Η αλματώδης αύξηση στις τιμές των καυσίμων και η αναμενόμενα υψηλή τιμή στο πετρέλαιο θέρμανσης ανησυχούν έντονα τους πολίτες, καθώς έρχεται ο χειμώνας. Παρά την καταφανή λαϊκή αγωνία για την ακρίβεια, η κυβέρνηση εξακολουθεί να αντιμετωπίζει το πρόβλημα στα καύσιμα με ψευτομέτρα.
Στο πλαίσιο αυτό, ανακοίνωσε ότι κάθε 15 ημέρες, ανάλογα με τη διακύμανση της τιμής του πετρελαίου κίνησης, θα ανακοινώνει εάν θα συνεχίζεται ή όχι η επιδότηση του ντίζελ κίνησης. Έτσι, τις ημέρες αυτές ανακοινώθηκε από τον πρωθυπουργό αύξηση κατά 5 λεπτά, διαμορφώνοντας την επιδότηση από τα 10 στα 15 λεπτά. Συνυπολογίζοντας και την έκπτωση που υποτίθεται πως παρέχουν τα διυλιστήρια, η τελική τιμή μειώνεται, για αυτό το δεκαπενθήμερο, κατά 20 λεπτά. Την ίδια ώρα, η μέση τιμή του ντίζελ στην Αθήνα κινείται γύρω στα 2,10 € το λίτρο, στην ηπειρωτική Ελλάδα φτάνει περίπου τα 2,15 € το λίτρο, ενώ στα νησιά προσεγγίζει τα 2,30 € το λίτρο.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι για την αμόλυβδη βενζίνη θα υπάρξει από τις 17 Οκτωβρίου μόνο κρατική επιδότηση στα 10 λεπτά το λίτρο, καθώς τα διυλιστήρια δεν πρόκειται, όπως ενημέρωσαν, να προχωρήσουν σε επιπλέον έκπτωση.
Παράλληλα, μόλις μία ημέρα πριν από την έναρξη διάθεσης του πετρελαίου θέρμανσης, η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι η κρατική επιδότηση θα είναι 20 λεπτά το λίτρο και η έκπτωση των διυλιστηρίων άλλα 20 λεπτά, φτάνοντας έτσι τη συνολική μείωση στα 40 λεπτά το λίτρο, πάντα για αυτό το δεκαπενθήμερο. Ενώ εκτιμάται ότι η τιμή θα κινηθεί γύρω στα 1,55 ευρώ το λίτρο -όταν πέρσι την αντίστοιχη περίοδο ήταν 1,15 ευρώ και τον Απρίλιο είχε φτάσει τα 1,74 ευρώ- είναι πασιφανές ότι φέτος, με το ράλι της αισχροκέρδειας που επικρατεί, η τιμή του πετρελαίου θέρμανσης θα εκτιναχθεί.
Ταυτόχρονα, ανακοινώθηκε αύξηση 30% στο επίδομα θέρμανσης, η οποία όμως αφορά αποκλειστικά τους υφιστάμενους δικαιούχους. Αυτό σημαίνει ότι η πλατιά μάζα του λαού δε θα δει ουσιαστική ελάφρυνση, καθώς τα κριτήρια παραμένουν εξαιρετικά στενά. Είναι εμφανές ότι με τα μέτρα αυτά η κυβέρνηση δεν προκρίνει τη δραστική μείωση της τιμής του πετρελαίου θέρμανσης, αλλά τη συνέχιση προβλήματος και στο μέλλον.
Παρόλα αυτά, η κυβέρνηση προσπαθεί με συστηματικό τρόπο να παρουσιάσει τα ψίχουλα ως μεγάλη κυβερνητική ικανότητα διαχείρισης της κρίσης, ενώ ταυτόχρονα αρνείται να προχωρήσει σε ουσιαστικές μειώσεις στις τιμές των καυσίμων μέσω των άμεσων φόρων, δηλαδή του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (ΕΦΚ) και του ΦΠΑ.
Είναι χαρακτηριστικό ότι για το 2025 το Δημόσιο εισέπραξε περίπου 4,36 δισ. ευρώ από τον ΕΦΚ στα ενεργειακά προϊόντα, ενώ ο ΦΠΑ στα πετρελαιοειδή και τα παράγωγά τους ανήλθε σε περίπου 2,12 δισ. ευρώ -δηλαδή φορολογικά έσοδα της τάξεως των 6,5 δισ. ευρώ συνολικά. Επιπλέον, για το 2026 αναμένεται να εισπράξει 1,548 δισ. ευρώ περισσότερα από τον ΦΠΑ σε σχέση με όσα είχε αρχικά προϋπολογίσει, εξαιτίας των τιμών που βρίσκονται στα ύψη.
