Το πανελλαδικό Σωματείο εργαζομένων στην Έρευνα και την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση (ΣΕΡΕΤΕ) κατήγγειλε την απόπειρα αλλαγής του Εσωτερικού Κανονισμού και του Οδηγού Χρηματοδότησης του ΕΛΚΕ (Ειδικού Λογαριασμού Κονδυλίων Έρευνας) στο ΕΜΠ. Ο στόχος αυτών των αλλαγών δεν είναι άλλος από την εκπόνηση ερευνών με θέμα την πολεμική βιομηχανία στο πλαίσιο προγραμμάτων του ΝΑΤΟ. Εξάλλου, το ΝΑΤΟ έχει απευθύνει ήδη από το 2023 σχετική πρόταση έρευνας στα ελληνικά πανεπιστήμια. Το εμπόδιο που πρέπει να παραμεριστεί είναι το άρθρο 2 των «Βασικών αρχών δεοντολογίας» που προβλέπει μεταξύ άλλων: «Η ιστορία του ΕΜΠ είναι συνδεδεμένη με αγώνες για την ελευθερία και την ειρήνη. Για τον λόγο αυτό στο ΕΜΠ δεν επιτρέπεται η διεξαγωγή ή συμμετοχή σε έρευνες για πολεμικούς σκοπούς οποιασδήποτε μορφής, με εξαίρεση την έρευνα για τις αμυντικές ανάγκες της χώρας, και δεν αναλαμβάνονται έρευνες με χρηματοδότηση από διεθνείς στρατιωτικούς συνασπισμούς».

Η απαγόρευση διεξαγωγής πολεμικών ερευνητικών προγραμμάτων στο ΕΜΠ είναι αποτέλεσμα αφενός αγώνων του αντιπολεμικού φοιτητικού κινήματος, κυρίως εναντίον του βομβαρδισμού της Γιουγκοσλαβίας από το ΝΑΤΟ, επί πρυτανείας Ξανθόπουλου (1997-2003), και αφετέρου της ιστορικής παρακαταθήκης του Πολυτεχνείου στον αντιδικτατορικό αγώνα. Όμως, η συγκεκριμένη απαγόρευση υπονομεύεται τα τελευταία χρόνια από τη διοίκηση και τη Σύγκλητο του Ιδρύματος. Η «απελευθέρωση» της έρευνας για πολεμικούς σκοπούς και διττές τεχνολογίες έχει ξεκινήσει καιρό στα ελληνικά πανεπιστήμια, ενώ, την ίδια στιγμή συνεχίζεται η συρρίκνωση της κρατικής χρηματοδότησης για την έρευνα και τη δημόσια εκπαίδευση, με αποτέλεσμα πολλοί ερευνητές να παραμένουν σε καθεστώς απλήρωτης ή χαμηλόμισθης εργασίας και συχνά να οδηγούνται εκτός ερευνητικού κλάδου. Ένα από τα αποτελέσματα της σταθερής υποχρηματοδότησης του ελληνικού πανεπιστημίου είναι ότι η έρευνα, που έχει εξαρτηθεί πλέον από ευρωπαϊκά κονδύλια, βρίσκεται τώρα κάτω από τον εκβιασμό ξένων χρηματοδοτήσεων.

