Το 15% ξεπερνά το ποσοστό των κενών θέσεων στα πανεπιστήμια της χώρας, με τον συνολικό αριθμό των νεοεισαχθέντων στα ΑΕΙ να μην ξεπερνά τους 64.000, όταν το 2019 ήταν σχεδόν 80.000. Οι χιλιάδες κενές θέσεις στα πανεπιστήμια οφείλονται πρώτα απ’ όλα στην Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής (ΕΒΕ), με την οποία κάθε χρόνο αποκλείονται χιλιάδες φοιτητές από τα πανεπιστήμια. Οι προβλέψεις του υπουργείου Παιδείας αναφέρουν πως ο αριθμός των πρωτοετών το 2030 θα είναι κάτω από 50.000, προεξοφλώντας εκ νέου συγχωνεύσεις και καταργήσεις τμημάτων και σχολών.
Εντύπωση, ωστόσο, προκαλεί το γεγονός πως φέτος πάνω από το 5% των επιτυχόντων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση δεν πήγαν στο τμήμα στο οποίο πέρασαν. Ο μεγαλύτερος αριθμός παρατηρείται σε περιφερειακά ιδρύματα, ενώ είναι χαρακτηριστικό πως στο Πανεπιστήμιο Πατρών από τους 372 φοιτητές (7,6% του συνόλου) απ’ τους επιτυχόντες που δεν γράφτηκαν στα τμήματα που πέρασαν, 9 φοιτητές είχαν περάσει στην Ιατρική, 11 στη Φαρμακευτική, 22 στους Ηλεκτρολόγους Μηχανικούς κ.ο.κ.
Πρόκειται για ένα φαινόμενο που συνδέεται άρρηκτα με τις συνέπειες της αντιλαϊκής κυβερνητικής πολιτικής. Η ακρίβεια, η φτώχεια, τα πετσοκομμένα λαϊκά εισοδήματα, η μεγάλη αύξηση των τιμών των ενοικίων κάνουν όλο και πιο δύσκολη τη στήριξη των σπουδών των παιδιών που προέρχονται από εργατικές-λαϊκές οικογένειες. Ταυτόχρονα, η έλλειψη εστιών και δωματίων αποκλείει χιλιάδες φοιτητές από το αυτονόητο δικαίωμα στη δωρεάν στέγαση. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε πως μόλις το 8% των φοιτητών που δικαιούνται δωμάτιο στις φοιτητικές εστίες γίνεται τελικά δεκτό -με όλες τις αυστηροποιήσεις των κριτηρίων τα τελευταία χρόνια- με το υπόλοιπο 92% να αναγκάζεται να οδηγείται στην εύρεση κατοικίας.
Στις συνθήκες αυτές, όταν το κόστος σπουδών έξω από τη μόνιμη κατοικία των φοιτητών ξεπερνά τις δυνατότητες των λαϊκών οικογενειών, είναι λογικό χιλιάδες φοιτητές να μένουν έξω απ’ το πανεπιστήμιο, ακόμη και από τμήματα υψηλής ζήτησης. Παράλληλα, η συνολική υποβάθμιση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και των πτυχίων, η μεγάλη υποχρηματοδότηση, η στέρηση μιας αξιοπρεπούς εργασιακής προοπτικής πάνω στα επιστημονικά αντικείμενα έχουν οδηγήσει στην υποτίμηση της ίδιας της αξίας των σπουδών.












