Νέο μέτωπο εμπορικού πολέμου άνοιξε ο Τραμπ στα τέλη του καλοκαιριού απέναντι στην κατά τα άλλα σύμμαχο χώρα του Καναδά. Ήδη από την 24η Αυγούστου ο πρόεδρος των ΗΠΑ άρχισε να εκτοξεύει απειλές για δασμούς ύψους 50% για τη βιομηχανία αυτοκινήτων καθώς και για τον χάλυβα. Οι νέοι δασμοί υποτίθεται ότι θα ισχύσουν από την 1η Ιανουαρίου του 2027 και ήταν η πρώτη κίνηση του Τραμπ μετά το καλοκαιρινό αδιέξοδο των συνομιλιών με τον Καναδά, που αφορούσε ακριβώς τις εμπορικές σχέσεις των δύο χωρών.

«Ο Καναδάς κατακλέβει τις ΗΠΑ για χρόνια. Οι γελοιωδώς υψηλοί δασμοί τους στους αγρότες μας και τα προϊόντα τους, έχει κάνει το βίο αδύνατο για αυτούς τους σπουδαίους Αμερικάνους πατριώτες και έχει δημιουργήσει εδώ και καιρό ένα έλλειμμα 60 δισεκατομμυρίων δολαρίων ανάμεσα στις δύο χώρες. (…) Την 1η Ιανουαρίου του 2027 οι δασμοί σε όλα τα αυτοκίνητα, φορτηγά, μικρά και μεγάλα, στα ανταλλακτικά αυτοκινήτων και στο ατσάλι, θα αυξηθούν στο 50%. Κατασκευάστε στις ΗΠΑ και οι δασμοί θα είναι ΜΗΔΕΝ. Ο Καναδάς δε θα αντιμετωπίζεται πλέον σαν πολιτεία (των ΗΠΑ)!…» Αυτά έγραψε στο διαδίκτυο, από την πλατφόρμα που διατηρεί ο ίδιος.
Χωρίς να σχολιάσουμε την ικανότητα γραφής, αλλά τι ακριβώς ζητάει ο Τραμπ; Να μεταφέρει ο Καναδάς την παραγωγή του στις ΗΠΑ; Γιατί να είναι υποχρεωμένος να το κάνει αυτό; Πώς προέκυψε αλήθεια αυτό το ογκώδες έλλειμμα, αφού οι ΗΠΑ έχουν τη δική τους βαριά βιομηχανία; Και με βάση αυτό το έλλειμμα, από πού προκύπτει ότι ο Καναδάς χρειάζεται τις ΗΠΑ;

Μια μέρα μετά την πρώτη ανακοίνωση ο Τραμπ δεν κρατήθηκε και ανακοίνωσε νέους δασμούς με άμεση ισχύ σε καναδικά προϊόντα αξίας 20 δισεκατομμυρίων δολαρίων, κυρίως ξυλεία και τσιμέντο, αλλά και ανταλλακτικά αυτοκινήτων, δημιουργώντας πρόβλημα στη γραμμή παραγωγής του πολύπαθου Ντιτρόιτ. Ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ δήλωσε ότι η χώρα του θα επιβάλει αντίποινα «δολάριο προς δολάριο», στοχεύοντας τον αμερικάνικο χάλυβα, τις οικοσκευές, τα ηλεκτρονικά είδη, τον αγροτικό εξοπλισμό και τα γαλακτοκομικά, από την 8η του Σεπτεμβρίου.

Μάλιστα ο Τραμπ πιστός στις κούφιες αλλά «μάγκικες» ενέργειες που λατρεύει το κοινό του, αποφάσισε να μετονομάσει μονομερώς με προεδρικό διάταγμα τη Λίμνη Οντάριο, που συνορεύει τόσο με την καναδική επαρχία του Οντάριο, όσο και με την πολιτεία της Νέας Υόρκης σε Λίμνη της Αμερικής, κατά τα πρότυπα της αλλαγής από Κόλπο του Μεξικό σε Κόλπο της Αμερικής πέρυσι.
Από τη μεριά του ο Καναδός υπουργός εμπορίου δήλωσε πως ο Καναδάς δε θα απαντάει στις καθημερινές διαδικτυακές αναρτήσεις του Τραμπ ή των υπουργών του. Αργότερα ωστόσο έγινε γνωστό ότι ο δήμος της Οτάβα σκέφτεται να μετονομάσει τη λεωφόρο Τραμπ, σε λεωφόρο …Ομπάμα!

Πάντως, σε αντίθεση από ό,τι ίσως συμβαίνει εντός των ΗΠΑ, το πολιτικό σύστημα στον Καναδά φαίνεται να έχει ενιαία στάση στο ζήτημα, αν κρίνουμε από τις παρεμβάσεις του πρωθυπουργού του Οντάριο, Νταγκ Φορντ, ο οποίος είχε πρωταγωνιστήσει και στον προηγούμενο κύκλο αντιπαράθεσης των ΗΠΑ με τον Καναδά. Έτσι και τώρα, ο Φορντ απειλεί με διακοπή παροχής ηλεκτρικής ενέργειας προς τις ΗΠΑ, καθώς και εξαγωγής σπανίων ορυκτών. Θυμίζουμε ότι ο Φορντ ανήκει στην αντιπολίτευση και θεωρεί τη στάση του πρωθυπουργού Κάρνεϊ μάλλον χλιαρή, ο οποίος ισχυρίζεται ότι οι ΗΠΑ θέλουν να ξεχαρβαλώσουν τις καναδικές βιομηχανίες και να τις στείλουν στις ΗΠΑ.
Πάντως από την ενιαία στάση του καναδικού πολιτικού συστήματος, πρέπει να προκύψει το συμπέρασμα πως ο «μεγάλος ασθενής» είναι ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός που έχει αδιανόητες απαιτήσεις. Η Αμερική του Τραμπ, βυθισμένη στην παρακμή και στα αδιέξοδα των αποτυχημένων πολέμων, ξαφνικά ανακάλυψε ότι όλοι την αδικούν εδώ και δεκαετίες και θέλει να πάρει το αίμα της πίσω. Βέβαια για το κράτος του Ισραήλ που είναι το εξέχον παράσιτο πάνω στον αμερικάνικο προϋπολογισμό, ούτε λόγος…

