Το τελευταίο διάστημα έχει επανέλθει για τα καλά στη δημόσια συζήτηση η τριτοβάθμια εκπαίδευση, τα δημόσια ΑΕΙ με επίκεντρο τα «φαινόμενα βίας» και την «ασφάλεια». Αφορμή αποτέλεσαν τα βίαια περιστατικά που συνέβησαν σε σχολές της Αθήνας (Νομική, Πολυτεχνειούπολη) από ομάδες κουκουλοφόρων. Τα απαράδεκτα αυτά γεγονότα όχι μόνο είναι ξένα προς το οργανωμένο φοιτητικό κίνημα και τους αγώνες του, αλλά ακόμα περισσότερο είναι εχθρικά προς αυτό και λειτουργούν προβοκατόρικα. Επιδρούν υπονομευτικά για το φοιτητικό κίνημα και τους αγώνες που έδωσε και συνεχίζει να δίνει για Δημόσια Δωρεάν Παιδεία, για τα δημοκρατικά δικαιώματα. Σπιλώνουν τη δράση του, αμαυρώνουν και συκοφαντούν το άσυλο. Προσφέρουν πολύτιμες υπηρεσίες στην κυβέρνηση για να στρέψει για μια ακόμα φορά τα πυρά της στα Δημόσια Πανεπιστήμια και στο ίδιο το φοιτητικό κίνημα.
Η κυβέρνηση της ΝΔ που είναι αντιμέτωπη με τη γενικευμένη λαϊκή οργή εξαιτίας της σκληρής αντιλαϊκής πολιτικής της φτώχειας και της ακρίβειας, των ιδιωτικοποιήσεων και του εγκλήματος στα Τέμπη, βρήκε την ευκαιρία να «αποδράσει» και να αλλάξει την πολιτική ατζέντα αποπροσανατολίζοντας από τα καυτά ζητήματα της επικαιρότητας. Άρπαξε την ευκαιρία που της πρόσφεραν τα προβοκατόρικα γεγονότα στη Νομική και στην Πολυτεχνειούπολη για να ρίξει τόνους λάσπης ενάντια στα Δημόσια ΑΕΙ, να τα παρουσιάσει ως χώρους που δεσπόζει η βία, η παρανομία και η εγκληματικότητα. Στοχοποιεί ευθέως τους φοιτητές και το ίδιο το φοιτητικό κίνημα για τα περιστατικά αυτά, καθιστώντας τους υπεύθυνους για τα φαινόμενα βίας.
Ανοίγει ξανά την ατζέντα της «ασφάλειας» στα Πανεπιστήμια έπειτα από την πρώτη απόπειρά της, πριν από 6 χρόνια και η οποία ναυάγησε. Τότε η ασφάλεια αποτέλεσε το πρόσχημα για να επιφέρει ένα ακόμα πλήγμα στο πανεπιστημιακό άσυλο αλλά και για να θεσπίσει το σώμα της διαβόητης πανεπιστημιακής αστυνομίας. Ένα μέτρο που το οργανωμένο φοιτητικό κίνημα, μέσα από μαζικές συλλογικές διαδικασίες και ανυποχώρητους αγώνες, κατόρθωσε να το καταστήσει ανενεργό. Η αδρανοποίηση και η μη εφαρμογή του μέτρου της πανεπιστημιακής αστυνομίας αποτέλεσε ένα σοβαρό πλήγμα για το γόητρο της κυβέρνησης Μητσοτάκη που είχε κάνει παντιέρα της το θέμα της λεγόμενης ασφάλειας των Πανεπιστημίων. Όσο κι αν ο νόμος δεν έχει ως σήμερα καταργηθεί, πράγμα που αποτελεί απαίτηση του φοιτητικού και ευρύτερα του νεολαιίστικου κινήματος, το γεγονός ότι ως σήμερα η πανεπιστημιακή αστυνομία δεν κατόρθωσε να πατήσει το πόδι της στους χώρους του Δημόσιου Πανεπιστήμιου αποτελεί μια σημαντική κατάκτηση και παρακαταθήκη για το φοιτητικό κίνημα και του αγώνα που έδωσε.
Με αφορμή λοιπόν τα έκτροπα στους χώρους των ΑΕΙ, η κυβέρνηση Μητσοτάκη και ολόκληρος ο στρατός των καλοταϊσμένων ΜΜΕ επιδίδονται σε μια διαρκή λασπολογία και συκοφάντηση της Δημόσιας Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Φουσκώνουν και μεγαλοποιούν συνειδητά τα γεγονότα για να στρέψουν τη δημόσια συζήτηση μακριά από τα φλέγοντα προβλήματα του λαού, αυτά που αφορούν τη φτώχεια και τη σαρωτική ακρίβεια, τις ιδιωτικοποιήσεις και τη συγκάλυψη του εγκλήματος των Τεμπών. Η κυβέρνηση της ΝΔ, που τάχα κόπτεται για την ασφάλεια στα Πανεπιστήμια, προαναγγέλλει σκληρά κατασταλτικά μέτρα που περιλαμβάνουν επαναφορά της πανεπιστημιακής αστυνομίας με αναβαθμισμένους όρους, την «αυτόματη διαγραφή» όσων φοιτητών εμπλέκονται σε επεισόδια. Ο αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Β. Φλωρίδης έφτασε στο σημείο να ζητά την επαναφορά του «ιδιώνυμου» για τους φοιτητές.
