Βυθισμένη σε βαθιά πολιτική κρίση και στη δίνη του χρέους, με έναν Μακρόν στριμωγμένο περισσότερο από ποτέ, την ακροδεξιά να παραμονεύει και την εικόνα της χώρας να πλήττεται ακόμη περαιτέρω από τη φυλάκιση ενός πρώην προέδρου για πρώτη φορά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ήρθε και η «ληστεία του αιώνα» στο Λούβρο, σαν ακόμη ένα σύμβολο της παρακμής ενός κράτους από τα ισχυρότερα της Ευρώπης και με τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης.
Ο ξανά πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνί μεταβίβασε την ευθύνη για τον προϋπολογισμό στο βαθιά διχασμένο κοινοβούλιο. Με αυτόν τον τρόπο προσπαθεί να εξασφαλίσει έστω και περιορισμένη συναίνεση, επιχειρώντας να αποφύγει για όσο το δυνατόν περισσότερο, άλλη μία πτώση κυβέρνησης. Παράλληλα, ανακοίνωσε την αναστολή της μεταρρύθμισης του συνταξιοδοτικού συστήματος του Μακρόν, με τον τελευταίο να βάζει στο τραπέζι τη λύση του δημοψηφίσματος για το ζήτημα. Ο Λεκορνί κατάφερε να εξασφαλίσει ένα προσωρινό «φιλί ζωής» από τους Σοσιαλιστές, οι οποίοι δεν υπερψήφισαν τις τελευταίες προτάσεις μομφής σε βάρος του, αποτρέποντας έτσι την ανατροπή της κυβέρνησης και δίνοντάς του περιθώριο να προωθήσει τον προϋπολογισμό του.
Οι συσχετισμοί στο κοινοβούλιο δυσχεραίνουν περαιτέρω την κατάσταση περιορίζοντας τις πιθανότητες συμφωνίας πέρα από γενικές προτάσεις για αύξηση δαπανών ή μείωση φόρων. Παράλληλα, η αναστολή της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης ενισχύει την αίσθηση ότι οι δεσμεύσεις του προέδρου είναι αβέβαιες, υπογραμμίζοντας τη γενικότερη πολιτική αστάθεια.
Σύντομα φάνηκε πως οι ανατροπές oύτε καταργήθηκαν, ούτε ανεστάλησαν. Η κυβέρνηση επενδύει στον απατηλό «διάλογο» και στους «κοινωνικούς εταίρους». Διαβεβαιώσεις στο γαλλικό κεφάλαιο ότι κομβικές αντιλαϊκές ανατροπές που αυτό έχει ανάγκη, όπως η αντιασφαλιστική μεταρρύθμιση, θα προχωρήσουν αποφασιστικά, ανεξάρτητα από προσωρινούς ελιγμούς για τη διασφάλιση της «σταθερότητας», έσπευσε να δώσει ο Μακρόν. Μετά την πρόσφατη στήριξη που έδωσαν στη μειοψηφική κυβέρνηση Λεκορνί οι Σοσιαλιστές (PS), επικαλούμενοι τις εξαγγελίες του για προσωρινό «πάγωμα» της αντιασφαλιστικής επίθεσης, ο Μακρόν δήλωσε ότι «δεν υπάρχει κατάργηση ή αναστολή», αναφερόμενος σε μέτρα όπως η αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, που η κυβέρνηση πέρασε τα τελευταία χρόνια, μέτρα που καταδικάστηκαν από πολύ μαζικές εργατικές – λαϊκές κινητοποιήσεις, ενώ συμπλήρωσε πως «η προοπτική ενός δημοψηφίσματος είναι πιθανή».
Η πολιτική κρίση έχει ως βασική αιτία το υπέρογκο δημόσιο χρέος (114% του ΑΕΠ) και το έλλειμμα πάνω από 6% του ΑΕΠ, που διαμορφώθηκε σε μεγάλο βαθμό στα χρόνια της προεδρίας και των διαδοχικών κυβερνήσεων του Μακρόν. Ο προϋπολογισμός που προτείνεται από τον Λεκορνί περιλαμβάνει συνδυασμό εκτεταμένων περικοπών δαπανών και αυξήσεων φόρων ύψους περίπου 30 δισ. ευρώ, με στόχο τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος στο 4,7% για το επόμενο έτος, αν και ο Γάλλος πρωθυπουργός έχει δηλώσει ότι θα μπορούσε να δεχτεί ένα έλλειμμα έως 5%.
