Πιστή στην αντιαγροτική και αντικτηνοτροφική πολιτική παραμένει η κυβέρνηση Μητσοτάκη, η οποία εδώ και πάνω από έναν χρόνο αρνείται να εισαγάγει εμβόλιο για την ευλογιά των αιγοπροβάτων.
Παρά το ότι εκατοντάδες χιλιάδες ζώα έχουν οδηγηθεί σε βίαιο θάνατο και πλήθος κτηνοτρόφων ανά τη χώρα βρίσκεται σε απόγνωση, σε ορισμένες περιπτώσεις καταλήγει και στον θάνατο, το Μαξίμου και το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης αρνούνται πεισματικά να προχωρήσουν στα ενδεδειγμένα μέτρα, παρά βρίσκουν δικαιολογίες και ψεύδονται για την κατάσταση που επικρατεί στην ελληνική κτηνοτροφία τον τελευταίο ενάμιση χρόνο.

Εσχάτως, η κυβέρνηση αρνείται να υιοθετήσει οδηγίες και παραινέσεις της ίδιας της ΕΕ, παρότι σε περιπτώσεις που εξυπηρετούν το μεγάλο κεφάλαιο και φορτώνουν τα βάρη στην πλάτη του εργαζόμενου λαού σπεύδει πρώτη να εφαρμόσει τις ενωσιακές επιταγές.
Από την πλευρά τους, οι εκπρόσωποι των κτηνοτρόφων διατρανώνουν εδώ και καιρό το δίκιο τους και καταγγέλλουν ότι τα υποτιθέμενα υγειονομικά μέτρα δεν καταφέρνουν να περιορίσουν την ευλογιά. Αντίθετα προειδοποιούν για νέα χειρότερη έξαρση την ερχόμενη άνοιξη και ειδικά την περίοδο του Πάσχα.

Τόσο ο Κυριάκος Μητσοτάκης όσο και ο Κώστας Τσιάρας προβάλλουν πλήθος δικαιολογιών και κατάφωρων ψευδών για τα εμβόλια, ξεκαθαρίζοντας ότι δεν συζητούν καν τη χρήση τους για την αντιμετώπιση της ευλογιάς.
Ο πρωθυπουργός επικαλέστηκε «επιστημονικά» στοιχεία και εισηγήσεις «ειδικών» που έχει διορίσει η ίδια η κυβέρνηση, ενώ αγνόησε τις απόψεις υπέρ του εμβολιασμού που έχει εκφράσει σειρά επιστημονικών φορέων. Ανέφερε δε ότι αν γίνει εμβολιασμός «είναι προφανώς τεράστιος» ο κίνδυνος «για τον περιορισμό ή την απαγόρευση των εξαγωγών μας σε ευρωπαϊκές και άλλες χώρες». Αντί για εμβολιασμό, παρέμεινε προσκολλημένος στην «πλήρη εφαρμογή των μέτρων βιοασφάλειας», λέγοντας ότι πρόκειται για τη «μόνη προτεραιότητα» και τη «μόνη στρατηγική» που ακολουθείται. Προανήγγειλε δηλαδή ότι η στρατηγική της κυβέρνησης θα εξακολουθήσει να είναι η μαζική θανάτωση κοπαδιών και η «ατομική ευθύνη» των κτηνοτρόφων, οι οποίοι, πέραν της τεράστιας ζημιάς, επιβαρύνονται με το κόστος των μέτρων.
Μητσοτάκης και Αυγενάκης εμμένουν στο ότι τα σκευάσματα δεν έχουν λάβει έγκριση, ωστόσο η ίδια η ΕΕ διαθέτει απόθεμα και προτείνει τον εμβολιασμό ως λύση όταν τα υπόλοιπα μέτρα αδυνατούν να αποδώσουν, κάτι που συμβαίνει στην περίπτωση της Ελλάδας εδώ και καιρό.
Επιπλέον, για να εγκριθεί ένα εμβόλιο θα πρέπει μια χώρα να το ζητήσει, συνεπώς αποτελεί ξεκάθαρη πολιτική επιλογή το να μην προβαίνει η κυβέρνηση σε κάτι τέτοιο.

Παράλληλα, η κυβέρνηση προβάλλει τη δικαιολογία ότι με τον εμβολιασμό θα πληγούν προϊόντα ΠΟΠ όπως η φέτα, ενώ η Ελλάδα δεν θα θεωρείται «ελεύθερη χώρα» για κράτη όπως η Αυστραλία και ο Καναδάς κλπ.
Σημειώνεται πάντως ότι σκόπιμα δεν αναφέρεται το γεγονός ότι προς την ΕΕ, η οποία προτείνει εμβολιασμό, καταγράφονται οι περισσότερες εξαγωγές της χώρας, ενώ, σύμφωνα με εκπροσώπους των αγροτών, η Κομισιόν ξεκαθάρισε ότι δεν θα σταματήσει η εξαγωγή της φέτας, αρκεί να παστεριώνεται το γάλα και να τηρούνται τα υγειονομικά πρωτόκολλα.
Οι κτηνοτρόφοι θέτουν επίσης και ένα εύλογο ερώτημα: πώς δηλαδή η παραγωγή των γαλακτοβιομηχανιών διατηρείται στα ίδια επίπεδα, ενώ έχουν χαθεί εκατοντάδες χιλιάδες αιγοπρόβατα.
Μπορεί η απάντηση της κυβέρνησης να είναι ότι έχουν οδηγηθεί σε σφαγή μη παραγωγικά ζώα, ωστόσο οι κτηνοτρόφοι καταγγέλλουν ότι οι γαλακτοβιομήχανοι οργιάζουν και προχωρούν σε παράνομες ελληνοποιήσεις εισαγόμενου γάλακτος.