Αυτή η διαμάχη συμβαίνει ενώ ο πρόεδρος της Κίνας, Σι Τζινπίνγκ, ετοιμάζεται να επισκεφθεί τον Καναδά αυτόν τον Σεπτέμβριο, δίνοντας συνέχεια και ανταποδίδοντας την επίσκεψη που είχε πραγματοποιήσει ο Κάρνεϊ στην Κίνα τον περασμένο Ιανουάριο. Παράλληλα την 19η του Οκτωβρίου, η επαρχία της Αλμπέρτα, πλούσια σε πετρέλαιο, θα πραγματοποιήσει δημοψήφισμα για το αν θα πρέπει να ξεκινήσει διαδικασία απόσχισης από τον Καναδά. Ο Κάρνεϊ έχει κάνει σκληρές προειδοποιήσεις για το δημοψήφισμα και η ίδια η πρωθυπουργός της επαρχίας, Ντανιέλ Σμιθ, έχει δηλώσει ότι θα ψηφίσει υπέρ της παραμονής. Τόσο η πλειοψηφία της επαρχίας σε ποσοστό άνω του 60%, αλλά και οι ιθαγενείς πληθυσμοί εναντιώνονται στην απόσχιση, διαισθανόμενοι ίσως, ότι το δημοψήφισμα αποτελεί αμερικάνικη παρέμβαση.
Κανείς δεν είναι ασφαλής απέναντι στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, ενώ προσπαθεί εναγώνια να αποτρέψει την υποχώρησή του, ενώ αυτήν την περίοδο στην ηγεσία του βρίσκονται τόσο ως πολιτικό προσωπικό, όσο και ως οικονομική ολιγαρχία, οι πιο ακραίοι και τυχοδιωκτικοί κύκλοι.

Από αυτήν την άποψη, η Κίνα πρέπει να μοιάζει με όαση λογικής και αξιοπιστίας. Τα δημοσιεύματα κάνουν λόγο για επανεκκίνηση των εμπορικών σχέσεων του Καναδά με την Κίνα και είναι βέβαιο ότι οι Καναδοί θα προσπαθήσουν μέσω της καλλιέργειας νέων σχέσεων να αποκτήσουν περιθώριο ελιγμών απέναντι στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, με τον οποίο δε φαίνεται να υπάρχει περιθώριο ουσιαστικής διαπραγμάτευσης. Άλλωστε, μπορεί αρχικά οι αξιώσεις του Τραμπ για τον Καναδά να ενταχθεί ως πολιτεία στις ΗΠΑ, να αντιμετωπίστηκαν ως γελοίες, να όμως που προέκυψε το δημοψήφισμα στην Αλμπέρτα, η οποία παρεμπιπτόντως συνορεύει με τις ΗΠΑ, συγκεκριμένα με την πολιτεία της Μοντάνα. Άλλωστε η διοίκηση Τραμπ συνεχώς αποκαλεί τον Καναδό πρωθυπουργό ως «κυβερνήτη Κάρνεϊ»…
Ο Καναδάς και η Κίνα έχουν ήδη από τον Ιανουάριο προχωρήσει σε διάφορες συμφωνίες που αφορούν τη μείωση ως και άρση διαφόρων δασμών και λοιπών περιορισμών στο εμπόριο διαφόρων ειδών εκατέρωθεν. Αυτό όμως που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι ότι οι δυο χώρες αν συμφωνήσουν, μπορούν να στερήσουν στις ΗΠΑ τα σπάνια ορυκτά που χρειάζεται ειδικά για να διατηρήσει τη στρατιωτική της μηχανή, που ίσως είναι και ο βασικός πυλώνας που κρατά ακόμη τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό εκεί που βρίσκεται. Αντίστοιχες ανησυχίες έχουν εκφραστεί από αμερικάνικα δημοσιεύματα για άλλους τομείς όπως τα λιμάνια, η τεχνητή νοημοσύνη και τα κέντρα δεδομένων, οι μπαταρίες και οι τηλεπικοινωνίες, συνθέτοντας ουσιαστικά μια κατάσταση απειλητική για την «εθνική ασφάλεια» των ΗΠΑ, αν τελικά η Κίνα πραγματοποιήσει «απόβαση» στον Καναδά…

Επί Τραμπ, μοιάζει ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός να έχει χάσει την πολύπλευρη πολιτική που χρειάζεται μια ιμπεριαλιστική υπερδύναμη για να συνεχίσει να είναι ισχυρή. Εφαρμόζει παντού και σε όλα τα επίπεδα μια απροσχημάτιστη επιθετική πολιτική. Αυτό μπορεί να απέδωσε καρπούς στη Βενεζουέλα, ίσως αποδώσει στην Κούβα και την Κολομβία, αλλά οδήγησε σε ιστορική αποτυχία στο Ιράν και τη Μέση Ανατολή. Θα περίμενε κανείς με τη γειτονική χώρα του Καναδά να θέλει να έχει άριστες σχέσεις και όχι να δίνει περιθώριο παρέμβασης στον μεγάλο στρατηγικό του αντίπαλο. Ίσως και όλα αυτά να είναι ενδείξεις της απελπισίας που επικρατεί στα επιτελεία του…