Η Γαλλία βρίσκεται σήμερα σε μια περίοδο έντονης πολιτικής αστάθειας, οικονομικής πίεσης και κοινωνικών εντάσεων, γεγονός που στρώνει το έδαφος για την ανάδειξη φωνών που προβάλλονται ως «αντισυστημικές». Σε αυτό το πλαίσιο, η Μαρίν Λεπέν και η Εθνική Συσπείρωση (RN) αξιοποιούν την κατάσταση προβάλλοντας ως εναλλακτική της ευρύτερης κοινωνικής και πολιτικής κρίσης. Πολλοί ψηφοφόροι του κόμματος ζουν σε «περιθωριοποιημένες περιοχές», πληττόμενες από αποβιομηχάνιση, απώλεια θέσεων εργασίας και περιορισμένη πρόσβαση σε δημόσιες υπηρεσίες. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με την πτώση της αγοραστικής τους δύναμης, τους κάνουν να αισθάνονται πολιτικά αόρατοι. Σε αυτό το πλαίσιο, το RN έχει διευρύνει την ατζέντα του πέρα από τα παραδοσιακά θέματα της ακροδεξιάς, όπως η μετανάστευση και η ασφάλεια, προβάλλοντας τον εαυτό του ως κόμμα που «εκπροσωπεί τους πληγέντες», όλους όσοι δηλαδή αισθάνονται ότι έχουν μείνει πίσω από την πρόοδο και την ανάπτυξη της χώρας.
Η Γαλλία, ετοιμάζεται πάλι να έρθει αντιμέτωπη με νέες κοινωνικές εκρήξεις στους δρόμους, με πολιτική πόλωση και το χειρότερο με αβέβαιο οικονομικό περιβάλλον. Η οικονομική, πολιτική και κοινωνική κρίση στη Γαλλία δεν είναι ένα μεμονωμένο φαινόμενο. Είναι αντανάκλαση μιας ευρύτερης πολιτικής και οικονομικής αποσταθεροποίησης που βαθαίνει και απλώνεται σε όλη σχεδόν την Ευρώπη.
Έχει άμεσες κοινωνικές επιπτώσεις, ενώ έχει ως γενικό υπόβαθρο την κατάπτωση ισχυρών χωρών όπως η Βρετανία, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία, έναντι ανταγωνιστριών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, όπως η Κίνα, η Ρωσία και οι ΗΠΑ. Αυτό αντανακλά ιδιαίτερα αντιπροσωπευτικά την εικόνα μιας Ευρώπης που νοσεί αλλά και το χειρότερο αδυνατεί να βρει συνεκτική στρατηγική για το μέλλον της. Η κινέζικη οικονομία έχει εισχωρήσει σε μεγάλο βαθμό στην Ευρώπη. Ο πόλεμος στην Ουκρανία και το «δέσιμο» της Ευρώπης στο άρμα των ΗΠΑ επέφεραν ανεπανόρθωτα πλήγματα στην οικονομία, αλλά και στη γεωπολιτική επιρροή της. Την ίδια στιγμή δέχθηκε ισχυρό πλήγμα από την κυβέρνηση Τραμπ, με τον εμπορικό πόλεμο που της κήρυξε και την επιβολή δασμών στις εμπορικές συναλλαγές.
Η επιδείνωση στα δημόσια οικονομικά της Γαλλίας μπορεί να προκαλέσει ντόμινο επιπτώσεων, καθώς το γαλλικό οικονομικό σοκ μπορεί να «μεταδοθεί» σε άλλες χώρες της ευρωζώνης. Η κρίση της Γαλλίας δεν είναι εθνικό πρόβλημα, είναι προειδοποιητικό σημάδι για την Ευρώπη. Αν δεν βρεθεί τρόπος επανεκκίνησης κινδυνεύει να μετατραπεί σε πεδίο όπου άλλοι θα καθορίζουν τους όρους του παιχνιδιού, αν και αυτό έχει ήδη γίνει σε μεγάλο βαθμό. Οι πολεμοκάπηλες κραυγές μόνο ένδειξη ισχύος δεν φανερώνουν. Στοχεύουν να ενισχύσουν την πολεμική βιομηχανία και να εκφοβίσουν τους λαούς, ώστε να αποδεχτούν ως αναγκαίες τις οικονομικές επιπτώσεις και τις περιστολές δημοκρατικών δικαιωμάτων.












