Το Twitter ιδρύεται το 2006. Η καλύτερη χρονιά του (σε σχέση με όλα τα άλλα social media) είναι το 2011, οπότε γνωρίζει μεγάλη ανάπτυξη και μετατρέπεται σε βασικό εργαλείο για ειδήσεις και δημόσιες συζητήσεις. Τη χρονιά αυτή είναι δεύτερο σε δημοφιλία παγκοσμίως (μετά το Facebook) με 175 εκατομμύρια χρήστες. Γνωρίζει την ακμή του στα χρόνια 2010-2014, και μετά μάλλον παίρνει την κάτω βόλτα. Το 2014 το Twitter είναι 3ο σε δημοφιλία με 320 εκατομμύρια χρήστες. Σήμερα, είναι 15ο, με 436 εκατομμύρια.
Το 2017 το Twitter αυξάνει το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο χαρακτήρων ανά ανάρτηση, από 140 σε 280. Ο βασικός λόγος αυτού του διπλασιασμού είναι ο …Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος κάνει πυκνή χρήση της πλατφόρμας, αλλά φαίνεται ότι διεκδικεί το δικαίωμα να μπορεί να λέει περισσότερες λέξεις ανά «τιτίβισμα». Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Τραμπ έχει υλοποιήσει περίπου 57.000 αναρτήσεις στο Twitter από τότε που ξεκίνησε να το χρησιμοποιεί, το 2009. Ο σημερινός ιδιοκτήτης του Twitter, o Έλον Μασκ, μετά βίας έχει φτάσει τις 26.000.
Τον Ιανουάριο του 2021, μετά την εισβολή των ρεπουμπλικανών οπαδών του Τραμπ στο Καπιτώλιο, το Twitter αναστέλλει και στη συνέχεια διαγράφει τον λογαριασμό του Αμερικανού προέδρου. Χωρίς πεδίο έκφρασης, μετά τον αποκλεισμό του και από το Facebook, ο Τραμπ εξαγγέλλει τον Οκτώβριο του 2021 την ίδρυση της δικής του πλατφόρμας κοινωνικής δικτύωσης «Truth Social».
Τον Οκτώβριο του 2022 ο Έλον Μασκ αγοράζει το Twitter και κάνει σημαντικές αλλαγές στην πλατφόρμα (όπως την απόλυση μεγάλου μέρους του προσωπικού και την αναθεώρηση των κανόνων περιεχομένου). Τον Νοέμβριο του 2022 σχεδόν 4 εκατομμύρια χρήστες του Twitter απαντούν στο ερώτημα του Έλον Μασκ για την «επιστροφή ή όχι του Ντόναλντ Τραμπ» στην πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης. Με οριακό 52% «ναι» των χρηστών, ο Μασκ ξεμπλοκάρει τον λογαριασμό του Τραμπ, και τον επαναφέρει στη δράση!
Τώρα ο Τραμπ είναι, ξανά, «οπλισμένος». Θυμίζουμε ότι είναι ο μόνος πρόεδρος που έχει κηρύξει πολεμική επίθεση μέσω πλατφόρμας κοινωνικής δικτύωσης. Συγκεκριμένα, τον Απρίλιο του 2018, ο πρόεδρος των ΗΠΑ κατόρθωνε με μόλις 11 τιτιβίσματα στο Twitter να τονίσει, σε ένα κρεσέντο ωμότητας, κυνισμού και ναρκισσισμού συνάμα, πόσο ωραίοι και νέοι και «έξυπνοι» πύραυλοι ετοιμάζονται να πλήξουν τη Συρία. Την επόμενη ημέρα, παίζοντας με την αγωνία χιλιάδων ανθρώπων, ξεκίνησε τα σκοτσέζικα ντους σε βάρος καταρχάς των Σύριων: «Ποτέ δεν είπα πότε θα γίνει χτύπημα στη Συρία. Μπορεί πολύ σύντομα, μπορεί καθόλου σύντομα». Λίγες ώρες μετά το εν λόγω τιτίβισμα, οι ΗΠΑ επιτέθηκαν.
Το 2017 και μέχρι τα μέσα του 2018 απειλούσε τη Βόρεια Κορέα: «Ο Κιμ Γιονγκ Ουν της Βόρειας Κορέας, ο οποίος προφανώς είναι ένας παράφρων που δεν τον πειράζει να οδηγεί σε λιμοκτονία ή να σκοτώνει τον λαό του, θα δοκιμαστεί όπως ποτέ στο παρελθόν!» και «Οι ΗΠΑ έχουν μεγάλη δύναμη και υπομονή, αλλά εάν αναγκασθούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους ή τους συμμάχους τους, δεν θα έχουμε άλλη επιλογή παρά να καταστρέψουμε ολοσχερώς τη Βόρεια Κορέα!» και «Ο ηγέτης της Βόρειας Κορέας Κιμ Γιονγκ Ουν μόλις δήλωσε πως “το πυρηνικό κομβίο βρίσκεται σταθερά στο τραπέζι του”. Παρακαλώ, θα τον ενημερώσει κάποιος από το εξαντλημένο και πεινασμένο καθεστώς του ότι κι εγώ επίσης έχω πυρηνικό κουμπί, αλλά είναι πολύ μεγαλύτερο και πιο ισχυρό από το δικό του, και επιπλέον το δικό μου κουμπί λειτουργεί!».
Τον Οκτώβριο του 2019, και σε ένα τιτίβισμα που διεκδικεί το πρώτο διεθνές βραβείο είτε στην κατηγορία της «κορυφαίας αυτοαναφορικής δήλωσης», είτε στην κατηγορία της «επίσημης δήλωσης που μοιάζει περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη με fake news», ο Τραμπ προειδοποιούσε, από-φασιστικά: «Όπως έχω δηλώσει σθεναρά πριν, και απλώς να το επαναλάβω, αν η Τουρκία κάνει κάτι που εγώ, με τη μεγάλη και ασύγκριτη σοφία μου, θεωρώ ότι είναι εκτός ορίων, θα καταστρέψω και θα αφανίσω την οικονομία της Τουρκίας (το έχω κάνει και πριν!)».
Ο Μασκ δεν έδωσε μόνο ένα όπλο στον Τραμπ για να κηρύσσει πόλεμο σε χώρες του πλανήτη. Τον όπλισε (και) εναντίον του. Του έδωσε ένα εργαλείο καταστροφής, στον χειρισμό του οποίου ο Τραμπ διακρίνεται. Αν στη μεταξύ τους μάχη βρεθεί τελικά νικητής, και αυτός είναι ο Τραμπ, η επικράτησή του θα έχει βασιστεί σε σημαντικό βαθμό στο μοιραίο λάθος του αντιπάλου του.












