H χώρα μας δοκιμάζεται από την «ενεργειακή φτώχεια», όπως καταγράφεται από την Eurostat, και όχι μόνο, αλλά και από τη ζοφερή πραγματικότητα που βιώνουν τα νοικοκυριά είτε με την έλλειψη της θέρμανσης, αλλά και από τις αυξημένες δαπάνες που καλούνται να αναλάβουν για να έχουν στοιχειωδώς ανεκτή κατάσταση στα σπίτια τους από και για την αντιμετώπιση του κρύου.
Η Ελλάδα, σύμφωνα με παλαιότερα στοιχεία της Eurostat του 2024, εκτός από τον … «πρωταθλητισμό» που καταγράφει ως προς τις ακριβότερες τιμές διαφόρων αγαθών βρέθηκε παρέα με τη γειτονική Βουλγαρία στην κορυφή της ευρωπαϊκής κατάταξης της ενεργειακής φτώχειας, με το 19% του πληθυσμού να δηλώνει ότι δεν μπορεί να διατηρήσει το σπίτι του επαρκώς ζεστό.
Με βάση τα στοιχεία της Eurostat αυτό είναι υπερτριπλάσιο σχετικά με τη Γερμανία, που το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώνεται στο 6,3%, και επίσης ψηλότερο από τη Γαλλία, που διαμορφώνεται σε 11,8%, υπογραμμίζοντας διαφορές που αντιστοιχούν σε σημαντικές ενεργειακές ανισότητες εντός της ΕΈ, με έντονο προφανώς κοινωνικό αντίκτυπο και σε αυτόν τον τομέα.
Για το 2024 λοιπόν συνολικά το 9,2% του πληθυσμού της ΕΕ δεν ήταν σε θέση να διατηρήσει επαρκή θερμοκρασία στην κατοικία του και με πίεση κατά τα δεδομένα στα ευρωπαϊκά νοικοκυριά, με μεγαλύτερη ένταση του προβλήματος σε ορισμένες χώρες όπως η δική μας που ένα στα πέντε νοικοκυριά αδυνατεί να διαμένει σε κατοικίες με επαρκή θέρμανση.
Από την άλλη πλευρά οι ιθύνοντες της ΕΕ προχωρούν στην έγκριση της σταδιακής απαγόρευσης των εισαγωγών ρωσικού αερίου και των αγωγών LNG στην ΕΕ που σημαίνει την ολοένα αυξανόμενη εξάρτηση της Ευρώπης από το πανάκριβο αμερικανικό LNG με άμεσες συνέπειες στις τσέπες των λαών της γηραιάς ηπείρου.
Η πλήρης απαγόρευση θα τεθεί σε ισχύ για τις εισαγωγές LNG από τις αρχές του 2027 και για τις εισαγωγές φυσικού αερίου μέσω αγωγών από το φθινόπωρο του 2027. Στο πλαίσιο αυτό σύμφωνα με την απόφαση της επιτροπής της ΕΕ, η απαγόρευση θα ισχύσει μετά από έξι εβδομάδες από την έναρξη του νέου κανονισμού, ενώ προβλέπεται μεταβατική περίοδος για τις υφιστάμενες συμβάσεις.
Έως την 1η Μαρτίου 2026, σε λιγότερο από ένα μήνα δηλαδή, τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να καταρτίσουν εθνικά σχέδια σε ό,τι αφορά τη διαφοροποίηση εφοδιασμού με φυσικό αέριο και να μελετήσουν ανάγκες και προκλήσεις που θα έχουν από την αντικατάσταση του ρωσικού φυσικού αερίου. Για τον λόγο αυτό, οι εταιρείες θα υποχρεούνται να κοινοποιούν στις αρχές και στην Επιτροπή τυχόν εναπομείνασες συμβάσεις για ρωσικό φυσικό αέριο. Οι χώρες της ΕΕ που εξακολουθούν να εισάγουν ρωσικό πετρέλαιο θα πρέπει επίσης να υποβάλουν σχέδια αντικατάστασης και διαφοροποίησης.
Σε μια επιχείρηση καθησυχασμού για τις ανησυχίες περί νέων εξαρτήσεων, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τόνισε πως τα διαθέσιμα στοιχεία δεν δείχνουν υπερβολική εξάρτηση της ΕΕ από εισαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου (ΥΦΑ) από την Αμερική…και η εκπρόσωπος της Επιτροπής, Άννα-Κάισα Ίτκονεν, δήλωσε σε ερώτηση δημοσιογράφου, πως «η εξάρτηση από υγροποιημένο φυσικό αέριο μιας συγκεκριμένης χώρας δεν μπορεί να συγκριθεί με την πριν τον πόλεμο στην Ουκρανία εξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο μέσω αγωγών, καθώς η προέλευση του υγροποιημένου φυσικού αερίου (ΥΦΑ) μπορεί να αλλάξει σχετικά εύκολα όταν αυτό κριθεί αναγκαίο».
Με τη σειρά του ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας δήλωσε σε ένα κήρυγμα εξωραϊσμού της εξάρτησης, πως «η απόφαση της ΕΕ αλλάζει τις ισορροπίες στην περιοχή» και ακόμα πως «ευνοείται η Ελλάδα με τον Κάθετο Διάδρομο», ο οποίος «αναβαθμίζει τον ρόλο της Ελλάδας ως αξιόπιστου ενεργειακού κόμβου και περιορίζει τον ενεργειακό ρόλο της Τουρκίας» και άρα πως «πρόκειται για ζήτημα εθνικού συμφέροντος και στρατηγικής επιλογής», θυμίζοντας την ανάλογη έκφραση ενός προηγούμενου πρέσβη των ΗΠΑ στη χώρα μας περί ρόλου για τη χώρα μας, ενός «γεωπολιτικού μεντεσέ»…
Ανεξάρτητα πάντως από τις καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις των εντεταλμένων παραγόντων της ΕΕ, και τις ανάλογες έμπλεες υποτέλειας τοποθετήσεις όπως του υπουργού που προαναφέραμε, η πραγματικότητα αδυσώπητα μαρτυρά πως η ενεργειακή φτώχεια παραμένει δομικό πρόβλημα για ορισμένα κράτη-μέλη όπως και για την Ελλάδα.
Μάλιστα στην περίπτωσή μας ο συνδυασμός χαμηλών εισοδημάτων, υψηλού κόστους ενέργειας και ενεργειακά ανεπαρκών κατοικιών εξακολουθεί να επιβαρύνει μεγάλο μέρος του πληθυσμού, καθιστώντας το ζήτημα της θέρμανσης όχι απλώς ενεργειακό, αλλά βαθιά κοινωνικό.