Η στροφή στην πολεμική έρευνα αποτελεί στρατηγική κατεύθυνση που έχει εξαπλωθεί σε μεγάλο τμήμα των πανεπιστημιακών και ερευνητικών ιδρυμάτων σε συνεργασία με την κυβέρνηση, το ΝΑΤΟ και την ΕΕ, τόσο σε όρους ερευνητικών προγραμμάτων όσο και σε όρους χρηματοδότησης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η συμμετοχή του ΕΜΠ στο ΝΑΤΟϊκό ερευνητικό πρόγραμμα «Ranger» το 2019, που διεκόπη μετά από μαζικές κινητοποιήσεις ερευνητών, φοιτητών και εργαζομένων. Ακόμη, το 2024 πραγματοποιήθηκε συμφωνία χορηγίας μεταξύ της αμερικανικής πολυεθνικής εταιρείας οπλικών συστημάτων «Lockheed Martin», της μεγαλύτερης οπλοβιομηχανίας διεθνώς και προμηθεύτριας του ΝΑΤΟ, και του ΕΚΠΑ για πρόγραμμα υποτροφιών. Εκδηλώσεις, εργαστήρια και ομιλίες με θέμα τις «επιτυχίες» του ΝΑΤΟ και των τεχνολογιών που αξιοποιεί έχουν διοργανωθεί κατά καιρούς στο ΕΚΠΑ, στο Πάντειο αλλά και στο Πανεπιστήμιο Κρήτης τα τελευταία έτη. Παράλληλα, η ισραηλινή οπλοβιομηχανία «Rafael Advanced Defence Systems» συνεργάζεται με το ΠΑΔΑ στο ευρωπαϊκό ερευνητικό έργο υποθαλάσσιας ασφάλειας «UnderSec». Η συγκεκριμένη εταιρεία έδωσε στη δημοσιότητα προωθητικό βίντεο για σύστημα drones, διαφημίζοντας πόσο καλά μπορούσε να εντοπίσει και να εκτελέσει Παλαιστίνιους που κρύβονταν στα ερείπια των σπιτιών τους.

Το ΕΜΠ για άλλη μια φορά ευθυγραμμίζεται με τις ανάγκες της αγοράς και της ΕΕ που υπαγορεύουν τη στροφή στην πολεμική προετοιμασία και οικονομία. Η ΕΕ ενισχύει το Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας χρηματοδοτώντας την έρευνα και ανάπτυξη νέων πολεμικών τεχνολογιών και θέτοντας σε εφαρμογή σχέδια, όπως το ReArm Europe (πλέον Readiness 2030). Παράλληλα, με προγράμματα, όπως το SAFE και το EDIP ξοδεύονται κεφάλαια ύψους εκατοντάδων δισ. ευρώ. Σε ένα πλαίσιο που περιλαμβάνει πολλαπλασιασμό των πολεμικών εστιών παγκοσμίως, ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, όπως πρόσφατα στη Βενεζουέλα, και απειλές για νέες επεμβάσεις όπως στη Γροιλανδία και το Ιράν, εντείνεται και στη χώρα μας η εμπλοκή στους πολεμικούς σχεδιασμούς του ΝΑΤΟ και η εδραίωση των βάσεων, η ενίσχυση της πολεμικής οικονομίας, ο προσανατολισμός της έρευνας στις ανάγκες του πολέμου. Στην Ελλάδα, την ώρα που οι αγρότες μάχονται στα μπλόκα για επιβίωση και οι υποδομές των συγκοινωνιών (σιδηροδρόμων και αεροδρομίων) καταρρέουν, η κυβέρνηση με ένα εθνικιστικό και στρατιωτικό σόου υποδέχθηκε τη φρεγάτα «Κίμων», αξίας άνω του ενός δισ. ευρώ. Θα ακολουθήσουν κι άλλες ακριβότερες φρεγάτες στο πλαίσιο εξοπλιστικών προγραμμάτων που τίθενται περήφανα από την ελληνική κυβέρνηση στη διαθεσιμότητα των ιμπεριαλιστικών σχεδίων του ΝΑΤΟ, της ΕΕ, των ΗΠΑ και του κράτους-δολοφόνου του Ισραήλ, «στρατηγικού συμμάχου» του ελληνικού κράτους. Η πολεμοκαπηλία είναι γεγονός, αφού όταν οι ιμπεριαλιστές μιλούν για διατήρηση της ειρήνης, ο τζίρος της πολεμικής βιομηχανίας φτάνει στα ύψη.

Η έρευνα που διεξάγεται στα ελληνικά πανεπιστήμια και στα εργαστήρια δεν είναι επιτρεπτό να κατευθύνεται στον πόλεμο, την ενίσχυση των ιμπεριαλιστικών πολιτικών, τον εκτοπισμό και τις μαζικές δολοφονίες ανθρώπων. Το φοιτητικό κίνημα, τα σωματεία των εργαζομένων και σύσσωμη η πανεπιστημιακή κοινότητα στις σχολές δε μπορούν να γίνονται συνένοχοι στα εγκλήματα των φονιάδων των λαών.