Σε ένα φλεγόμενο και ασταθές διεθνές γεωπολιτικό περιβάλλον εντεινόμενης ρευστότητας και αβεβαιότητας, όπου κλιμακώνονται οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί και ολόκληρες γεωπολιτικές πλάκες (Αφρική, Μέση Ανατολή, Λατινική Αμερική) μετατοπίζονται αργά μα σταθερά από τη Δύση προς την Ανατολή, πραγματοποιήθηκε ο πρώτος γύρος των προεδρικών εκλογών στη Βραζιλία (4 Οκτώβρη).
Στη συγκυρία, η αμερικανική υπερδύναμη υπό τη διοίκηση Τραμπ προωθεί ως αμετάθετο στόχο την αποκατάσταση της κυριαρχίας της στο δυτικό ημισφαίριο προς επίρρωση του αποικιοκρατικού δόγματος Μονρόε, όπως περιγράφεται και στα πλαίσια της νέας Στρατηγικής Εθνικής Ασφάλειας. Πασχίζοντας να βάλει φραγμό στην αυξανόμενη οικονομικοπολιτική επιρροή του «στρατηγικού ανταγωνιστή», της Κίνας, ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός κλιμακώνει απροκάλυπτα τη στρατιωτική επιθετικότητα και τις ωμές και παρασκηνιακές επεμβάσεις του στη Λατινική Αμερική-Καραϊβική που ανέκαθεν θεωρεί ως την «πίσω αυλή του».

Με έωλες κατηγορίες περί σύνδεσης των καθεστώτων των χωρών της περιοχής, που «δε συμμορφώνονται προς τας υποδείξεις» του τραμπισμού, με τη «ναρκωτρομοκρατία και το οργανωμένο έγκλημα» και χωρίς να προσκομίσουν το παραμικρό αποδεικτικό στοιχείο, οι ΗΠΑ προχώρησαν σε επεμβάσεις ιδιαίτερα σε Βενεζουέλα, Κολομβία και Κούβα (η ηγεσία της οποίας προχώρησε σε μέτρα τυπικής καπιταλιστικής παλινόρθωσης προς τέρψη του ληστρικού αμερικάνικου κεφαλαίου).
Εξάλλου, με αφόρητες πιέσεις και ωμούς εκβιασμούς επέβαλαν απροσχημάτιστα τους εκλεκτούς τους ήδη σε Βενεζουέλα (όπου η «μεταβατική πρόεδρος» παραδόθηκε άνευ όρων στις ορέξεις του Τραμπ, απεμπολώντας την απαίτηση για άμεση απελευθέρωση του Μαδούρο και της συζύγου του), Ονδούρα, Αργεντινή, Χιλή, Περού και Κολομβία.

Με διακύβευμα εκ μέρους του Τραμπ την ακροδεξιά στροφή και κατά συνέπεια την κατίσχυση των Αμερικάνων επικυριάρχων (και) στη μεγαλύτερη οικονομία της Λατινικής Αμερικής-Καραϊβικής και ιδρυτικό μέλος των BRICS, γεγονός που θα σηματοδοτούσε δραστική αλλαγή των συσχετισμών δύναμης στην επίμαχη περιοχή υπέρ των ΗΠΑ με ευρύτερες περιφερειακές και διεθνείς διαστάσεις, οι υπηρεσίες ασφάλειας της Βραζιλίας ήδη από καιρό προειδοποιούν πως η υπονομευτική επεμβατική δραστηριότητα της Ουάσιγκτον ενάντια στην εθνική κυριαρχία της χώρας τους έχει φτάσει «σε κρίσιμο σημείο».

Από την πλευρά του, ο κεντροαριστερός Λούλα διέψευσε ξανά τις απατηλές προσδοκίες που καλλιέργησε σε πλατιά λαϊκά στρώματα, ασκώντας εξόφθαλμα αντιλαϊκή πολιτική φορομπηξίας, ακρίβειας και διόγκωσης του κρατικού χρέους.
Νεκρανέστησε έτσι την ακροδεξιά, που με επικεφαλής τον χρεοκοπημένο μπολσοναρισμό κατέχει ήδη την πλειοψηφία στη Γερουσία, το Κογκρέσο και τη Βουλή, θέτοντας τις βάσεις για την ολική επαναφορά της με μια ενδεχόμενη νίκη του Φλάβιο Μπολσονάρο (γιου του ακροδεξιού πρώην προέδρου Ζαΐρ Μπολσονάρο) στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών που θα διεξαχθεί στις 25 Οκτώβρη.
Ο Λούλα επιχείρησε να διεγείρει τα πατριωτικά, προοδευτικά αντανακλαστικά του βραζιλιάνικου λαού. Προέταξε το δίλημμα «δημοκρατία ή βαρβαρότητα» και διεμήνυσε πως: «η Βραζιλία δε χωρά στην πίσω αυλή κανενός (…) δε θα επιτρέψουμε σε εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς της δημοκρατίας να υπονομεύσουν τη λαϊκή βούληση». Κατήγγειλε για άλλη μια φορά «τις επικείμενες ηγεμονικές φιλοδοξίες των ΗΠΑ στη Λατινική Αμερική και τις νεοαποικιακές εισβολές για στρατηγικούς πόρους».

Από την πλευρά του, ο Τραμπ (που ως γνωστό έχει επιβάλει δασμούς 50% στο καθεστώς Λούλα και κυρώσεις σε Βραζιλιάνους κρατικούς αξιωματούχους, ενώ παράλληλα κλιμακώνει τις ασφυκτικές πιέσεις προς τη δικαστική εξουσία της Βραζιλίας να μη δικαστεί ο πρώην πρόεδρος και φανατικός οπαδός του Τραμπ, Ζαΐρ Μπολσονάρο, για την απόπειρα πραξικοπήματος κατά του Λούλα) με το γνωστό αλαζονικό ύφος του προειδοποίησε πως «αν χρειαστεί οι ΗΠΑ θα χρησιμοποιήσουν την απαράμιλλη στρατιωτική τους ισχύ για να διασφαλίσουν τα αμερικανικά συμφέροντα στην περιοχή».

Τελικά ο υιός Μπολσονάρο (Φλάβιο) απέσπασε στον πρώτο γύρο το 47% των ψήφων και καραδοκεί για να συνεχίσει την ακραία νεοφιλελεύθερη πολιτική του πατέρα του. Ο Λούλα απέσπασε το 45% των ψήφων μιλώντας για «απροσδόκητο αποτέλεσμα» που πιστοποιεί ωστόσο τη βαθιά κοινωνική και πολιτική πόλωση που διαπερνά τη Βραζιλία.