Την 3η του Νοεμβρίου θα διεξαχθούν στις ΗΠΑ οι λεγόμενες ενδιάμεσες εκλογές. Αντικείμενό τους θα είναι η ανανέωση του συνόλου των 435 εδρών της Βουλής των Αντιπροσώπων, καθώς και 35 εδρών της Γερουσίας από τις συνολικά εκατό.
Όπως πάντα, οι ενδιάμεσες εκλογές πραγματοποιούνται στο μέσο της θητείας της υπάρχουσας διοίκησης και σε μεγάλο βαθμό αποτελούν αξιολόγηση για τη μέχρι τότε διακυβέρνησή της. Από αυτήν την άποψη, τα μηνύματα δεν είναι ενθαρρυντικά για τον Ντόναλντ Τραμπ και τη διοίκησή του. Θεωρείται αρκετά πιθανό, σχεδόν βέβαιο ότι θα χάσει τον έλεγχο της Βουλής, ενώ τα πιο δυσοίωνα σενάρια κάνουν λόγο και για απώλεια της Γερουσίας. Αν συμβεί το χειρότερο σενάριο, πρέπει να θεωρείται και πιθανή η πρόωρη αποπομπή του μέσω μιας διαδικασίας καθαίρεσης και από ’κει και πέρα η δίωξή του για διάφορα αδικήματα από την οποία προστατεύεται μέχρι στιγμής από την προεδρική ιδιότητα.
Τι έχει όμως αλλάξει τόσο πολύ σε σχέση με δυο χρόνια πριν, όπου ο Τραμπ νικούσε κατά κράτος τους Δημοκρατικούς της Κάμαλα Χάρις; Έχοντας τον έλεγχο και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου, δεν μπορεί να επικαλεστεί τη δικαιολογία ότι η αντιπολίτευση παρεμποδίζει το έργο του.

Το πιο σημαντικό πρόβλημα μάλλον είναι ότι οι ψηφοφόροι συνδέουν σαφώς την οικονομική τους επιδείνωση με τις πολιτικές του Ντόναλντ Τραμπ. Η στάση αυτή των ψηφοφόρων αφορά σε μεγάλο βαθμό δυο πολιτικές αποφάσεις προσωπικά συνδεδεμένες με τον πρόεδρο των ΗΠΑ. Η μία είναι η πολιτική των δασμών και ο εμπορικός πόλεμος με διάφορες χώρες. Τις ανατιμήσεις που έφερε τις επωμίζονται τα πιο ασθενή οικονομικά στρώματα στις ΗΠΑ. Η άλλη είναι ασφαλώς ο πόλεμος με το Ιράν, που έχει βαριές επιπτώσεις στις τιμές των καυσίμων και ειδικά του ντίζελ.
Ο πόλεμος με το Ιράν έχει οικονομικές επιπτώσεις στον αγροτικό τομέα, που στις ΗΠΑ κινείται με ντίζελ και αφορά κυρίως μεσαίους και άνω αγρότες που παραδοσιακά στηρίζουν τους Ρεπουμπλικάνους. Αυτοί χτυπιούνται και στο επίπεδο της παραγωγής και φυσικά και στο επίπεδο της κατανάλωσης που επιβαρύνει το σύνολο των Αμερικάνων. Παράλληλα, συνδέεται και με πολιτικά και ιδεολογικά ζητήματα εντός της MAGA Αμερικής. Η υπόσχεση του Τραμπ ότι δεν θα κάνει πολέμους και αντιθέτως θα ασχοληθεί με τα εσωτερικά προβλήματα αθετήθηκε και μάλιστα, όπως πολλοί από τους οπαδούς του θεωρούν, υπό την επιρροή του Ισραήλ και του Νετανιάχου.
Από αυτήν την άποψη, δεν πρέπει να προκαλεί εντύπωση που έρευνες παρουσιάζουν έναν στους πέντε από τους ψηφοφόρους του να δηλώνει μετανιωμένος για την επιλογή του.

