Μετά τις συνομιλίες ΗΠΑ και Ιράν στο Ομάν αυτές συνεχίστηκαν στη Γενεύη, ενώ παραμένουν σε υψηλό επίπεδο οι παράλληλες προετοιμασίες των δύο πλευρών και για το ενδεχόμενο πολεμικής σύγκρουσης, που θα μπορούσε να προκαλέσει γενικότερη ανάφλεξη στον Περσικό Κόλπο και στη Μέση Ανατολή. Οι αντιπροσωπείες, όπως δήλωσε ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν Αραγσί, κατέληξαν σε ένα πλαίσιο «κατευθυντήριων αρχών» για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης και την άρση των κυρώσεων.
Όμως το Πεντάγωνο στέλνει στην περιοχή του Περσικού Κόλπου και της Αραβικής Θάλασσας ένα δεύτερο αεροπλανοφόρο, το «USS Gerald R. Ford», που είναι το μεγαλύτερο και πιο προηγμένης τεχνολογίας αεροπλανοφόρο των ΗΠΑ. Αυτό ενώ στην Αραβική Θάλασσα, έξω από το στρατηγικό Στενό του Ορμούζ, πλέουν ήδη το αεροπλανοφόρο «USS Abraham Lincoln» και η αρμάδα του.
Παράλληλα οι ΗΠΑ έχουν στείλει επιπρόσθετες αεροπορικές δυνάμεις σε στρατιωτικές τους βάσεις στη Μέση Ανατολή, ενισχύοντας συστήματα αντιπυραυλικής άμυνας, παρότι αρκετές χώρες έχουν ήδη ξεκαθαρίσει ότι δεν προτίθενται να παραχωρήσουν έδαφος, εναέριο χώρο ή εγχώρια ύδατα για την εξαπόλυση αμερικανικών επιθέσεων έναντι του Ιράν, όπως είναι η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Τουρκία και η Ιορδανία. Στην πλευρά αυτή ανεπίσημα είναι επίσης το Ομάν, που πρόσφατα έπαιξε ρόλο μεσολαβητή φιλοξενώντας τις πρώτες έμμεσες συνομιλίες ΗΠΑ – Ιράν, αλλά και το Κατάρ, που μαζί με την Τουρκία δραστηριοποιούνται έντονα στο παρασκήνιο, επιχειρώντας να αποτρέψουν μια νέα πολεμική σύγκρουση, που θα αποδειχθεί επιζήμια για τα συμφέροντά τους.
Το δεύτερο αεροπλανοφόρο στην περιοχή συνιστά απτή απόδειξη της σταθερής απόφασης των ΗΠΑ για περαιτέρω κλιμάκωση των απειλών στρατιωτικής δράσης, ώστε να αναγκαστεί το Ιράν να αναζητήσει συμβιβαστική λύση μέσω διαπραγμάτευσης.
Σε αυτό το πλαίσιο κινήθηκαν οι δηλώσεις που έκανε ο Τραμπ, μετά την «πολύ καλή» συνάντηση που είχε στον Λευκό Οίκο με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Νετανιάχου. Ο Τραμπ ανέφερε ότι δεν έχει ληφθεί καμία οριστική απόφαση για το Ιράν, εκφράζοντας επιθυμία για συνέχιση των συνομιλιών με την Τεχεράνη μέχρι να εξακριβωθεί αν είναι εφικτή μια συμφωνία, παρόλο που ο Νετανιάχου πιέζει για άμεση επίθεση.
Η έβδομη μέσα σε έναν χρόνο επίσκεψη του Νετανιάχου στην Ουάσινγκτον είχε ως πρώτο θέμα το ιρανικό και ως δεύτερο την περαιτέρω προώθηση του σχεδίου Τραμπ για τη Λωρίδα της Γάζας. Όμως ο Τράμπ, παρά τις απειλές και τα μεγάλα λόγια, καθιστά, όσο περνά ο καιρός, εμφανέστερο τον σκεπτικισμό του για νέες και δη μεγάλης κλίμακας πολεμικές περιπέτειες στον Περσικό Κόλπο, αναλογιζόμενος και το εσωτερικό πολιτικό κόστος σε χρονιά ενδιάμεσων εκλογών. Ο σκεπτικισμός του αφορά και τις ισραηλινές εκτιμήσεις, ότι η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν είναι περισσότερο ευάλωτη από ποτέ.
