Η αιφνιδιαστική επίσκεψη του επικεφαλής της CIA, Τζον Ράτκλιφ, στη Μόσχα, η οποία διέρρευσε στα ΜΜΕ, επανέφερε στο προσκήνιο τον «ξεχασμένο», λόγω Ιράν, πόλεμο της Ουκρανίας.
Γιατί ο επικεφαλής της CIA πήγε μυστικά στη Μόσχα, τη στιγμή μάλιστα που ο πόλεμος βρίσκεται σε νέα φάση κλιμάκωσης; Αν και δεν υπάρχουν επίσημες ανακοινώσεις για το περιεχόμενο των συνομιλιών, η επίσκεψη σηματοδότησε την επαναδραστηριοποίηση ενός απευθείας αμερικανορωσικού διαύλου και πιθανότατα προανήγγειλε τις εξελίξεις που ακολούθησαν.
Η Ουάσιγκτον φαίνεται να αναζητά τρόπο επαναφοράς της διαπραγμάτευσης με τη Μόσχα, επιδιώκοντας έναν συμβιβασμό που θα τερματίσει τον πόλεμο με όρους οι οποίοι θα εξυπηρετούν τις ευρύτερες στρατηγικές της προτεραιότητες. Δεν πρόκειται για φιλορωσική στροφή, αλλά για διαφορετική ιεράρχηση των αμερικανικών συμφερόντων σε σχέση με εκείνα των Ευρωπαίων συμμάχων της. Η Ουκρανία και οι σχέσεις με τη Ρωσία εντάσσονται πλέον περισσότερο στον ανταγωνισμό με την Κίνα για την παγκόσμια ηγεμονία, αλλά και στις πιέσεις που δημιουργούν η αμερικανική εμπλοκή στη Μέση Ανατολή και ο πόλεμος με το Ιράν.
Μια έμμεση απάντηση στα σενάρια γύρω από την επίσκεψη Ράτκλιφ ήρθε με τη συμμετοχή του Ρώσου υπουργού Οικονομικών, Αντόν Σιλουάνοφ, στη σύνοδο των G20 στις ΗΠΑ, ύστερα από πρόσκληση της Ουάσιγκτον. Ο Σιλουάνοφ συναντήθηκε κατ’ ιδίαν με τον Αμερικανό ομόλογό του, Σκοτ Μπέσεντ, με αντικείμενο το σχέδιο Τραμπ για τη διευθέτηση του ουκρανικού ζητήματος και τις προοπτικές οικονομικής συνεργασίας. Σύμφωνα με σχετικές αναφορές, ο Μπέσεντ συνέδεσε την άρση των κυρώσεων και την οικονομική συνεργασία με τον τερματισμό του πολέμου.
Η επιστροφή της Ρωσίας σε σύνοδο των G20 αποτελεί σημαντική μετατόπιση της αμερικανικής πολιτικής σε σχέση με την περίοδο της απομόνωσής της. Παράλληλα, αποκαλύπτει το διευρυνόμενο χάσμα με τους Ευρωπαίους, οι οποίοι αντέδρασαν έντονα στην αμερικανική απόφαση και αρνήθηκαν ακόμη και την κοινή φωτογράφηση με τον Ρώσο αξιωματούχο.
Η διαφοροποίηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς, την ίδια στιγμή, οι ευρωπαϊκές δυνάμεις σκληραίνουν τη στάση τους απέναντι στη Μόσχα, εξοπλίζοντας την Ουκρανία με πυραύλους για πλήγματα σε βάθος στο ρωσικό έδαφος. Ιδιαίτερα η Γερμανία ανεβάζει τους τόνους απέναντι στον «υβριδικό πόλεμο» που, όπως καταγγέλλει, διεξάγει η Ρωσία εναντίον της Ευρώπης.
Το Βερολίνο κατηγόρησε επίσημα τη Μόσχα ότι βρίσκεται πίσω από την απόπειρα επίθεσης με drone στο αεροδρόμιο της Λειψίας. Σύμφωνα με τη γερμανική κυβέρνηση, τα ευρήματα και οι έρευνες των υπηρεσιών δείχνουν ρωσική ευθύνη και εμπλοκή των μυστικών υπηρεσιών. Η Μόσχα απέρριψε τις κατηγορίες ως «παράλογη και ανυπόστατη προβοκάτσια» και προειδοποίησε ότι θα απαντήσει «σε όλες τις αντιρωσικές ενέργειες».