Ο Τραμπ προσπαθεί ενόψει των εκλογών να γυρίσει το παιχνίδι στο μέτωπο αυτό, με τη συμφωνία για το ντίζελ που επετεύχθη με τη Ρωσία. Είναι όμως αμφίβολο αν αυτή θα προλάβει να έχει επίδραση στις εκλογές, αν εφαρμοστεί και απρόσκοπτα, κάτι αβέβαιο στις συνθήκες του πολέμου στην Ουκρανία.
Οι Ρεπουμπλικάνοι βουλευτές έχουν επανειλημμένα ψηφίσει τους δασμούς του Τραμπ, καθώς και τις βαθιές περικοπές του σε προγράμματα υγείας που αφορούν του φτωχότερους, όπως το Medicaid. Οπότε έχουν συνδεθεί με τις πολιτικές αυτές σε προσωπική βάση και φαίνεται πως θα το πληρώσουν εκλογικά.
Με βάση όλα αυτά, διάφορες εκλογικές περιφέρειες που θεωρούνταν ασφαλείς για τους Ρεπουμπλικάνους αρχίζουν να μετατρέπονται σε επισφαλείς, τουλάχιστο με διάφορες μετρήσεις και άρθρα των μέσων, με τα οποία επίσης ήρθε σε οξεία αντιπαράθεση πρόσφατα ο Τραμπ, απαγορεύοντας την είσοδο στον Λευκό Οίκο σε κάποια από αυτά.

Η Βουλή των Αντιπροσώπων αποτελεί την πιο ευάλωτη πλειοψηφία για τους Ρεπουμπλικάνους. Στη Γερουσία τα πράγματα θεωρούνται πιο ασφαλή για τον Τραμπ. Ωστόσο και εκεί οι Δημοκρατικοί διεκδικούν να καταλάβουν διάφορα ρεπουμπλικανικά «κάστρα».
Το πεδίο της οικονομίας και του κόστους διαβίωσης είναι καθοριστικό, στον βαθμό όμως που και τα δύο κόμματα δεν μπορούν να υποσχεθούν κάτι ουσιαστικό για το ζήτημα, επιχειρείται να μετατοπιστεί η προσοχή σε άλλα πεδία, με κάθε κόμμα από τα δύο να λαμβάνει πρωτοβουλίες που θεωρεί ότι το ευνοούν.

Οπότε η διοίκηση Τραμπ προσπαθεί για άλλη μια φορά να ενεργοποιήσει τα ακροδεξιά αντανακλαστικά, τουλάχιστο της πιο συμπαγούς βάσης της, ξεσπαθώνοντας για άλλη μια φορά στο ζήτημα της μετανάστευσης, ενεργοποιώντας ένα νέο κύμα τρομοκρατίας μέσω της διαβόητης ICE. Αυτό οδήγησε σε πυροβολισμούς στη Νέα Υόρκη σε ώρα αιχμής και μάλιστα με ανήλικα άτομα να βρίσκονται στο σημείο. Το πιο εκπληκτικό όμως είναι ότι αυτή η έξαλλη πολιτική έφτασε μέχρι και στην επιδρομή στο σπίτι της Ιλχάν Ομάρ στην Ουάσινγκτον, βουλευτή των Δημοκρατικών, από ομοσπονδιακούς πράκτορες! Η επιδρομή έγινε υποτίθεται στα πλαίσια τρέχουσας έρευνας για το μεταναστευτικό της ιστορικό, αλλά μάλλον θα πρέπει να θεωρηθεί προσπάθεια τρομοκρατίας και συσπείρωσης της αντίδρασης από τον Τραμπ που συχνά επιτίθεται στη βουλευτή με καταγωγή από τη Σομαλία. Την παρουσιάζει σαν χαρακτηριστικό δείγμα «ισλαμοποίησης» τάχα της Αμερικής, με υπαιτιότητα των Δημοκρατικών.

Στο ίδιο πλαίσιο πρέπει να τοποθετηθεί και η ενδεχόμενη εκτέλεση σε ζωντανή μετάδοση του Νιντάλ Χασάν που μελετά το υπουργείο Δικαιοσύνης. Ο θανατοποινίτης κατάδικος είναι πρώην ταγματάρχης του αμερικάνικου στρατού και ψυχίατρος και είχε ανοίξει πυρ σε στρατιωτική βάση του Τέξας το 2009, σκοτώνοντας 13 άτομα και τραυματίζοντας 30. Είναι παράλυτος από τη μέση και κάτω λόγω πυροβολισμού από αστυνομικό εκείνη την ημέρα. Η ιδέα ανήκει στον υπουργό Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ και ο Τραμπ την έχει εγκρίνει. Υποτίθεται ότι ο παραδειγματισμός είναι το ζητούμενο, ωστόσο οι αντιδράσεις είναι σφοδρές εντός και εκτός ΗΠΑ. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η τοποθέτηση του Ρεπουμπλικάνου γερουσιαστή της Βόρεια Καρολίνα, Τομ Τίλις. Υποστηρίζει την εκτέλεση, ωστόσο δήλωσε: «η ζωντανή μετάδοση εκτελέσεων είναι αυτό που κάνουν οι δικτατορίες όπως το Ιράν και το Αφγανιστάν, και η Αμερική είναι καλύτερη από αυτό». Η δήλωση αυτή ενώ μαίνεται ο πόλεμος με το Ιράν, μάλλον δεν είναι τυχαία. Λίγες μέρες πριν ο κυβερνήτης του Τέξας, Γκρεγκ Άμποτ αρνήθηκε να παρευρεθεί σε ομιλία του Τραμπ με αφορμή τη διαφωνία του με το πρόγραμμά του. Παράλληλα, τα ρεπορτάζ κάνουν λόγο για πόλεμο που έχει ξεκινήσει μεταξύ Τζέι Ντι Βανς και Μάρκο Ρούμπιο στα πλαίσια της διαδοχής του Τραμπ.