Με λυσσασμένο τρόπο η κυβέρνηση της ΝΔ επιχειρεί να φέρει νέα πλήγματα στο πολύπαθο σώμα της δημόσιας τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Το πραγματικό της μέλημα αφορά στο πώς θα δημιουργήσει ένα καθεστώς που η αστυνομία και οι δυνάμεις καταστολής θα περνοδιαβαίνουν στα ΑΕΙ ανεμπόδιστα, πώς θα δημιουργηθεί δηλαδή ένα καθεστώς αστυνομοκρατίας, εκφοβισμού και τρόμου των φοιτητών. Επιδίωξή τους είναι να ποινικοποιήσουν τη συνδικαλιστική δράση του φοιτητικού κινήματος ακόμα και να την απαγορεύσουν, μετατρέποντας τα Δημόσια ΑΕΙ σε αποστειρωμένες, «υγειονομικές» ζώνες που οι φοιτητικοί σύλλογοι, οι γενικές συνελεύσεις, η διακίνηση ιδεών, οι πολιτικές ελευθερίες δεν θα έχουν θέση. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι όλα αυτά συμβαίνουν μόλις λίγες ημέρες πριν τις φοιτητικές εκλογές που έχουν εξαγγελθεί για τις 14 Μάη. Η κυβέρνηση επιδιώκει με τη δημαγωγία, με τη λάσπη και τη συκοφαντία, με τη δεξιά ρητορική του φόβου και του τρόμου, να βάλει εμπόδια στη μαζική συμμετοχή των φοιτητών στις φοιτητικές εκλογές, ώστε την επόμενη να παρουσιάσει το φοιτητικό συνδικαλισμό ως μια απαξιωμένη διαδικασία.
Πέρα από το χτύπημα στο φοιτητικό κίνημα, η τωρινή συγκυρία προσφέρει στην κυβέρνηση μια πρώτης τάξης ευκαιρία να προωθήσει ακόμα περισσότερο τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, παρουσιάζοντας τα Δημόσια ΑΕΙ ως χώρους που δήθεν κυριαρχεί η εγκληματικότητα. Οι κυρίαρχοι προπαγανδιστικοί μηχανισμοί -που βρίσκονται στην υπηρεσία της κυβερνητικής πολιτικής της ΝΔ- επιδίδονται συστηματικά τις τελευταίες ημέρες σε αυτό το «σπορ», υπονομεύοντας ακόμα πιο πολύ το Δημόσιο Πανεπιστήμιο, απαξιώνοντάς το προς όφελος των ιδιωτικών συμφερόντων τα οποία αυτή η πολιτική προωθεί με αμείωτη ένταση.
Επιχειρώντας να φρενάρει τη γενικευμένη φθορά, η κυβέρνηση της ΝΔ επαναφέρει στο δημόσιο λόγο την ακροδεξιά ρητορική, το δόγμα «νόμος και τάξη» μέσα στα Πανεπιστήμια. Επιδιώκει να «χαϊδέψει» αυτιά και να ενεργοποιήσει τα συντηρητικά αντανακλαστικά σε ένα ακροατήριο ώστε να αποκομίσει πολιτικά οφέλη, περιορίζοντας τις διαρροές από τα δεξιά της, αφού σε ό,τι αφορά την αντιπολίτευση του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ είναι επί της ουσίας ανύπαρκτη και η ΝΔ με αλαζονεία και έπαρση την αντιμετωπίζει ως μη υπολογίσιμη.
Με αφορμή τα τελευταία γεγονότα, η κυβέρνηση επαναφέρει στο προσκήνιο με ένταση και άλλες πλευρές της πολιτικής της ατζέντας. Με το πρόσχημα πως οι πρυτάνεις και όργανα διοίκησης των Πανεπιστημίων δεν μπορούν να ανταποκριθούν σε όλα τα καθήκοντα και παράλληλα σε αυτό της «ασφάλειας και της προστασίας», προωθεί ριζικές αντιδραστικές αλλαγές, επαναφέροντας ξανά τα περίφημα Συμβούλια Διοίκησης Ιδρυμάτων με διοικητές-μάνατζερ που θα αναλάβουν εξ ολοκλήρου τη λειτουργία των ΑΕΙ, κατά τα πρότυπα του ιδιωτικού τομέα, βαθαίνοντας ακόμα περισσότερο τη σύμφυση μεταξύ Πανεπιστημίου και επιχειρήσεων, έτσι ώστε τελικά το ίδιο το Πανεπιστήμιο να λειτουργεί ως επιχείρηση με ιδιωτικά-οικονομικά κριτήρια.
Η Δημόσια Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, το φοιτητικό κίνημα και τα δημοκρατικά δικαιώματα μπαίνουν ξανά στο στόχαστρο της κυβέρνησης. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες είναι επιτακτική ευθύνη το οργανωμένο φοιτητικό κίνημα να περιφρουρήσει τις συλλογικές δημοκρατικές του διαδικασίες. Να καταδικάσει και να απομονώσει φαινόμενα τα οποία είναι εχθρικά προς τις δημοκρατικές παραδόσεις του, τα οποία στρώνουν το έδαφος στην κυβέρνηση της Δεξιάς να εξαπολύσει την ολομέτωπη επίθεσή της. Να ορθώσει το ανάστημά του απέναντι στην κυβέρνηση και την πολιτική της βάζοντας οριστικό τέλος στα σενάρια που θέλουν το Δημόσιο Πανεπιστήμιο ένα χώρο αστυνομοκρατούμενο, με τους φοιτητές υποταγμένους, με δηλώσεις κοινωνικών και πολιτικών φρονημάτων.












