Ποινή κάθειρξης 27 ετών και τριών μηνών επέβαλε το ανώτατο ομοσπονδιακό δικαστήριο της Βραζιλίας (STF), κρίνοντας ένοχο τον ακροδεξιό πρώην πρόεδρο της χώρας, Μπολσονάρο, για απόπειρα πραξικοπήματος, ως ηγέτη εγκληματικής οργάνωσης με σκοπό να παραμείνει στην εξουσία παρά την εκλογική του ήττα. Το δικαστήριο κατέδειξε τον Μπολσονάρο ένοχο για την υποκίνηση των ταραχών της 8ης Ιανουαρίου 2023 και των επιθέσεων κατά των κτιρίων πολιτειακών και κυβερνητικών θεσμών στην Μπραζίλια.

Η εισήγηση του δικαστηρίου έκανε λόγο για πιθανή συνολική ποινή άνω των 40 ετών. Παράλληλα του είχε ήδη αφαιρεθεί το δικαίωμα του εκλέγεσθαι ως το 2030. Ο Μπολσονάρο, που βρίσκεται ήδη σε κατ΄οίκον περιορισμό, θεωρεί τον εαυτό του θύμα καταδίωξης και η υπεράσπισή του αναφέρει πως θα καταθέσει έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο και σε διεθνείς θεσμούς.
Η εν λόγω καταδικαστική απόφαση για τον ακροδεξιό πρώην πρόεδρο θιασώτη του Τραμπ (4 στους 5 δικαστές τάχθηκαν υπέρ της ενοχής Μπολσονάρο) όξυνε την κρίση στο βαθιά διαιρεμένο πολιτικό σύστημα της χώρας και πυροδότησε εξαρχής την οργή του Αμερικανού προέδρου. Ο Τραμπ εξέφρασε την «έκπληξή του» για την καταδίκη του ομογάλακτου και πρώην ομολόγου του Μπολσονάρο. Επιδόθηκε κατά τα γνωστά μαζί με τον Ρούμπιο στις γνωστές απειλές και υποδείξεις προς τον Βραζιλιάνο πρόεδρο Λούλα, παρεμβαίνοντας ωμά στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας.

Αφού παρομοίασε την υπόθεση Μπολσονάρο (και ορθά) με τη δική του πραξικοπηματική απόπειρα γαντζώματος στην προεδρική εξουσία και τον πρωταγωνιστικό του ρόλο στην υποκινούμενη επίθεση των «αγανακτισμένων» ακροδεξιών οπαδών του κατά του Καπιτωλίου στις 6 Ιανουαρίου του 2021, ο Τραμπ (που βλέπει τη Βραζιλία του κεντροαριστερού Λούλα να μετατοπίζεται αργά μα σταθερά από τη Δύση προς την Ανατολή και την Κίνα, όπως άλλωστε και ολόκληρη η Λατινική Αμερική) επέβαλε δασμούς 50%( !) σε βραζιλιάνικα προϊόντα, κυρώσεις κατά του δικαστή του ανώτατου ομοσπονδιακού δικαστηρίου που ανέλαβε την υπόθεση και ακόμα ταξιδιωτικούς περιορισμούς σε άλλα μέλη του STF, καταγγέλλοντας κι αυτός με τη σειρά του «κυνήγι μαγισσών».

Ο ΥΠΕΞ του Τραμπ, Ρούμπιο, καταρρακώνοντας κάθε έννοια εθνικής αξιοπρέπειας της Βραζιλίας, αντιμετωπίζοντας την ως αποικία, έκανε λόγο για κυρώσεις που επιβάλλονται τιμωρητικά «στον δικαστή του STF για τους πολιτικούς διωγμούς στους οποίους υποβάλλει τον Μπολσονάρο», προαναγγέλλοντας εκδικητικά «ανάλογη ανταπόδοση των ΗΠΑ» και αντίποινα.
Παρά την προσπάθεια εκφοβισμού και πειθαναγκασμού της Βραζιλίας με στόχο την ευθυγράμμισή της στις προτεραιότητες του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, το καθεστώς Λούλα διεμήνυσε πως οι αρχές της χώρας του «θα υπερασπιστούν την εθνική κυριαρχία της σε κάθε περίπτωση επίθεσης και απόπειρας επέμβασης από όπου και αν προέρχονται αυτές».

Ο ίδιος ο πρόεδρος Λούλα τιτλοφόρησε κεντρικό άρθρο του στους NEW YORK TIMES ως εξής: «η δημοκρατία και η κυριαρχία της Βραζιλίας δεν είναι διαπραγματεύσιμες», δηλώνοντας υπερήφανος «για την απόφαση του STF…η απόφαση είναι το αποτέλεσμα διαδικασιών που τελέστηκαν σύμφωνα με το βραζιλιάνικο σύνταγμα του 1988 το οποίο ετέθη σε ισχύ έπειτα από δύο δεκαετίες αγώνα κατά μιας στρατιωτικής δικτατορίας. Πολύμηνη έρευνα αποκάλυψε σχέδια για τη δολοφονία τη δική μου καθώς και του αντιπροέδρου και ενός δικαστή του ανώτατου δικαστηρίου».