Από μία άποψη, το Ισραήλ έχει καταφέρει δύο από τους τρεις στόχους του σε ό,τι αφορά την επιδίωξη να αποκτήσει πλήρη ελευθερία δράσης στην αυριανή Μέση Ανατολή. Το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης έχει περιοριστεί, μετά τον περσινό Πόλεμο των Δώδεκα Ημερών, αν και φαίνεται πως μπορεί να επανέλθει, ενώ οι περιφερειακές συμμαχίες του Ιράν έχουν πληγεί μετά την αλλαγή καθεστώτος στη Δαμασκό και τα ισραηλινά πλήγματα κατά της Χαμάς και της Χεζμπολάχ. Δεν απομένει συνεπώς παρά η αντιμετώπιση του ιρανικού βαλλιστικού οπλοστασίου, το οποίο φέρνει στο επίκεντρο η πολιτική πίεσης που ασκεί η κυβέρνηση Τραμπ έναντι του Ιράν, το οποίο επιδιώκει να σύρει, εν μέσω πολεμικών απειλών, σε μια διαπραγμάτευση για τον περιορισμό των συμβατικών αμυντικών του ικανοτήτων. Με το Ιράν να αρνείται κάθε διαπραγμάτευση για το βαλλιστικό του οπλοστάσιο που τον περσινό Ιούνη προκάλεσε μεγάλες καταστροφές στο Ισραήλ, αναγκάζοντας τις ΗΠΑ για να διασώσουν τον Νετανιάχου να βομβαρδίσουν τις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν. Που τότε βέβαια πανηγύριζε ο Τράμπ ότι «κατέστρεψε ολοσχερώς» τις πυρηνικές εγκαταστάσεις, το απεμπλουτισμένο ουράνιο και γενικότερα το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και επτά μήνες μετά συνομιλεί, εκβιάζει και απειλεί με πόλεμο… για να σταματήσει το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν που είχε υποτίθεται καταστρέψει.
Όμως υπάρχει και η αντίθετη εκτίμηση. Τα εκατομμύρια των Ιρανών που κατέβηκαν στους δρόμους για την 47η επέτειο της Ισλαμικής Επανάστασης, γεγονός που έθαψαν όλα τα ΜΜΕ της Δύσης, δείχνουν ότι, παρά τις αιματηρές ταραχές του Ιανουαρίου, η κοινωνική βάση στήριξης του καθεστώτος δεν έχει συρρικνωθεί. Η κρατική τηλεόραση μάλιστα φρόντισε να αναδείξει την παρουσία στις επετειακές εκδηλώσεις και γυναικών χωρίς μαντίλα, δίνοντας το μήνυμα ότι τα πατριωτικά αντανακλαστικά υπερβαίνουν άλλες εσωτερικές διαιρέσεις. Πολιτικές δυνάμεις ικανές να φέρουν εις πέρας μια εσωτερική πολιτική μετάβαση πέρα του φαντάσματος του γιου του Σάχη δεν έχουν φανεί στον ορίζοντα, ενώ ο περσινός πόλεμος έχει συσπειρώσει τον σκληρό πυρήνα του κράτους.
Υπάρχουν λοιπόν μια σειρά από παράγοντες που πολλαπλασιάζουν τα ρίσκα και δυσκολεύουν το «ζύγισμα» μιας ευρείας κλίμακας στρατιωτικής εμπλοκής για την αμερικανική πλευρά. Με την εμπειρία του Ιράκ και του Αφγανιστάν να έχει καταγραφεί τραυματικά στη συλλογική συνείδηση των Αμερικανών, κάθε σκέψη για χερσαίες επιχειρήσεις, και μάλιστα σε μία χώρα με το μέγεθος, τη γεωμορφολογία και τις στρατιωτικές δυνατότητες του Ιράν, παρουσιάζει σοβαρές δυσκολίες στην κατάληξή της. Πολύ περισσότερο που Κίνα-Ρωσία δεν φαίνεται να μένουν απαθείς παρατηρητές μπροστά στην επιχείρηση ανατροπής της εξουσίας στο Ιράν και ένταξής του στη ζώνη επιρροής της Δύσης, που θα ήταν ένα γεγονός παγκόσμιας σημασίας, καθώς θα ανέτρεπε τους συσχετισμούς δυνάμεων υπέρ της Δύσης σε όλη τη Μ. Ανατολή και τη Δυτική Ασία. Έτσι ανακοινώθηκε πως στα στενά του Ορμούζ και στην περιοχή που πλέει η αμερικανική αρμάδα ξεκίνησαν κοινές ναυτικές ασκήσεις Ιράν- Ρωσίας –Κίνας στέλνοντας προφανώς μήνυμα πως δεν πρόκειται να μείνουν με σταυρωμένα χέρια. Τελευταίες ειδήσεις αναφέρουν πως η Κίνα βοηθά το Ιράν με πληροφορίες, επιτήρηση και παρακολούθηση σε πραγματικό χρόνο μέσω δορυφόρων για την αποκάλυψη στρατιωτικών κτιρίων και θέσεων των ΗΠΑ στις στρατιωτικές βάσεις τους στην περιοχή, σε στόχους ανοιχτού κώδικα για τον στρατό του Ιράν. Η Κίνα ουσιαστικά χρησιμεύει ως προηγμένος εταίρος επιτήρησης και αναγνώρισης του Ιράν—παρέχοντας δορυφορικές εικόνες, υποστήριξη πλοήγησης και πιθανώς πληροφορίες σε πραγματικό χρόνο, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης στο σύστημα πλοήγησης BeiDou ως εναλλακτική λύση στο GPS που ελέγχεται από τις ΗΠΑ.