Την ώρα που βλέπει τα ταμεία της να γεμίζουν μέσω των φορολογικών συντελεστών, επιστρέφει στον λαό μόλις 20 εκατομμύρια ευρώ. Αντίθετα, φροντίζει να προβεί σε παρεμβάσεις υπέρ του μεγάλου κεφαλαίου. Έτσι, ο πρωθυπουργός δήλωσε πρόσφατα από το βήμα της ετήσιας γενικής συνέλευσης του ΣΕΒ: «Οι παρεμβάσεις μας είχαν ως αποτέλεσμα την ταχεία απονομή της δικαιοσύνης, στο χωροταξικό και στην ενέργεια». Για να «απονείμει», όπως είπε, δικαιοσύνη, φρόντισε να λάβει μέτρα ύψους 95 εκατομμυρίων ευρώ αποκλειστικά υπέρ των μεγάλων βιομηχανιών. Τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν επιδότηση έως και 70% της μέσης ετήσιας τιμής ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ από την 1η Ιουλίου έχει τεθεί σε εφαρμογή και το απαράδεκτο μέτρο της μείωσης έως 50% στις χρεώσεις Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ) για τη βιομηχανία, απαλλάσσοντας τις επιχειρήσεις αυτές από ακόμα μία δαπάνη υπέρ του κοινωνικού συνόλου.
Φυσικά, στις ελαφρύνσεις αυτές η κυβέρνηση δε συμπεριέλαβε τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, όπως τους φούρνους, τα ζαχαροπλαστεία και την εστίαση. Ειδικά για τους φούρνους, τα πρόσφατα στοιχεία της Ομοσπονδίας Αρτοποιών Ελλάδος είναι ενδεικτικά για την κατάσταση που επικρατεί στον κλάδο, καθώς τα τελευταία 3 χρόνια έχουν βάλει λουκέτο περίπου 1.500 παραδοσιακά αρτοποιεία της γειτονιάς σε όλη τη χώρα -αριθμός που αντιστοιχεί σχεδόν στο 10% του συνόλου των 12.000 αρτοποιείων που δραστηριοποιούνταν- με κύρια αιτία το δυσβάσταχτο ενεργειακό κόστος.
Και παρότι συμπεριέλαβε τους αλιείς, η επιδότηση δεν έφτασε στο ζητούμενο ποσό. Ανακοινώθηκε ότι για τον μήνα Σεπτέμβριο η επιδότηση θα είναι 40 λεπτά το λίτρο, την ώρα που οι ίδιοι ζητούν να φτάσει τουλάχιστον τα 50 λεπτά, καθώς οι τρέχουσες τιμές των καυσίμων διαμορφώνονται στα 1,30 €/λίτρο -πράγμα που σημαίνει ότι ένα μεσαίο σκάφος ή μια μηχανότρατα χρειάζεται από 980 έως 1.600 ευρώ την ημέρα αποκλειστικά για καύσιμα.
Σημαντικό είναι να σημειωθεί ότι, παρά την αύξηση των τιμών και τη διατήρηση των υψηλών συντελεστών, τα έσοδα από τον ΕΦΚ για το 2026 εκτιμώνται στα 7,176 δισ. ευρώ. Το ποσό αυτό είναι μειωμένο κατά 283 εκατομμύρια έναντι του κυβερνητικού στόχου, επειδή οι πολίτες αδυνατούν πλέον να καταναλώσουν ενεργειακά προϊόντα με αυτές τις τιμές.
Αν σε όλα αυτά προσθέσει κανείς και τη συνήθεια της κυβέρνησης να «κρύβεται» πίσω από την ΕΕ -η οποία κάθε άλλο παρά μέτρα ελάφρυνσης έχει λάβει, διακηρύσσοντας αντιθέτως σε κάθε τόνο ότι οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών οφείλουν να διαχειριστούν μόνες τους το πρόβλημα- προκύπτει το αβίαστο συμπέρασμα ότι η κυβέρνηση μεριμνά να διασφαλίσει, πάση θυσία, τα συμφέροντα των μεγαλοβιομηχάνων και του μεγάλου κεφαλαίου. Και αυτό το κάνει πάντα σε βάρος του λαού.