Η Γερμανία ανακοίνωσε το κλείσιμο του ρωσικού προξενείου στη Βόννη και του Ρωσικού Κέντρου Επιστημών και Πολιτισμού στο Βερολίνο, αυστηρότερους ελέγχους εισόδου για Ρώσους πολίτες, καθώς και νέα πίεση για κυρώσεις και μέτρα κατά του λεγόμενου «σκιώδους στόλου». Οι επικεφαλής της ΕΕ και του ΝΑΤΟ έσπευσαν να εκφράσουν την αλληλεγγύη τους προς το Βερολίνο.
Η αντιπαράθεση αποκτά έτσι νέα διάσταση. Το Βερολίνο μιλά πλέον ανοιχτά για έναν ευρύτερο ρωσικό «υβριδικό πόλεμο» εναντίον της Ευρώπης, ενώ η Μόσχα κατηγορεί τη Γερμανία ότι επιλέγει τον δρόμο της κλιμάκωσης. Την ίδια στιγμή, ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών, Λαρς Κλινγκμπάιλ, δηλώνει ότι δεν υπάρχει επιστροφή στην κανονικότητα με τη Ρωσία, στέλνοντας σαφές μήνυμα και προς την άλλη πλευρά του Ατλαντικού.
Η γερμανική σκλήρυνση δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τις ευρύτερες επιδιώξεις του Βερολίνου. Η Γερμανία διεκδικεί ηγετικό ρόλο στην Ευρώπη και θέλει λόγο στη διαμόρφωση της μεταπολεμικής τάξης στην Ανατολική Ευρώπη. Γι’ αυτό ενισχύει τη στρατιωτική της παρουσία στις χώρες της Βαλτικής, στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ. Δεν επιθυμεί μια συμφωνία Ουάσιγκτον–Μόσχας που θα καθορίσει το ευρωπαϊκό μέλλον ερήμην των ευρωπαϊκών και, ιδιαίτερα, των γερμανικών συμφερόντων.
Η έξαρση του αντιρωσισμού και της πολεμοκαπηλείας έχει ταυτόχρονα και εσωτερική διάσταση, καθώς η κυβέρνηση Μερτς βρίσκεται αντιμέτωπη με την άνοδο του AfD, το οποίο κατηγορεί για φιλορωσική στάση. Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία ενόψει των εκλογών στη Σαξονία-Άνχαλτ, όπου η ακροδεξιά προηγείται στις δημοσκοπήσεις.
Την ώρα, λοιπόν, που οι ιμπεριαλιστικές σχέσεις αναδιατάσσονται, ο πόλεμος συνεχίζεται με ιδιαίτερη αγριότητα. Η Ρωσία διατηρεί σημαντική στρατιωτική πίεση στο μέτωπο, ενώ συνεχίζονται οι μαζικές επιθέσεις με drones και πυραύλους σε ενεργειακές και άλλες υποδομές, ένθεν κακείθεν. Το Κίεβο προετοιμάζεται για έναν ακόμη δύσκολο χειμώνα, με την αεράμυνά του να δέχεται μεγάλη πίεση και να ζητά διαρκώς νέα δυτική ενίσχυση.
Στο ζήτημα αυτό εμπλέκεται και η Ελλάδα, καθώς η Αθήνα δέχεται πιέσεις για την παραχώρηση πυραύλων Patriot, σε μια περίοδο κατά την οποία τα διαθέσιμα αποθέματα των ευρωπαϊκών χωρών έχουν περιοριστεί.
Το καθεστώς του Κιέβου βρίσκεται σε πολιτική κρίση, με τα σκάνδαλα διαφθοράς να προκαλούν τριγμούς, ενώ η στρατιωτική φθορά και η κοινωνική κόπωση δυσκολεύουν τη συνέχιση της επιστράτευσης. Η πλήρης πολιτική, στρατιωτική και οικονομική εξάρτηση από τη Δύση το μετατρέπει σε έρμαιο των πολιτικών επιδιώξεων των «προστατών» του.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία εξελίσσεται πλέον όχι μόνο σε πεδίο αντιπαράθεσης Ρωσίας και Δύσης, αλλά και σε πεδίο οξυνόμενων αντιθέσεων εντός του δυτικού στρατοπέδου. Η Ουάσιγκτον αναζητά δρόμο συνεννόησης με τη Μόσχα, ενώ το Βερολίνο και οι ευρωπαϊκές δυνάμεις σκληραίνουν την αντιπαράθεση.
Η αναδιάταξη αυτή των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών δεν προμηνύει κατ’ ανάγκη αποκλιμάκωση. Αντίθετα, μπορεί να οδηγήσει σε μια νέα, πιο σύνθετη και επικίνδυνη φάση του πολέμου και της ευρύτερης αντιπαράθεσης.