Είναι για αυτούς τους λόγους που ενώ ο Τραμπ συνεχίζει το παιχνίδι της «στρατηγικής αμφισημίας», αποστέλλοντας κοντά στον Περσικό Κόλπο στρατιωτικές δυνάμεις, πολλαπλασιάζει ταυτόχρονα τα μηνύματα ότι ενδιαφέρεται για ένα «ντηλ» με το Ιράν. «Πρέπει να κάνουμε μια συμφωνία, διαφορετικά θα είναι πολύ τραυματικές οι συνέπειες», ανέφερε χαρακτηριστικά, εκτιμώντας πως οι διαπραγματεύσεις θα ολοκληρωθούν εντός ενός μήνα.
Από την άλλη, το Ιράν παραμένει επιφυλακτικά ανοιχτό στην έμμεση διαπραγμάτευση, επισημαίνοντας, όπως δήλωσε ο Αλί Λαριτζανί, επικεφαλής του ιρανικού Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας, ότι στις 6 Φλεβάρη στη Μουσκάτ δεν έγιναν συνομιλίες ΗΠΑ – Ιράν, αλλά «ανταλλαγή μηνυμάτων». «Οι συνομιλίες μας επικεντρώθηκαν μόνο στο πυρηνικό ζήτημα. Το πυραυλικό μας ζήτημα είναι εντελώς ξεχωριστό από το πυρηνικό. Είναι εσωτερικό ζήτημα, που σχετίζεται με την εθνική μας ασφάλεια. Δεν μπορεί να είναι θέμα διαπραγμάτευσης».
Δηλώσεις για το θέμα έκανε και ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών, Χακάν Φιντάν, τονίζοντας ότι ΗΠΑ και Ιράν δείχνουν «ευελιξία» στις έμμεσες συνομιλίες. Εκτίμησε πως οι Αμερικανοί ήταν «πρόθυμοι» να ανεχτούν έως ένα σημείο τον εμπλουτισμό ουρανίου στο Ιράν, και πως «οι Ιρανοί τώρα αναγνωρίζουν ότι πρέπει να κάνουν μια συμφωνία με τους Αμερικανούς, και οι Αμερικανοί κατανοούν ότι οι Ιρανοί έχουν συγκεκριμένα όρια». «Είναι μάταιο να προσπαθείς να τους αναγκάσεις», είπε χαρακτηριστικά, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι η Τεχεράνη «θέλει να φτάσει σε μια πραγματική συμφωνία» και ότι θα αποδεχόταν περιορισμούς στα επίπεδα εμπλουτισμού ουρανίου και ένα «αυστηρό καθεστώς επιθεώρησης» του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος. Προειδοποίησε πάντως ότι η διεύρυνση των ιρανοαμερικανικών συνομιλιών στους βαλλιστικούς πυραύλους δεν θα έφερνε «παρά άλλον ένα πόλεμο».
Στο πλαίσιο της αμερικανικής διπλωματικής πίεσης έναντι του Ιράν εντάσσονται και οι διαδοχικές επισκέψεις του Αμερικανού αντιπροέδρου Βανς σε Αρμενία και Αζερμπαϊτζάν που συνορεύουν με το Ιράν. Ο Βανς υπέγραψε στο Αζερμπαϊτζάν τον διμερή «Χάρτη Στρατηγικής Συνεργασίας» και συζήτησε την προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας μέσω του λεγόμενου «Διαδρόμου Τραμπ για τη Διεθνή Ειρήνη και Ευημερία» (TRIPP). Ο Βανς αξιοποιεί τις επαφές σε Αρμενία και Αζερμπαϊτζάν προκειμένου να μεγιστοποιήσει την πίεση έναντι της Τεχεράνης, αφού αν ο διάδρομος TRIPP προχωρήσει με βάση τους σχεδιασμούς των ΗΠΑ, τότε το Ιράν μπορεί να έχει πρόσθετες απώλειες εσόδων από τη διαμετακόμιση, καθώς δημιουργεί έναν χερσαίο άξονα Αζερμπαϊτζάν – Τουρκίας – Ευρώπης που δεν περνάει ούτε από τη Ρωσία ούτε από το Ιράν. Αυτό άλλωστε είναι μέρος της «μεγάλης εικόνας» που δείχνει τις πραγματικές αιτίες της αντιπαράθεσης.












