάτων εκταφής, ερωτήματα για τις συνθήκες θανάτου, η φωτιά μετά τη σύγκρουση και η καταγγελία ότι κρίσιμα στοιχεία χάθηκαν από τον τόπο της τραγωδίας. Η κατάθεση της μητέρας της Φραντζέσκας Μπέζα είναι χαρακτηριστική: η κόρη της επέζησε από τη σύγκρουση και, σύμφωνα με την οικογένεια, έχασε τη ζωή της από τη φωτιά. Το ερώτημα «τι ήταν αυτό που έκαψε τα παιδιά μας;» παραμένει ανοιχτό.
Το ίδιο κρίσιμο είναι και το ζήτημα του «μπαζώματος», δηλαδή της άμεσης επέμβασης και αλλοίωσης του χώρου της τραγωδίας, την ώρα που ακόμη βρίσκονταν σε εξέλιξη οι επιχειρήσεις διάσωσης και η περισυλλογή στοιχείων. Η εισαγγελική πρόταση για παραπομπή του Χρήστου Τριαντόπουλου και άλλων εμπλεκομένων επιβεβαιώνει τη σοβαρότητα της υπόθεσης και αναδεικνύει τις πολιτικές και ποινικές ευθύνες που πρέπει να διερευνηθούν μέχρι τέλους.
Εξίσου σοβαρά είναι και τα ερωτήματα γύρω από την ερευνητική ομάδα ANUBIS, οι σκύλοι της οποίας είχαν εντοπίσει υπολείμματα και οστά στον χώρο του δυστυχήματος. Οι καταγγελίες για αποκλεισμό του εκπροσώπου της από μελλοντικούς διορισμούς πραγματογνωμόνων, η έξωση από τις εγκαταστάσεις της και ο θάνατος από δηλητηρίαση του σκύλου Echo δημιουργούν υποψίες.
Και όλα αυτά συμβαίνουν ενώ η κυβέρνηση συνεχίζει να επιδεικνύει προκλητικό κυνισμό και απαξίωση των συγγενών. Το οργανωτικό φιάσκο της πρώτης ημέρας της δίκης, σε μια αίθουσα που παρουσιάστηκε ως πλήρως κατάλληλη και για την οποία δαπανήθηκαν εκατομμύρια, είναι χαρακτηριστικό. Συγγενείς, δικηγόροι και δημοσιογράφοι στριμώχτηκαν σε απαράδεκτες συνθήκες, ενώ ελάχιστοι από τους κατηγορούμενους ήταν παρόντες.

Η κυβερνητική στάση δεν είναι μια σειρά από «ατυχείς χειρισμούς». Είναι πολιτική επιλογή. Από την πρώτη στιγμή επιχειρήθηκε η υποβάθμιση των ευθυνών, η μετατόπιση της συζήτησης στο «ανθρώπινο λάθος» και η αποσύνδεση του εγκλήματος από την πολιτική που διέλυσε και απαξίωσε τον δημόσιο σιδηρόδρομο. Οι ελλείψεις σε προσωπικό και συστήματα ασφαλείας, οι προειδοποιήσεις των εργαζομένων που αγνοήθηκαν και η λογική της ιδιωτικοποίησης και του κέρδους δεν είναι άσχετες με όσα συνέβησαν.

Την ίδια στιγμή, η δημιουργία ενός νέου κόμματος, όπως αυτό της Καρυστιανού δεν αποτελεί απάντηση. Η τεράστια λαϊκή οργή που εκφράστηκε μετά τα Τέμπη δεν μπορεί να εγκλωβιστεί στην προσδοκία ενός κόμματος με όλα τα χαρακτηριστικά των αστικών κομμάτων, ακροδεξιά ρητορική και εθνικιστικές θέσεις. Η πολυδιαφημιζόμενη «αλλαγή» δεν πρόκειται να έρθει ούτε μέσα από τις κάλπες ούτε μέσα από την ανάδειξη ενός ηγέτη που θα προσωποποιήσει τη δικαιοσύνη και την «καθαρότητα». Μόνο μέσα από τη μαζική, οργανωμένη και ανυποχώρητη δράση του λαού, μέσα από τους συλλογικούς αγώνες και τις κινητοποιήσεις μπορεί να κλονιστεί και τελικά να ανατραπεί η δολοφονική αυτή πολιτική.
Η δικαίωση των 57 θα έρθει μέσα από την πίεση των οικογενειών, των εργαζομένων και ενός μαζικού λαϊκού κινήματος που θα απαιτήσει να αποκαλυφθεί ολόκληρη η αλήθεια, να τιμωρηθούν όλοι οι υπεύθυνοι και να ανατραπεί η πολιτική που θυσιάζει την ασφάλεια και την ανθρώπινη ζωή στον βωμό του κέρδους. Τα Τέμπη δεν πρέπει να γίνουν μια ακόμη υπόθεση που θα ξεθωριάσει στις δικαστικές αίθουσες.