Το κόμμα των Δημοκρατικών βρίσκεται σε διαφορετική κατάσταση, έχοντας και αυτό εσωτερικά ζητήματα. Ένα προοδευτικό ρεύμα στη βάση του έχει επιβάλει τους δικούς του υποψήφιους, ενάντια στη διάθεση κομματικού μηχανισμού. Μπορούν να θεωρηθούν οι πιο ριζοσπαστικοί στα πλαίσια του κόμματος των Δημοκρατικών και ανήκουν κατά κανόνα σε δύο πτέρυγες, τους «Δημοκρατικούς Σοσιαλιστές» και τους «Δημοκρατικούς για τη Δικαιοσύνη».  Όλοι οι υποψήφιοι υποστηρίχθηκαν από τον δήμαρχο της Νέας Υόρκης, Ζοχράν Μαμντάνι. Οι υποψήφιοι υποστηρίζουν τη Medicare, καταφέρονται ενάντια στην AIPAC (φιλοϊσραηλινή οργάνωση λόμπι στις ΗΠΑ) και το Ισραήλ και ζητούν την κατάργηση της ICE. Αυτό ίσως δείχνει και τις διαθέσεις της βάσης του κόμματος. Σε κάθε περίπτωση, οι εκλογές του Νοεμβρίου θα αποτελέσουν την πραγματική δοκιμασία για αυτούς.

Οι Δημοκρατικοί προσπαθούν να συσπειρώσουν και τη γυναικεία ψήφο, προσπαθώντας να εκμεταλλευτούν πολιτικά μια υπόθεση καταγγελίας ομαδικού βιασμού φοιτήτριας στο πανεπιστήμιο Κορνέλ της Νέας Υόρκης τον Οκτώβριο του 2024 με τον εισαγγελέα της περιφέρειας να μην προχωράει σε έρευνα και διώξεις τότε, μετά την κατάθεση της φοιτήτριας. Με βάση μήνυση από το φερόμενο θύμα, η υπόθεση άνοιξε πάλι και ο μηχανισμός των Δημοκρατικών ενεργοποιήθηκε. Η υπόθεση έχει λάβει πανεθνικής, αν όχι παγκόσμιας, προσοχής και έχει διχάσει οξύτατα την αμερικάνικη κοινωνία. Οι Δημοκρατικοί θεωρούν ότι μια εκκωφαντική καταδίκη θα τους βοηθήσει στην αλίευση της γυναικείας ψήφου.
Κατά πάσα πιθανότητα θα σταλεί ένα ισχυρό μήνυμα δυσαρέσκειας στον Τραμπ από τις ενδιάμεσες εκλογές. Μπορεί να προκύψει κάτι θετικό από αυτό ή απλώς η διοίκηση Τραμπ θα εκτροχιαστεί σε ακόμη μεγαλύτερους τυχοδιωκτισμούς και αντιδημοκρατικές μεθοδεύσεις; Η δυσαρέσκεια από το συντηρητικό κοινό στις ΗΠΑ που προηγούμενα τον στήριξε, δεν προέρχεται από διεργασίες σε πραγματικά ριζοσπαστική κατεύθυνση, έχει καθαρά να κάνει με τα στενά οικονομικά του συμφέροντα. Το ίδιο δεν πρέπει να ισχύει για τη βάση των Δημοκρατικών, ειδικά για το τμήμα που συσπειρώνεται στους πιο προοδευτικούς υποψηφίους που προαναφέρθηκαν. Στην πραγματικότητα οι Δημοκρατικοί Σοσιαλιστές και οι Δημοκρατικοί για τη Δικαιοσύνη δε συνιστούν αξιόπιστο στήριγμα και εκφραστή για τα λαϊκά αιτήματα. Παρόλα αυτά, η ανάδειξή τους αντιστοιχεί σε βαθύτερες διεργασίες εντός του κοινού που τους στηρίζει και ευρύτερα της αμερικανικής κοινωνίας.